Διαπολιτισμική εκπαίδευση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η έννοια της διαπολιτισμικότητας χρησιμοποιείται διεθνώς και ευρέως στην εκπαίδευση στις μέρες μας.

Βασικές Αρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βασικές αρχές που διέπουν τη Διαπολιτισμική Εκπαίδευση είναι οι εξής:

  1. Η αναγνώριση της ισοτιμίας των πολιτισμών και της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης.
  2. Η ισοτιμία του μορφωτικού κεφαλαίου ατόμων διαφορετικής πολιτισμικής προέλευσης.
  3. Η εξασφάλιση του δικαιώματος όλων για ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση και στη ζωή.
  4. Ο κάτω από πολιτισμικές συνθήκες αναπτυσσόμενος άνθρωπος ως αφετηρία και στόχος της διαπολιτισμικής παιδαγωγικής πράξης.

Η Διαπολιτισμική Διδακτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και τα εννοιολογικά όρια των όρων «πολυπολιτισμικός» (multicultural) και «διαπολιτισμικός» δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα, ο πρώτος όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα και τη διαδικασία εξέλιξη της και ο δεύτερος για να δηλώσει μια διαλεκτική σχέση, μια δυναμική διαδικασία αλληλεπίδρασης και αμοιβαίας αναγνώρισης και συνεργασίας ανάμεσα σε άτομα διάφορων εθνικών/ μεταναστευτικών ομάδων . Τη διαφοροποίηση αυτή έχουν υιοθετήσει το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Ένωση στα σχετικά με την προβληματική της πολιτισμικής ετερότητας κείμενά τους. Στην τελική Έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εκπαίδευση και την πολιτισμική ανάπτυξη των μεταναστών (Project No. 7) η διαπολιτισμική προσέγγιση ορίζεται με βάση τα παρακάτω τέσσερα βασικά στοιχεία:

  • Στην πλειονότητά τους οι κοινωνίες μας είναι πολυπολιτισμικές με τάσεις διεύρυνσης της πολυπολιτισμικότητας
  • Κάθε πολιτισμός έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που πρέπει να αναγνωρίζονται και να γίνονται σεβαστά
  • Η πολυπολιτισμικότητα αποτελεί εν δυνάμει προνόμιο
  • Για να αξιοποιηθεί το προνόμιο της πολυπολιτισμικότητας πρέπει να διασφαλιστεί η αλληλεπίδραση ανάμεσα στους διάφορους πολιτισμούς χωρίς να εξαφανίζεται η ιδιαίτερη ταυτότητα κανενός και η μετατροπή της πολυπολιτισμικής κατάστασης σε διαπολιτισμική

Σύμφωνα με την έκθεση η διαπολιτισμικότητα δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά βασικό μέσο για την προώθηση της ισότητας ευκαιριών στην εκπαίδευση και την κοινωνία. Η διαπολιτισμική προσέγγιση κατανοείται ως αρχή και ως στόχος που πρέπει και μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την επιστημονική ανάλυση και τη δράση.

Βασικά Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως βασικά χαρακτηριστικά της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης αναφέρονται στην έκθεση ότι:

  • Αποτελεί βασική αρχή και στόχο που διέπει κάθε σχολική δραστηριότητα
  • Πεδίο αναφοράς της είναι η άμεση εμπειρία των παιδιών στις χώρες υποδοχής
  • Διευρύνει τους υφιστάμενους εκπαιδευτικούς στόχους του σχολείου
  • Προκαλεί την αμοιβαία επίδραση των πολιτισμών των χωρών καταγωγής και υποδοχής
  • Δημιουργεί προϋποθέσεις για αποδοχή της νέας πολιτισμικής πραγματικότητας και της δυναμικής της στις χώρες υποδοχής
  • Προξενεί επανεξέταση, αναθεώρηση και διεύρυνση των κοινωνικοκεντρικών και εθνοκεντρικών κριτηρίων του σχολείου
  • Διευρύνει την οπτική μέσα από την οποία βλέπεται η εκπαίδευση, ο πολιτισμός, τα παιδιά και οι ενήλικες
  • Αποτελεί μέσο για την αξιολόγηση των ευκαιριών στη ζωή και για την επίτευξη της μέγιστης δυνατής κοινωνικής και οικονομικής ένταξης

Οι απόψεις του Helmut Essinger[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Helmut Essinger ορίζει τη διαπολιτισμική εκπαίδευση ως την παιδαγωγική απάντηση στα προβλήματα διαπολιτισμικής φύσης που ανακύπτουν σε μια πολυπολιτισμική και πολυεθνική κοινωνία και αναφέρει τέσσερις βασικές της αρχές:

  • Εκπαίδευση για ενσυναίσθηση (empathy), που σημαίνει να μάθουμε να κατανοούμε τους άλλους, να τοποθετούμε τον εαυτό μας στη θέση τους, να βλέπουμε τα προβλήματά τους μέσα από τα δικά τους τα μάτια και να καλλιεργούμε τη συμπάθειά μας γι` αυτούς. Πρώτιστο έργο της εκπαίδευσης είναι να ενθαρρύνει το άτομο να ενδιαφερθεί για τους άλλους, τα προβλήματά τους και τη διαφορετικότητά τους.
  • Εκπαίδευση για αλληλεγγύη. Θεωρείται βασικός στόχος της εκπαίδευσης σε μια ανθρώπινη κοινωνία. Η έννοια της αλληλεγγύης υποδηλώνει μια έκκληση για την καλλιέργεια μιας συλλογικής συνείδησης, η οποία υπερβαίνει τα όρια των ομάδων, των φυλών και των κρατών καθώς επίσης και μια έκκληση για παραμερισμό της κοινωνικής ανισότητας και αδικίες.
  • Εκπαίδευση για διαπολιτισμικό σεβασμό. Σε μια κοινωνία που στερείται σεβασμού στην πολιτισμική ετερότητα η αρχή αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική. Ο εκσυγχρονισμός που δε σέβεται την ιστορική μνήμη δε μπορεί να σέβεται τον πολιτισμικό. Ο σύγχρονος τρόπος ανάπτυξης εκμεταλλεύεται και καταστρέφει τόσο το φυσικό περιβάλλον όσο και τον πολιτισμό του ανθρώπου. Ο σεβασμός του πολιτισμού μπορεί να πραγματοποιηθεί με το άνοιγμά μας στους άλλους πολιτισμούς που αποτελεί ταυτόχρονα και μια πρόσκληση στους άλλους να συμμετέχουν στο δικό μας πολιτισμό.
  • Εκπαίδευση εναντίον του εθνικιστικού τρόπου σκέψης, που σημαίνει εξάλειψη των εθνικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων για να μπορέσουν οι διαφορετικοί λαοί να ανοίξουν διάλογο και να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Η διαπολιτισμική εκπαίδευση είναι πάνω από όλα μια έκκληση για συνάντηση και διάλογο που θα σπάσει τον επαρχιωτισμό της εθνικής καταγωγής και θα ανοίξει ένα νέο δρόμο στην αλληλεγγύη με τους συνανθρώπους μας ανεξάρτητα από την εθνική και πολιτισμική τους προέλευση.

Κριτική εναντίον της πολυπολιτισμικής προσέγγισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κριτική που ασκείται στην πολυπολιτισμική εκπαίδευση αφορά τόσο στο επίπεδο της θεωρητικής θέσης και τεκμηρίωσης όσο και στο επίπεδο της εκπαιδευτικής πολιτικής και πρακτικής και προέρχεται τόσο από συντηρητικό όσο και από το ριζοσπαστικό παράδειγμα.

Η συντηρητική κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι υποστηρικτές του συντηρητικού μοντέλου ένταξης πιστεύουν ότι οι διάφορες εθνικές / μεταναστευτικές ομάδες πρέπει να ενσωματωθούν/ αφομοιωθούν στις κοινωνίες των χωρών υποδοχής. Το σχολείο πρέπει να μεταχειρίζεται όλα τα παιδιά το ίδιο καθώς είναι όλοι ίδιοι και δεν πρέπει να δίνεται προσοχή στις γλωσσικές, πολιτισμικές και φυλετικές διαφορές. Το κράτος έχει την υποχρέωση να βοηθά τα άτομα να γίνουν ανταγωνιστικά στην επίσημη γλώσσα και στον εθνικό πολιτισμό και δε μπορεί να ενθαρρύνει και να υποστηρίζει δραστηριότητες για τη γλώσσα και τον πολιτισμό των εθνικών / μεταναστευτικών ομάδων. Από αυτή τη βασική θέση ασκούν κριτική στην πολυπολιτισμική προσέγγιση με τα επιχειρήματα ότι:

  • Υποσκάπτει ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα, αφού το υποτάσσει στις ανάγκες των εθνικών / μεταναστευτικών ομάδων
  • Αντιστρατεύεται το βασικό σκοπό της εκπαίδευσης που είναι να κοινωνικοποιήσει όλους τους πολίτες σε έναν κοινό πολιτισμό χωρίς τον οποίο είναι αδύνατη η συνοχή της κοινωνίας
  • Προκαλεί κοινωνικό διχασμό γιατί τονίζει την πολιτισμική αυτοσυνειδησία των εθνικών / μεταναστευτικών ομάδων και εμποδίζει την ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία
  • Πολιτικοποιεί την εκπαίδευση για να βοηθήσει τα παιδιά των εθνικών / μεταναστευτικών ομάδων

Δε θεωρούν ότι το περιεχόμενο των σχολικών προγραμμάτων καλλιεργεί προκαταλήψεις και στερεότυπα, πολύ δε περισσότερο ότι είναι ρατσιστικό. Αποδέχονται την ύπαρξη στερεοτύπων και προκαταλήψεων σε ατομικό επίπεδο και αναγνωρίζουν την ανάγκη για περισσότερη ανεκτικότητα, που στην ουσία δε διδάσκεται.

Η ριζοσπαστική κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ριζοσπάστες κριτικοί θεωρούν ότι η πολυπολιτισμική εκπαίδευση εστιάζεται στο πολιτισμικό επίπεδο και παραβλέπει τις συνέπειες της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και του ρατσισμού. Δεν ασχολείται με τα πραγματικά αίτια των διακρίσεων σε βάρος των εθνικών / μεταναστευτικών ομάδων και δεν προωθεί την ανάλυση των θεσμικών δομών που αποκλείουν που αποκλείουν τα μέλη των εθνικών / μεταναστευτικών ομάδων από την πρόσβαση στους μηχανισμούς της εξουσίας ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και αποφεύγει αναλύσεις της ταξικής διάρθρωσης, του θεσμικού ρατσισμού, των μηχανισμών καταπίεσης και άλλων συστημάτων που χρησιμοποιούνται για να περιορίσουν τις δυνατότητες των μειονοτικών ομάδων να έχουν μερίδιο στην εξουσία. Δεν ενδιαφέρεται για τις μορφές αντίστασης των μειονοτικών στην εξουσία της κυρίαρχης ομάδας, αποφεύγει να ασχοληθεί με τα πραγματικά προβλήματα και εστιάζει την προσοχή της στα χαρακτηριστικά των χωρίς εξουσία εθνικών / μεταναστευτικών ομάδων που υποτίθεται ότι δημιουργούν προβλήματα όπως χαμηλό επίπεδο αυτοαντίληψης, γλωσσικό / πολιτισμικό «έλλειμμα», διχασμένη προσωπικότητα κτλ. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν το να μαθαίνει κανείς απλά για τον πολιτισμό άλλων δεν είναι το ίδιο να μαθαίνει για το ρατσισμό του.