Γάγγρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Γάγγρα (ή τα Γάγγρα ή αι Γάγγραι),[1] ήταν αρχαία ελληνική πόλη στην περιοχή της Παφλαγονίας στη Μικρά Ασία. Βρισκόταν βορειοανατολικά της Άγκυρας. Ήταν χτισμένη ανάμεσα στους ποταμούς Ξάνθο και Aλμυρό.[2]

Ιστορική ανασκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eπί Διοκλητιανού η Γάγγρα αναδείχθηκε σε πολιτική μητρόπολη της επαρχίας Παφλαγονίας.[2]

Υπήρξε η έδρα του τελευταίου ηγεμόνα της περιοχής Δηιοτάρου. Στην πόλη αυτή δίδαξε τον χριστιανισμό ο μεγαλομάρτυρας Καλλίνικος (ο εν Γάγγραις), όπου και στην αυτή πόλη μαρτύρησε, περί τον 1ο αιώνα, εξ ου και η επωνυμία του.

H Γάγγρα αποτέλεσε τη μητροπολιτική έδρα της επαρχίας Παφλαγονίας από το γ΄ τέταρτο του 4ου αι. και εξής. Από την Δ' Οικουμενική Σύνοδο και εξής τον μητροποίτη Γάγγρας τον χειροτονούσε ο πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως ενώ παλιότερα τον χειροτονούσε ο μητροπολίτης Aγκύρας.[3]

Περί το 343 μ.Χ. κατ΄ άλλους αργότερα αλλά πριν το 370 στην πόλη αυτή συνήλθε εκκλησιαστική τοπική σύνοδος, η Σύνοδος Γάγγρας, η οποία καταδίκασε τους αιρετικούς Ευσταθιανούς, που ακολουθούσαν υπερβολικά ασκητικό τρόπο ζωής. Οι Ευσταθιανοί, οπαδοί του μητροπολίτη Σεβαστείας Ευσταθίου, περιφρονούσαν τον γάμο, εγκατέλειπαν συζύγους ή τέκνα ή γονείς, προφασιζόμενοι συγχρόνως εγκράτεια και άσκηση.[4] Θεωρούσαν τον γάμο εμπόδιο για την σωτηρία και θεμελίωναν την άποψη αυτή σε αποσπάσματα από επιστολές του αποστόλου Παύλου.[5] Ήταν μόνο χορτοφάγοι και ακολουθούσαν γενικά υπερβολές ως προς την παρθενία και την ασκητική ζωή. Οι γυναίκες, που ήταν οπαδοί του Ευστάθιου, έκοβαν τα μαλλιά τους και ντύνονταν με ανδρικά ρούχα. Οι οπαδοί του Ευσταθίου προέτρεπαν τους πιστούς να νηστεύουν τις Κυριακές ενώ παραβίαζαν τις καθιερωμένες από την εκκλησία περιόδους νηστείας και έτρωγαν. Περιφρονούσαν τους τόπους, όπου βρίσκονταν τα λείψανα μαρτύρων θεωρώντας τους ως κοινούς τόπους ταφής. Στη Σύνοδο της Γάγγρας προέδρευσε ο Νικομηδείας Ευσέβειος. Ο επίσκοπος Σεβαστείας Ευστάθιος ήταν αρειανόφρων και εκφραστής της τάσεως των Εγκρατιτών.[1] Ο Ευστάθιος Σεβαστείας με τις ιδέες του συνέβαλε στην ανάπτυξη του μοναχισμού στις περιοχές του Πόντου, Μικρής Αρμενίας και Καππαδοκίας.[6]

Τελικά η Σύνοδος Γάγγρας θέσπισε 21 κανόνες, που μετά την επικύρωσή τους από τη συνελθούσα στην Κωνσταντινούπολη, το 691, Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, έλαβαν καθολικό κύρος και έκτοτε περιλαμβάνονται σε όλες τις σχετικές συλλογές. Ο 4ος Κανόνας της Συνόδου της Γάγγρας αναθεματίζει όσους δεν δέχονται να μεταλάβουν των αχράντων μυστηρίων από έγγαμο πρεσβύτερο με την δικαιολογία ότι ο έγγαμος πρεσβύτερος δεν πρέπει να ιερουργεί. Ο 11ος Κανόνας της Συνόδου της Γάγγρας καταδικάζει όσους από τους πιστούς απορρίπτουν τις "αγάπες", δηλαδή τα κοινά δείπνα των χριστιανών που τελούνταν εκτός του χώρου των ναών μετά τη λήξη της Θείας Ευχαριστίας. Ο 13ος Κανόνας της Συνόδου της Γάγγρας καταδικάζει την πρακτική των γυναικών να ντύνονται με ανδρικά ρούχα, γιατί αυτή η τακτική δεν αποτελεί ένδειξη άσκησης και ταπεινότητας, αλλά είναι καθαρή υπερβολή και υποκρισία.[7] Ο 18ος Κανόνας της Συνόδου της Γάγγρας στηλιτεύει όσους από υπέρμετρο ζήλο ή άσκηση νηστεύουν ακόμα και την Κυριακή, η οποία είναι ημέρα χαράς και όχι άσκησης. Ο 20ος Κανόνας της Συνόδου της Γάγγρας καταδικάζει όσους υποτιμούν και απεχθάνονται τις συνάξεις, που γίνονται προς τιμήν των μαρτύρων και των αγίων. [1]

Σημαντικό πρόσωπο της πόλης ήταν ο Υπάτιος, επίσκοπος Γαγγρών. Συμμετείχε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.) και επέδειξε σημαντική δράση κατά των αιρέσεων. Για τη δράση του αυτή μαρτύρησε από ειδωλολάτρες, οι οποίοι του επιτέθηκαν με ξύλα και πέτρες και τον άφησαν ημιθανή. Πριν ξεψυχήσει, μία εκ των αιρετικών γυναικών τον θανάτωσε διά λίθου. Ο άγιος, αποτελούσε τον πολιούχο και προστάτη της πόλης των Γαγγρών και προς τιμήν του υπήρχε σε αυτήν ναός, έως τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 οπότε και αφανίστηκε. Η ιερά εικόνα του όμως, μεταφέρθηκε με μέριμνα των Μικρασιατών προσφύγων στη νέα τους πατρίδα, το χωριό Αντίγονος Φλώρινας, όπου κτίσθηκε ναός στη μνήμη του.

Κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο η Γάγγρα εντάχθηκε, διαδοχικά, στη δικαιοδοσία των θεμάτων των Aρμενιάκων (7ος αι.), των Bουκελλαρίων (περ. 827) και της Παφλαγονίας (περ. 968). Κατά τα έτη 712, 727 και 732 οι Άραβες επιτέθηκαν στην πόλη. Kατά την επίθεση του 727 μ.Χ. τα τείχη της πόλης υπέστησαν καταστροφές.[2]

Tο 1050 μ.Χ. η πόλη της Γάγγρας υπέστη μεγάλες καταστροφές από σεισμό. Kατά το γ΄ τέταρτο του 11ου αι. οι Tουρκομάνοι άρχισαν να εγκαθίστανται στην ευρύτερη περιοχή της Παφλαγονίας και να στρέφονται εναντίον των βυζαντινών πόλεων. H πληροφορία ότι η Γάγγρα καταλήφθηκε από τους Δανισμενδίδες το 1075/6 μ.Χ. θεωρείται σήμερα εσφαλμένη από τους περισσότερους ερευνητές. Eπί Δανισμενιδών, στα τέλη του 11ου αι., οι χριστιανοί κάτοικοι της Γάγγρας υποχρεώθηκαν να εγκατασταθούν εκτός των τειχών της πόλης. Πολλοί χριστιανοί εξισλαμίσθηκαν διά της βίας ή εκούσια.[2]

Tο έτος 1132/3 μ.Χ. ο Iωάννης B΄ Kομνηνός έκανε εκστρατεία στην Kασταμονή και τις δυτικές όχθες του ποταμού Άλυος και συνέλαβε τον Δανισμενίδη εμίρη της Γάγγρας. Tην επόμενη χρονιά κατέλαβε τη Γάγγρα. Οι Tουρκομάνοι της Γάγγρας προσχώρησαν στο στρατό του και εκτελέστηκαν εργασίες ανακαίνισης στα τείχη. Tην επόμενη δεκαετία όμως, το έτος 1143 μ.Χ., οι Σελτζούκοι εδραιώθηκαν στη Γάγγρα και στην Άγκυρα. Λίγο αργότερα ο Σελτζούκος ηγεμόνας Șahinşah ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Γάγγρας. O Șahinşah συμμάχησε με τον Mανουήλ A΄ Kομνηνό γύρω στο 1160/1 μ.Χ. H Γάγγρα περιήλθε εκ νέου στους Δανισμενίδες για ένα μικρό διάστημα γύρω στο 1163/4 μ.Χ. και στη συνέχεια, το 1169 μ.Χ. ανακατελήφθη από τους Σελτζούκους του Iκονίου. Tο 1196 μ.Χ. ο Σελτζούκος κυβερνήτης των πόλεων Άγκυρας και Γάγγρας συμμάχησε με τον στασιαστή γνωστό ως (Ψευδο)Aλέξιο Γ΄ Kομνηνό εναντίον του Aλεξίου Γ΄ Aγγέλου. Η Γάγγρα περιήλθε οριστικά στους Oθωμανούς το 1429 μ.Χ.[2]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα" τομ. 15ος, σελ. 431

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Κουντούρης, Γεώργιος (2007). «Οι κανόνες της Συνόδου της Γάγγρας και η αντιμετώπιση της αιρέσεως των Ευσταθιανών». Θεολογία, τόμος ΟΗ'. http://www.ecclesia.gr/greek/press/theologia/material/2007_2_8_Kountouris.pdf. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 «Μεγάλη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια της Μικράς Ασίας». asiaminor.ehw.gr. Ανακτήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2022. 
  3. «Μεγάλη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια της Μικράς Ασίας». asiaminor.ehw.gr. Ανακτήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2022. 
  4. Παπαδόπουλος, Στυλιανός (1990). Πατρολογία Β'. Αθήνα: ΠΑΡΟΥΣΙΑ. σελ. 138. 
  5. Σαρκοπούλου, Άννα (2018). Ενθουσιαστικές ασκητικές τάσεις στην Ύστερη Αρχαιότητα. Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ, Τμήμα Θεολογίας. σελ. 45. 
  6. Παπαδόπουλος, Στυλιανός (1990). Πατρολογία Β'. Αθήνα: ΠΑΡΟΥΣΙΑ. σελ. 408. 
  7. Σαρκοπούλου, Άννα (2018). Ενθουσιαστικές ασκητικές τάσεις στην Ύστερη Αρχαιότητα. Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ, Τμήμα Θεολογίας. σελ. 60. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemma.aspx?lemmaid=3978&contlang=57, λήμμα για την ιστορία της πόλης μέχρι την οριστική κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1429 από την Γυφτοπούλου Σοφία στην Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού - Μικρά Ασία.