Εκπαιδευτική κοινωνιολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα αφορά στη παλαιά προσέγγιση του θέματος. Για τη σύγχρονη προσέγγιση, δείτε: Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης.

Η εκπαιδευτική κοινωνιολογία (educational sociology) είναι προγενέστερη μορφή της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης (sociology of education). Εμφανίζεται υπό μορφή άρθρων και μελετών από το 1918 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στις οποίες προτείνεται στους παιδαγωγούς και τους εκπαιδευτικούς ένα σύνολο από τεχνικές και μέσα ώστε η οργάνωση των βιωμάτων και η διαμόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή να γίνεται με ορθολογικό τρόπο.[1]

Σήμερα η εκπαιδευτική κοινωνιολογία ως διακριτό επιστημονικό αντικείμενο έχει ατονήσει και έχει αντικατασταθεί από την παιδαγωγική επιστήμη (η οποία είναι διεπιστημονικός κλάδος της γνωστικής ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης).

Αντικείμενο της εκπαιδευτικής κοινωνιολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντικείμενο της εκπαιδευτικής κοινωνιολογίας είναι η προσέγγιση του εκπαιδευτικού φαινομένου με βάση τα αποτελέσματα:[2]

  • της εκμάθησης (learning) δηλαδή της εμπρόθετης καθοδήγησης- τροποποίησης της συμπεριφοράς των νεότερων μελών της κοινωνίας
  • της λειτουργίας του μηχανισμού της κοινωνικοποίησης (socializing)

Ταυτιζεται δηλαδή το υπερσύνολο της έννοιας της μάθησης με το υποσύνολο της, την κοινωνικοποίηση. Με βάση αυτή την προσέγγιση  τα πάντα[Σημ 1] αποτελούσαν αντικείμενο της εκπαιδευτικής κοινωνιολογίας.

Εκπαιδευτική κοινωνιολογία και αναλυτικά προγράμματα σπουδών (syllabus ή didactic curriculum)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντικείμενο της εκπαιδευτικής κοινωνιολογίας εμφανίζεται να είναι το επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών, δηλαδή ένα σύνολο τεχνικών και διδακτικών πρακτικών που καθορίζονται από μία επίσημη αρχή, και εφαρμόζουν οι διδάσκοντες στα σχολεία όλων το βαθμίδων. Αυτή η επίσημη εκπαίδευση περιγράφεται με τους όρους σχολική εκπαίδευση ή διδασκαλία συγκεκριμένου μαθήματος. [3]

«Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Εκπαιδευτικής Κοινωνιολογίας (Journal for Educational Sociology στο Νόβα -Καλτσούνη 2010 σελ. 61 & 63), ο εκπαιδευτικός κοινωνιολόγος, όπως και ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος εμφανίζονται να ασχολούνται με τις αλλαγές της συμπεριφοράς κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Επιπλέον, ο κοινωνιολόγος ασχολείται με την προώθηση αλλαγών στην κοινότητα, καθώς και πρακτικών μεθόδων που θα καταδείξουν σε ποιο βαθμό η σχολική εκπαίδευση μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικά σε αυτές τις αλλαγές.[4]

Δηλαδή η εκπαιδευτική κοινωνιολογία έχει ως αντικείμενο την αποτελεσματικότητα των μεθόδων του εκπαιδευτικού να πραγματοποιήσει συμπεριφοριστικές αλλαγές σε συγκεκριμένες ομάδες ατόμων με προγραμματισμένο και στοχοθετημένο (κατευθυνόμενο) τρόπο. Γίνεται δε αντιληπτή ως ένα πεδίο που θα μπορούσε να συμβάλει στην κοινωνική πρόοδο και θεραπεία των κοινωνικών δεινών, μία αντίληψη που έχει τη ρίζα της στην πεποίθηση ότι η βασική λειτουργία της εκπαίδευσης είναι η βελτίωση και η ανάπτυξη της κοινωνίας.

Η μετάβαση από την εκπαιδευτική κοινωνιολογία στην κοινωνιολογία της εκπαίδευσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κοινωνιολογία της εκπαίδευσης ξεκινά μεταγενέστερα, από το 1939 όταν πολλοί ερευνητές, ιδιαίτερα κοινωνιολόγοι οι οποίοι ονομάστηκαν αργότερα κοινωνιολόγοι της εκπαίδευσης (sociologists of education) ειδικεύτηκαν στην μελέτη κάθε μορφής θεσμικής μετάδοσης γνώσεων, ανάπτυξης δεξιοτήτων, διαμόρφωσης στάσεων και αξιών, ανεξάρτητα από την ηλικία. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι δεν ενδιαφέρονται για τις ψυχολογικές και παιδαγωγικές διαστάσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Για τον λόγο στη κοινωνιολογία της εκπαίδευσης χρησιμοποιείται ο όρος κοινωνικοποίηση αντί του όρου αγωγή ως όρος ευρύτερος και περιεκτικότερος. Η εκπαίδευση δεν γίνεται αντιληπτή πλέον ως ένα ιδανικό στο οποίο κατατείνουν όλες οι προσπάθειες μιας κοινωνίας, αλλά ως ένα «κοινωνικό γεγονός»[Σημ 2]. Με βάση τη θεωρία της συμβολικής αλληλεπίδρασης και την επιρροή από τη συστημική θεωρία, εμφανίζεται ένας νέος και διαφορετικός ρόλος της κοινωνιολογίας σε σχέση με την εκπαίδευση. Τον καθιέρωσε το 1959 ο Talcott Parsons διαμορφώνοντας την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, και διατυπώνοντας τη θέση ότι η οικογένεια και το σχολείο είναι θεσμοί μεταβίβασης ηθικών αξιών και κανόνων απαραίτητων για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, καθώς και για την εκμάθηση κοινωνικών ρόλων που επιβάλλονται από το θεσμικό πλαίσιο της βιομηχανικής κοινωνίας. [4]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. αποτελεσματικές  διδακτικές τεχνικές, η διαμόρφωση των κλίσεων, των στάσεων, των αξιών των νεότερων μελών μιας κοινωνίας  ή ακόμη και της οργάνωσης-θεσμοθέτησης του εκπαιδευτικού συστήματος και ειδικότερα του σχολείου
  2. με το περιεχόμενο που του έδωσε αργότερα ο Εμίλ Ντιρκέμ χωρίς ωστόσο να υιοθετείται ο απόλυτος «εξαναγκασμός», με τον οποίο είναι περιβεβλημένη η θεωρία του

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Brown, F (1947). Educational Sociology. New York: Prentice Hall. σελ. 36. 
  2. Brookover, W. (1949). «Sociology of Education: A Definition». άρθρο στην επιθεώρηση "American Sociology Review" 14: 407-415. 
  3. Αραβανής, Γ. (2007). Ψυχοκοινονιωλογία και Εκπαίδευση. Αθήνα: Γρηγόρη. σελ. 189. ISBN 960-333-242-9. 
  4. 4,0 4,1 Νόβα- Καλτσούνη, Χ. (2010). Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης. Αθήνα: Guteberg. σελ. 61-63-65. ISBN 978-960-01-1326-6. 

Βιβλιογραφικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]