Βυζαντινή πόλη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο βυζαντινή πόλη ή πόλη στο Βυζάντιο εννοείται η χωροθέτηση των πόλεων από την ύστερη αρχαιότητα έως το τέλος της υστεροβυζαντινής περιόδου.

Ύστερη αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ύστερη αρχαιότητα η βυζαντινή πόλη αναδύεται μέσα από τον πολεοδομικό μετασχηματισμό παλαιότερων πόλεων την αλλαγή ονομασίας, ακόμη και την αλλαγή χώρου και πληθυσμών, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης μετά την καταστροφή που υπέστη από τους Σαρακηνούς[1]. Η βυζαντινή πόλη κατά τον 4ο αιώνα οχυρωμένη κατά το ρωμαϊκό πρότυπο και υπό τη διαρκή πίεση επιδρομών φαίνεται πως έρχεται σε σχετική ρήξη με το οικιστικό παρελθόν της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου, καθώς εγκαταλείπονται τα δημόσια κτήρια, καταργούνται οι ναοί, τα αρχαία θέατρα και τα γυμναστήρια και τα οικοδομικά υλικά της αρχαιότητας ανακυκλώνονται με πρόχειρο τρόπο για να εξυπηρετήσουν ανάγκες στέγασης μετακινούμενων συχνά πληθυσμών[2]. Από πολεοδομικής άποψης σε πόλεις που διαμορφώθηκαν κατά την αρχαιότητα διατηρήθηκε το ιπποδάμειο σύστημα, όπως έγινε στη Θεσσαλονίκη και στη Δημητριάδα, ενώ εισήχθηκαν νέα στοιχεία εξοπλισμού που σχετίζονταν με υδραγωγεία, δεξαμενές, λουτρά και αποθήκες[3].

Δεδομένων των επιδράσεων της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής περιόδου, η πόλη κατά την ύστερη αρχαιότητα φαίνεται συνεπώς πως βρίσκεται σε διαδικασία μετάπλασης, εξαιτίας των πολλαπλών πιέσεων που ασκούνται από αλλεπάλληλες επιδρομές στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο[4]. Τα βασικά χαρακτηριστικά της πόλης σε αυτή την περίοδο είναι τα διάφορα οικιστικά σύνολα στο πλαίσιο της συνοικίας και πολεοδομικά στοιχεία όπως είναι οι οχυρωματικές κατασκευές, τα κοσμικά κτήρια σε αντιπαράθεση με τους λατρευτικούς χώρους, οι δρόμοι και οι πλατείες ως τόποι συνάθροισης και ψυχαγωγίας, οι εμπορικοί και βιοτεχνικοί χώροι, όπως και τα νεκροταφεία[5]. Τούτο σημαίνει ότι η πόλη της πρώιμης αυτής βυζαντινής περιόδου είναι μια αναπόσπαστη συνέχεια της αρχαίας τειχισμένης πόλης με διασταυρούμενες λεωφόρους.

Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους οχυρωμένους οικισμούς της παλαιοχριστιανικής περιόδου αναφέρεται απουσία κεντρικού σχεδιασμού και ειδική μέριμνα για τις οχυρώσεις που αντανακλά την κοινωνική ανησυχία που επιβάλλουν οι συχνές επιδρομές. Ο χαρακτηρισμός πόλη αποδίδεται ανάλογα με το μέγεθος και τις εμπορικές δραστηριότητες που δίνουν έμφαση στον οικονομικό χαρακτήρα της πόλης. Οι πόλεις της ύστερης αρχαιότητας από τον 7ο αιώνα και μετά αντικαθίστανται από κάστρα, που ενισχύουν τον αμυντικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας[6], ενώ κατά τον 9ο αιώνα φαίνεται πως αποκτούν και πάλι τον αστικό χαρακτήρα τους με την αναγέννηση της οικονομίας και την ανασύσταση οικισμών πάνω στα ερείπια αρχαιότερων πόλεων που εγκαταλείφθηκαν (Πάτραι, Λακεδαίμων, Κόρινθος κ.ά.). Στον 10ο αιώνα πλέον οι πόλεις είναι καλά οχυρωμένες και μετουσιώνονται σε εκκλησιαστικά και διοικητικά κέντρα, με πλούσια γεωργική και οικονομική δραστηριότητα, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης και της Αδριανούπολης[7].

Σημαντική πόλη με ηγετικό ρόλο κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο η Θεσσαλονίκη χαράχτηκε σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα και τις διασταυρούμενες λεωφόρους και διέθετε αγορά ήδη από την ρωμαϊκή εποχή που μετατράπηκε μερικώς αργότερα σε κινστέρνα, αλλά και κοσμικά κτήρια με ανάκτορα, ιππόδρομο και θέατρο (Γαλεριανό συγκρότημα) και παλαιοχριστιανικούς ναούς, όπως ο αγ. Δημήτριος και η Αχειροποίητος[8]. Οι αμυντικές ανάγκες της αυτοκρατορίας φαίνεται πως ήταν ο κύριος άξονας σχεδιασμού των πόλεων κατά τον 7ο αιώνα. Οι πόλεις σε μια διαδικασία μετασχηματισμού αντικαθίστανται από κάστρα που εποπτεύουν οδικές αρτηρίες και την επικοινωνία γενικότερα στη βυζαντινή επικράτεια. Τούτο ο μετασχηματισμός ήδη διακριτός από την περίοδο του Ιουστινιανού με επεμβάσεις και επισκευές οχυρώσεων έχει τον χαρακτήρα ενίσχυσης του αμυντικού συστήματος[9].

Στον 9ο αιώνα στο γενικότερο πλαίσιο της οικονομικής ευμάρειας και της αναγέννησης του αστικού βίου οικιστικά κέντρα όπως είναι η Κόρινθος και η Πάτρα που είχαν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους αναδημιουργούνται πάνω στα ερείπια των αρχαιότερων πόλεων[10]. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα στον 10ο αιώνα πόλεων καλά οχυρωμένων που λειτούργησαν ως εκκλησιαστικά και διοικητικά κέντρα, ως καταφύγια του αγροτικού πληθυσμού με πλούσια γεωργική και οικονομική δραστηριότητα, όπως φαίνεται από τα παραδείγματα της Θεσσαλονίκης, της Αδριανούπολης, της Χαλκίδας και της Θήβας με τα γεωργικά και κτηνοτροφικά τους προϊόντα και τη βιοτεχνική παραγωγή, δραστηριότητες δηλαδή που υποδηλώνουν σαφή εξειδίκευση και καταμερισμό εργασίας[7].

Υστεροβυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ύστερη βυζαντινή πόλη αντανακλά εν μέρει τη συρρίκνωση που υφίσταται η αυτοκρατορία ως σύνολο, αλλά αποκτά βαρύνοντα ρόλο στη διοικητική συγκρότησή της[11], ενώ το τείχος ορίζει και ταυτόχρονα περιορίζει τον αστικό χώρο, ακόμη και σε «πόλεις-εμπόρια», όπως είναι η Θεσσαλονίκη[12]. Οι πόλεις είναι οργανωμένες σε συνοικίες, με έμφαση στην εμπορική συνοικία που αναδείκνυε και την οικονομική τους σημασία.

Ο κοινωνικός ιστός φαίνεται πως αναπτυσσόταν γύρω από το κάστρο με απλά ή διπλά τείχη, στα οποία διέμεναν οι αρχές και οι άρχοντες, ενώ στο ατείχιστο συχνά χώρο απλώνονταν η συνοικίες και το εμπορείο, εκτός των τειχών, όπως φαίνεται από το παράδειγμα του Μυστρά και της Αδριανούπολης[12]. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην πόλη της ύστερης βυζαντινής πόλης φαίνεται να παρουσιάζει ο δημόσιος χώρος που διαμορφώνεται με επίκεντρο τη θρησκευτική ζωή μάλλον παρά τον ιππόδρομο και τις πλατείες, που φαίνεται ότι έχασαν τη σημασία τους μετά τον 7ο αιώνα[13].

Βασική διοικητική μονάδα για τη συγκρότηση της βυζαντινής αυτοκρατορίας στην Ύστερη Βυζαντινή Περίοδο[14], η πόλη ως κατεπανίκι με διευρυμένη δικαιοδοσία στον περιβάλλοντα χώρο, διατηρεί την οχύρωσή της και την οργάνωσή της σε συνοικίες, αλλά η έμφαση μετατοπίζεται ως προαναφέρθηκε στην εμπορική συνοικία, εκεί δηλαδή που η πόλη λειτουργεί συλλογικά ως οικονομική οντότητα, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Μονεμβασιάς, ενώ ταυτόχρονα το τείχος γίνεται καθοριστικό για τον κοινωνικό διαχωρισμό ανάμεσα στους άρχοντες, τους μέσους και τον δήμο. Στον ατείχιστο χώρο απλώνονταν συχνά οι συνοικίες και το εμπορείο, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Αδριανούπολης και τη διπλή σειρά τειχών της ή τον Μυστρά που εμφανίζει την ίδια ανάπτυξη στο ζήτημα της οχύρωσης[11].

Παραπομπές - σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μουτσόπουλος Ν.Κ. 1997, 30.
  2. Στο ίδιο, 31.
  3. Στο ίδιο, 32.
  4. Μουτσόπουλος Ν.Κ. 1997, 29.
  5. Πετρίδης Π. 2002, 197 και 199.
  6. Μουτσόπουλος Ν.Κ. 1997, 44.
  7. 7,0 7,1 Μουτσόπουλος Ν.Κ. 1997, 47.
  8. Πετρίδης Π. 2002, 214.
  9. Μουτσόπουλος Ν.Κ. 1997, 34.
  10. Μουτσόπουλος Ν.Κ. 1997, 46.
  11. 11,0 11,1 Κιουσοπούλου Τ. 1997, 60.
  12. 12,0 12,1 Κιουσοπούλου Τ. 1997, 62.
  13. Κιουσοπούλου Τ. 1997, 64.
  14. Κιουσοπούλου Τ. 1997, 60

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κιουσοπούλου Τ. 1997, «Η ύστερη βυζαντινή πόλη», Αρχαιολογία και Τέχνες, (Τεύχος 64), 59-64.
  • Μουτσόπουλος Ν.Κ. 1997, «Η πρώιμη βυζαντινή και μεσοβυζαντινή πόλη» Αρχαιολογία και Τέχνες, (Τεύχος 64), 29-58.
  • Πετρίδης Π. 2002, «Βυζαντινοί χρόνοι», στο Πετρίδης Π. et al., Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο, Τομ. Β, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]