Εξέγερση του Σασούν (1894)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πρώτη Αντίσταση του Σασούν
Location of the 1894 and 1904 Sasun uprisings.png
Τοποθεσία των εξεγέρσεων του Σασούν,
του 1894 και του 1904.
Χρονολογία1894
ΤόποςΣασόν, Βιλαέτι του Μπιτλίς, Οθωμανική Αυτοκρατορία
ΈκβασηΝίκη των Οθωμανών
Καταστολή της αντίστασης των Αρμενίων, της οποίας ακολούθησαν σφαγές σε βάρος του άμαχου πληθυσμού των Αρμενίων[1]
Αντιμαχόμενοι

Ottoman flag.svg Οθωμανική Αυτοκρατορία

Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
8.000[2]
10.000[2]
Απώλειες
20.000 αντάρτες και πολίτες[2]
550[2]

Η αντίσταση του Σασούν του 1894, επίσης γνωστή ως πρώτη αντίσταση του Σασούν (αρμενικά: Սասնո առաջին ապստամբութիւն‎), ήταν ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των στρατιωτικών δυνάμεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Αρμένιων πολιτοφυλάκων, οι οποίοι ανήκαν στο Κόμμα Χεντσάκ του αρμενικού εθνικού απελευθερωτικού κινήματος, στην περιοχή του Σασούν.

Πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Χεντσάκ ήταν αρμενικό εθνικό κίνημα το οποίο δραστηριοποιείτο στην περιοχή. Το 1894, ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ ξεκίνησε την στοχοποίηση του αρμενικού πληθυσμού, ως προάγγελος των επακόλουθων Χαμιδιανών Σφαγών. Ο συγκεκριμένος διωγμός οδήγησε στην περαιτέρω ενίσχυση του εθνικιστικού αισθήματος μεταξύ των Αρμενίων.

Στο Σασούν, αρμενικές εθνικιστικές ιδέες ήσαν οργανωμένες και διαδίδονταν μέσω πολιτικών ακτιβιστών του Κόμματος Χεντσάκ, όπως οι Μιχράν Νταμαντιάν[3], Χαμπαρτσούμ Μπογιαντζιάν και Χραΐρ Ντζογκ.

Σύγκρουση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογραφία του Μεντζν Μουράντ.

Η πρώτη σημαντική μάχη του αρμενικού αντιστασιακού κινήματος έλαβε χώρα, όταν Αρμένιοι από την περιοχή του Σασούν συγκρούστηκαν με τον οθωμανικό στρατό[4], καθώς και Κούρδους ατάκτους στο Σασούν[4], ηττώμενοι, ωστόσο, εμπρός στην αριθμητική υπεροχή του εχθρού.[5] Κατόπιν της ήττας των Αρμενίων ανταρτών, ακολούθησε η, εκ μέρους των Οθωμανών στρατιωτών και Κούρδων ατάκτων, καταστροφή, περίπου, μεταξύ 25 και 30 αρμενικών χωριών της περιοχής[4], καθώς και η σφαγή των κατοίκων τους[4].

Τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία αντέδρασαν εντόνως εμπρός στα γεγονότα και τις σφαγές που ακολούθησαν των πολεμικών συγκρούσεων στο Σασούν, ενώ, ο Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Ουίλιαμ Ίουαρτ Γκλάντστοουν, χαρακτήρισε τον σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ ως «Μέγα Εγκληματία» ή «Κόκκινο Σουλτάνο». Οι υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις επίσης αντέδρασαν, απαιτώντας, παράλληλα, την άμεση εφαρμογή των, υποσχεθέντων από τον Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα είχαν ως απώτερο σκοπό την ισότητα μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων που αποτελούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.[6] Ερευνητική επιτροπή αποτελούμενη από Γάλλους, Βρετανούς, καθώς και Ρώσους εκπροσώπους εστάλη στην περιοχή, ως μέλος ευρύτερης επιτροπής γνωστής ως Ανατολίτικη Επιτροπή Διερεύνησης[4], προκειμένου να εξετάσει τα γεγονότα,[5], προς δυσαρέσκεια του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄[7]. Ωστόσο, εκ μέρους των Ευρωπαίων μελών της συγκεκριμένης επιτροπής, καταγγέλθηκε η, εκ μέρους των Οθωμανών, παρεμπόδιση, με ποικίλους τρόπους, του έργου τους[7].

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Μάιο του 1895, οι προαναφερθείσες μεγάλες δυνάμεις προχώρησαν στην προετοιμασία σειράς μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, οι τελευταίες ουδέποτε εφαρμόστηκαν, καθώς ουδέποτε πραγματικά επιβλήθηκε η εφαρμογή τους στην Οθωμανική Τουρκία. Η πολιτική της Ρωσικής Αυτοκρατορίας απέναντι στο Αρμενικό Ζήτημα οδηγήθηκε σε μετατροπή, καθώς ο Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Αλεξέι Λομπανόφ-Ροστόφσκι υποστήριζε την εδαφική ακεραιότητα των Οθωμανών[8]. Επιπλέον, χαρακτηριζόταν από την αντιαρμενική στάση του, σε επίπεδο ώστε να επιθυμεί μια «Αρμενία δίχως Αρμένιους». Ωστόσο, η Μεγάλη Βρετανία είχε αποκτήσει σημαντική επιρροή και ισχύ εντός των πρώην οθωμανικών εδαφών της Αιγύπτου και της Κύπρου, ενώ, για τον Γκλάντσοουν, η διατήρηση καλών διπλωματικών σχέσεων με τους Οθωμανούς δεν είχε την ίδια σημασία με παλαιότερα[9]. Την ίδια στιγμή, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε βρει έναν νέο ευρωπαϊκό σύμμαχο στο πρόσωπο του Αυτοκρατορικού Καγκελάριου της Γερμανίας, Μπίσμαρκ[8]. Ως αποτέλεσμα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία διέθετε την απαραίτητη ελευθερία κινήσεων προκειμένου να προχωρήσει σε περαιτέρω σφαγές, το 1896.[5]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ter Minassian 1973, σελ. 574
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 (Αγγλικά) Permanent People's Tribunal (1985). A Crime of Silence: The Armenian Genocide. Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο: Zed Books Ltd. σελ. 133. ISBN 0-86232-423-8. OCLC 17770884. 
  3. Ter Minassian 1973, σελ. 555
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 Dadrian 2001, σελ. 16
  5. 5,0 5,1 5,2 (Αρμενικά) Kurdoghlian, Mihran (1996). Hayots Badmoutioun. III. Αθήνα, Ελλάδα: Hradaragoutioun Azkayin Ousoumnagan Khorhourti. σελίδες 42–44. 
  6. Dadrian 2001, σελ. 6
  7. 7,0 7,1 Dadrian 2001, σελ. 17
  8. 8,0 8,1 Dadrian 2001, σελ. 27
  9. Dadrian 2001, σελ. 26

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (Αγγλικά) Dadrian, Vahakn N. (2001). «The 1894 Sassoun Massacre: A Juncture in the Escalation of the Turko-Armenian Conflict». Armenian Review 47 (1-2): 170. OCLC 744473532. 
  • (Γαλλικά) Ter Minassian, Anahide (1973). «Le mouvement révolutionnaire arménien, 1890-1903». Cahiers du monde russe et soviétique (Persée) 14 (4): 623. doi:10.3406/cmr.1973.1195. ISSN 0008-0160.