Επιχείρηση Αδιανόητη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η τοποθεσία των στρατευμάτων στο τέλος του Β' ΠΠ.

Επιχείρηση Αδιανόητη ήταν μια κωδική ονομασία των δύο σχετικών προγραμμάτων της σύγκρουσης μεταξύ των Δυτικών Συμμάχων και της Σοβιετικής ένωσης. Και τα δύο σχέδια είχαν παραγγελθεί από τον Βρετανό πρωθυπουργό Ουίνστον Τσώρτσιλ το 1945 και είχαν σχεδιαστεί από τις Ένοπλες Δυνάμεις της Βρετανίας στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το πρώτο σχέδιο είχε ως αντικειμενικό σκοπό μια αιφνίδια επίθεση στα Σοβιετικά στρατεύματα της Γερμανίας προκειμένου να "επιβληθεί η απόφαση των Συμμάχων στους Ρώσους" όπου απόφαση νοούνταν η επιβολή της Συνθήκης της Γιάλτας για την Πολωνία[1]. Αφού οι πιθανότητες να γίνει σωστά η επιχείρηση κρίθηκαν μηδαμινές, το σχέδιο εγκαταλείφθηκε και η κωδική ονομασία πέρασε σε ένα άλλο, αμυντικού χαρακτήρα.

Αυτή η επιχείρηση θεωρήθηκε από τα πρώτα σχέδια έκτακτου χαρακτήρα του Ψυχρού Πολέμου. Και τα δύο σχέδια θεωρούνταν άκρως απόρρητα μέχρι που έγιναν δημόσια το 1998[2].

Επιθετικές κινήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρωταρχικός στόχος της επίθεσης ανακηρύχθηκε ως "...για να επιβάλλει στην Ρωσία την βούληση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ακόμα και αν η 'θέληση' των δύο αυτών χωρών μπορεί να οριστεί ως όχι περισσότερο από μια δίκαια συμφωνία για την Πολωνία, δεν περιορίζει αναγκαστικά την στρατιωτική δέσμευση."[1].

Η ηγεσία του στρατού της Βρετανίας θεώρησε ότι λόγω της τεράστιας υπεροχής του Σοβιετικού στρατού έναντι όλων των στρατών στην Ευρώπη αλλά και της αναξιόπιστης συμπεριφοράς του Στάλιν υπήρχε κίνδυνος για επιθετικές επιχείρησης από πλευράς της ΕΣΣΔ. Η υπεροχή των Ρώσων στην Ευρώπη μετά το τέλος του πολέμου ήταν 4:1 σε στρατιώτες και 2:1 σε Τεθωρακισμένα[3]. Επειδή η ΕΣΣΔ δεν άρχισε ακόμη τις επιθετικές κινήσεις έναντι της Ιαπωνίας θεωρήθηκε ότι μια συμμαχία μεταξύ τους βρισκόταν σε εξέλιξη. Με τον φόβο ότι σε περίπτωση πολέμου η Ιαπωνία θα βοηθούσε τους Ρώσους οι Σύμμαχοι αποφάσισαν ότι το σχέδιο δεν είχε προοπτικές.

Η υποθετική ημερομηνία έναρξης της επιχείρησης ορίστηκε να είναι η 1η Ιουλίου 1945, ακριβώς τέσσερις ημέρες πριν τις γενικές εκλογές της Βρετανίας[4]. Θεωρήθηκε εφικτή μια αιφνίδια επίθεση από Αμερικανόβρετανικά στρατεύματα που σε αριθμούς έφταναν εώς και 47 Μεραρχίες στην περιοχή της Δρέσδης. Αυτό δέσμευε σχεδόν τις μισές διαθέσιμες μεραρχίες (2.5 εκατ. στρατιώτες περίπου) που βρισκόντουσαν υπό την κατοχή Βρετανών, Αμερικάνων και Καναδών.

Όταν το σχέδιο πήρε τελική μορφή και εξετάστηκε από την ηγεσία του στρατού, θεωρήθηκε ανέφικτο λόγω της υπεροχής που είχε ο Κόκκινος Στρατός στην περιοχή της Ευρώπης. Η πλειονότητα των επιχειρήσεων θα διεξαγόταν από δυνάμεις της Βρετανίας, Αμερικής, Ναζιστικής Γερμανίας και Πολωνίας. Οποιεσδήποτε γρήγορες νίκες θα οφείλονταν αυστηρά και μόνο στο στοιχείο του αιφνιδιασμού. Αν δεν υπήρχαν νίκες μέχρι τον χειμώνα, θα αναγκάζονταν οι χώρες να αρχίσουν καθεστώς Ολοκληρωτικού Πολέμου, κάτι πρακτικά ανέφικτο ύστερα από τις καταστροφές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ερήμωση και εγκατάλειψη του σχεδίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που οι στρατιωτικοί του σύμβουλοι επέμεναν στην μη βιωσιμότητα της επιχείρησης, ο Τσώρτσιλ το υποστήριζε τοποθετώντας μεγάλο κίνδυνο στην Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο, η ήττα του στις εκλογές του 1945 είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη του σχεδίου από την ηγεσία του στρατού και από τις πολιτικές συζητήσεις[5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]