Ενίσχυση (ανάλυση συμπεριφοράς)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η ενίσχυση είναι η σημαντικότερη αρχή της επιστήμης της Ανάλυσης Συμπεριφοράς. Η αρχή διατυπώθηκε από τον Μπ. Φ. Σκίνερ που έκανε τη διάκριση σε θετική και αρνητική ενίσχυση.

Η αρχή της Ενίσχυσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ενίσχυση είναι ένας τεχνικός όρος και δεν πρέπει να συγχέεται με την επιβράβευση ή την ανταμοιβή. Η αρχή είναι η εξής: όταν μια συμπεριφορά ακολουθείται από μια συνέπεια και κατόπιν τούτου αυξάνονται οι πιθανότητες εκδήλωσής της, λέμε πως η συμπεριφορά ενισχύθηκε και καλούμε τη συνέπεια ενισχυτή.[1] Αυτό σημαίνει πως αν μια συνέπεια ακολουθεί μια συμπεριφορά, αλλά η συμπεριφορά αυτή δεν εκδηλωθεί στο μέλλον πιο συχνά, δεν πρόκειται για ενίσχυση. Σε ένα τυπικό πείραμα, η δράση ενός περιστεριού να ραμφίζει ένα πλήκτρο ακολουθείται από την παροχή τροφής. Αν η δράση του ραμφίσματος αυξηθεί στο μέλλον, μπορούμε να μιλάμε για ενίσχυση και να ονομάσουμε την τροφή ενισχυτή. Αν η δράση δεν αυξηθεί, ωστόσο, δεν πρόκειται για ενίσχυση. Η ενίσχυση δεν είναι μια στατική, αλλά αντιθέτως μια δυναμική διεργασία. Δηλαδή, οι συνέπειες που αυξάνουν ή διατηρούν μια δράση δεν είναι σταθερές ούτε καθολικές. Για παράδειγμα, η τόσο ενισχυτική τροφή του περιστεριού μάλλον δε θα ήταν καθόλου ενισχυτική για κάποιον άνθρωπο. Επίσης, ένα χορτάτο περιστέρι είναι απίθανο να ραμφίσει το πλήκτρο που κατά το παρελθόν του έχει επιφέρει τροφή, όπως ακριβώς ένας χορτάτος άνθρωπος είναι απίθανο να ζητήσει επιπλέον φαγητό.

Ενίσχυση και Φυσική Επιλογή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σκίνερ διατύπωσε την αρχή της ενίσχυσης ως μια παράλληλη διεργασία της φυσικής επιλογής.[2][3] Σύμφωνα με την εξελικτική θεωρία, τα άτομα ενός είδους εμφανίζουν μεταξύ τους πολλές διαφοροποιήσεις (ποικιλομορφία), κάποιες από τις οποίες προσφέρουν ένα πλεονέκτημα επιβίωσης και αναπαραγωγής, άλλες που αποτελούν μειονέκτημα και άλλες που είναι ουδέτερες. Τα άτομα που διαθέτουν τα πιο ευνοϊκά χαρακτηριστικά κατορθώνουν να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν με μεγαλύτερη επιτυχία από τα υπόλοιπα άτομα. Με τον τρόπο αυτό, ευνοϊκά χαρακτηριστικά συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου ολοένα και περισσότερο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα νέο είδος.[4] Με άλλα λόγια, μπορούμε να πούμε πως οι φυσικές συνθήκες (πχ γεωλογικές μεταβολές, θηρευτές, άτομα του ίδιου είδους, κλπ) επιλέγουν ορισμένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που εμφανίζονται και τα χαρακτηριστικά αυτά απαντώνται με μεγαλύτερη συχνότητα στις επόμενες γενιές. Ο Σκίνερ υποστήριξε πως κάτι ανάλογο συμβαίνει με την ενίσχυση: τα άτομα δρουν διαρκώς στον κόσμο γύρω τους και οι δράσεις τους χαρακτηρίζονται από μεταβλητότητα (ποικιλομορφία). Οι συνθήκες του περιβάλλοντος, με τη σειρά τους, επιλέγουν συστηματικά ορισμένες από αυτές τις δράσεις, έτσι ώστε να συμβαίνουν στο μέλλον με μεγαλύτερη συχνότητα. Ο Σκίνερ ονόμασε τις συνθήκες που επιλέγουν ανατομικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά σε έναν πληθυσμό συναρτήσεις επιβίωσης και τις συνθήκες που επιλέγουν συμπεριφορές κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου συναρτήσεις ενίσχυσης.[5] Οι συναρτήσεις επιβίωσης (φυσική επιλογή) επενεργούν σε πληθυσμούς, ενώ οι συναρτήσεις ενίσχυσης επενεργούν σε μεμονωμένα άτομα. Και στις δύο περιπτώσεις, η αιτιώδης σχέση που προτείνεται δεν είναι εκείνη του πρότερου αιτίου, αλλά αυτή της επιλογής (selectionism), που αποτελεί μια πιθανοκρατική αντίληψη.

Θετική και Αρνητική Ενίσχυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σκίνερ διέκρινε την ενίσχυση σε θετική και αρνητική. Οι όροι δεν έχουν κάποιο ηθικό βάρος (με την έννοια του καλού/επιθυμητού, κακού/ανεπιθύμητου), αλλά αποτελούν επίσης τεχνικές έννοιες. Η θετική ενίσχυση υπονοεί πως κάτι προστίθεται ως συνέπεια μιας δράσης, ενώ η αρνητική πως κάτι αφαιρείται. Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι η αύξηση της δράσης που επιφέρει ή τερματίζει ένα ερέθισμα.[6] Ένα παράδειγμα θετικής ενίσχυσης είναι η προσθήκη τροφής ως συνέπεια του ραμφίσματος ενός πλήκτρου. Ένα παράδειγμα αρνητικής ενίσχυσης είναι η αφαίρεση ενός ηλεκτρικού σοκ ως συνέπεια του ραμφίσματος ενός δεύτερου πλήκτρου. Σε κάθε περίπτωση, η δράση του ραμφίσματος αυξάνεται. Σχηματικά:

Θετική ενίσχυση: μια δράση επιφέρει ένα ερέθισμα και ως εκ τούτου αυξάνεται.

Αρνητική ενίσχυση: μια δράση τερματίζει ένα ερέθισμα και ως εκ τούτου αυξάνεται.

Παραδείγματα θετικής ενίσχυσης είναι το πάτημα του κουμπιού που ανοίγει το laptop, το αίτημα για φαγητό που επιφέρει φαγητό, το άνοιγμα της ντουλάπας που προσφέρει πρόσβαση σε ρούχα, το παίξιμο κιθάρας που παράγει ήχο, η σκέψη πως στο ντουλάπι υπάρχει φαγητό που οδηγεί εν τέλει στο φαγητό. Οι συνέπειες της εκάστοτε δράσης που οδηγούν στην επιλογή (ή ενίσχυσή) της μπορούν να ονομαστούν θετικοί ενισχυτές. Παραδείγματα αρνητικής ενίσχυσης είναι το άνοιγμα ομπρέλας που τερματίζει τη βροχή, το πλύσιμο των πιάτων που τερματίζει τη γκρίνια της μαμάς, η θύμηση της γαλήνιας θάλασσας που τερματίζει τη σκέψη μιας πρόσφατης ερωτικής απογοήτευσης, η πράξη αυτοκτονίας που τερματίζει μια ζωή κατακλυσμένη από δυσάρεστα γεγονότα! Τα ερεθίσματα που τερματίζονται από την εκάστοτε δράση μπορούμε να τα ονομάσουμε αρνητικούς ενισχυτές και ο τερματισμός τους επιλέγει (ή ενισχύει) την εν λόγω δράση.

Ποιες συμπεριφορές ενισχύονται;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συμπεριφορές που επιλέγονται από τις συναρτήσεις ενίσχυσης έχουν ονομαστεί δράσεις.[7] Αυτές έρχονται σε αντιδιαστολή με τις λεγόμενες αντιδράσεις σε πρότερα ερεθίσματα, τις οποίες μελέτησε ο Ιβάν Πάβλοφ και ο Τζον Γουάτσον (ψυχολόγος). Για παράδειγμα, το βλεφάρισμα στην παρουσία σκόνης, η έκκριση σάλιου στην παρουσία φαγητού, η σεξουαλική διέγερση στην παρουσία συντρόφου, ο φόβος στην παρουσία ενός κινδύνου, η ντροπή στην παρουσία ενός λάθους, ο πόνος στην παρουσία ενός χτυπήματος, είναι όλα παραδείγματα αντιδράσεων που προκαλούνται από πρότερα ερεθίσματα (Ερέθισμα -> Αντίδραση). Οι δράσεις από την άλλη πλευρά καθορίζονται από την ενίσχυση που έχουν λάβει στο παρελθόν, δημιουργώντας έτσι το πρότυπο Δράση -> Ενίσχυση. Σύμφωνα με το Θεμελιώδη Συμπεριφορισμό, το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης δραστηριότητας αποτελείται από δράσεις που υπόκεινται σε ενίσχυση.[8] Παραδείγματα δράσεων είναι οι λεγόμενες δημόσια παρατηρήσιμες συμπεριφορές (πχ κινήσεις, περπάτημα, ομιλία, κλπ.), καθώς και οι ιδιωτικά παρατηρήσιμες συμπεριφορές (πχ σκέψη, φαντασία, μνήμη, κλπ). Παρότι οι ιδιωτικά παρατηρήσιμες συμπεριφορές έχουν μελετηθεί εκτενώς από τους γνωστικούς ψυχολόγους, οι συμπεριφοριστές υποστηρίζουν πως πρόκειται για ενισχυμένες δράσεις και όχι για πράξεις του νου.[9] Για παράδειγμα, η σκέψη πως στο ψυγείο υπάρχει γλυκό ενισχύεται από το ίδιο το γλυκό (θετική ενίσχυση), η δράση του μαθητή να θυμάται πως πρέπει να διαβάσει τερματίζει την παρατήρηση του δασκάλου (αρνητική ενίσχυση), κλπ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μέλλον, Ρ. (2013). Ψυχολογία της Συμπεριφοράς. Αθήνα, Πεδίο. 
  2. Skinner, B. F. (2013). Περί Συμπεριφορισμού. Αθήνα, Πεδίο. 
  3. Skinner, B. F. (1953). Science and human behavior. Oxford, England: Macmillan. 
  4. Mayr, E. (2001). Ο Δαρβίνος και η Γένεση της Σύγχρονης Εξελικτικής Σκέψης. Αθήνα, Εκδόσεις Σύναλμα. 
  5. Skinner, B. F. (1984/12). «Selection by consequences» (στα αγγλικά). Behavioral and Brain Sciences 7 (4): 477–481. doi:10.1017/S0140525X0002673X. ISSN 1469-1825. https://www.cambridge.org/core/journals/behavioral-and-brain-sciences/article/selection-by-consequences/0F69B44DBC37419B8EBD90B5667738ED. 
  6. Skinner, B. F. (1953). Science and Human Behavior. Oxford, England: Macmillan. 
  7. Μέλλον, Ρ. (2013). Ψυχολογία της Συμπεριφοράς. Αθήνα, Πεδίο. 
  8. Skinner, B. F. (2013). Περί Συμπεριφορισμού. Αθήνα, Πεδίο. 
  9. Donahoe, J. W., & Palmer, D. C. (1994). Learning and complex behavior. US: Allyn & Bacon. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)