Βρυθονικές γλώσσες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Βρυθονικές γλώσσες (αγγλ.:Brythonic) είναι ένα από τα δύο παρακλάδια των κελτικών γλωσσών (η άλλη είναι η ομάδα των γοϊδελικών γλωσσών).

Ο όρος "Βρυθονικός" (Brython) παραπέμπει στην ουαλική λέξη για τον (αυτόχθονα) "Βρετανό/βρετανικό" σε αντίθεση με τον όρο "Γαελικός" (αγγλ.: Gael, αρχαία ουαλικά:Guiodel) που στην αρχαία ουαλική σήμαινε "επιδρομέας" (ενώ στα σημερινά ουαλικά (Gwyddel) σημαίνει "Ιρλανδός").

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πιστεύεται οτι οι Βρυθονικές γλώσσες προέρχονται από μια κοινή ρίζα που έχει ονομαστεί Βρετανική, Κοινή Βρυθονική, Αρχαία Βρυθονική και Πρωτο-Βρυθονικήπου εισήχθη στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη δεύτερη χιλιετηρίδα προ Χριστού. Οι Βρυθονικές γλώσσες ομιλούνταν πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση στο νησί, ενώ στη βόρεια Σκωτία, κυριαρχούσε η Πριττενική που εξελίχθηκε στην Πικτική γλώσσα που πιθανολογείται να συγκαταλεγόταν στην Βρυθονική ομάδα γλωσσών.

Κατά την Ρωμαϊκή κατοχή (43 π.Χ - περ. 410 μ.χ) η Κοινή Βρυθονική πήρε πολλές λέξεις από την Λατινική γλώσσα για όρους που δεν υφίσταντο στην προ-αστική κοινωνία της Κελτικής Μεγάλης Βρετανίας, αλλά και για πιο κοινότοπους όρους που αντικατέστησαν τις εγχώριες λέξεις (όπως η λέξη για το "ψάρι" σε όλες τις Βρυθονικές γλώσσες προέρχεται από το λατινικό "piscis" που πήρε τη θέση του αρχικού ēskos). Γύρω στα 800 λατινικά αντιδάνεια έχουν επιβιώσει στις 3 μεταγενέστερες Βρυθονικές γλώσσες. Οι Ρωμαίοι συγγραφείς ονόμαζαν την "εκλατινισμένη" αυτή γλώσσα "Ρωμανο-Βρετανική" (αγγλ.: Romano-British).

Στην αρχή της μετα-ρωμαϊκής περιόδου, είναι πιθανό ότι η Κοινή Βρυθονική χωρίστηκε σε δύο βασικές ομάδες: τη Δυτική Βρυθονική και τη Νοτιοδυτική Βρυθονική. Οι δύο διάλεκτοι απομακρύνθηκαν αρκετά έτσι ώστε να δημιουργήσουν ευδιάκριτα διαφορετικές γλώσσες μέχρι τον 6ο αιώνα. Η Δυτική εξελίχθηκε στην Κυμβρική και Ουαλική και η Νοτιοδυτική στην Κορνική που σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με την Βρετονική γλώσσα (η οποία μεταφέρθηκε από τη νοτιοδυτική Μεγάλη Βρετανία στην Αρμορική). Εικάζεται ότι πολλοί Βρετανοί (Britons) παρέμειναν σε εκτάσεις που πλέον κατείχαν οι Αγγλο-Σάξονες, αλλά τα μόνα στοιχεία για τη γλώσσα τους αντλούνται από τα τοπωνύμια της εποχής. Πιστεύεται ότι σταδιακά υιοθέτησαν την Αγγλική γλώσσα.

Οι Βρυθονικές γλώσσες της Σκωτίας, του νησιού του Μαν και της Αγγλίας ξεκίνησαν να εκτοπίζονται τον 5ο αιώνα με τις επιρροές των Ιρλανδικών, Βίκινγκ και Γερμανικών επιδρομών. Η μετατόπιση των γλωσσών με Βρυθονική καταγωγή ολοκληρώθηκε τον 11ο αιώνα σε όλη την Αγγλία εκτός από την Κορνουάλη και της κομητείες που συνόρευαν με την Ουαλία. Η Ιβερνική γλώσσα είναι μια Βρυθονική γλώσσα που πιθανολογείται ότι ομιλούνταν στην Ιρλανδία.

Απομεινάρια σε Σκωτία και Αγγλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κληρονομιά των Βρυθονικών γλωσσών σε αυτές τις περιοχές περιορίστηκε στα τοπωνύμια. Υπάρχουν πολλά μέρη στην πεδινή Σκωτία και την Αγγλία που έχουν αποδειχτεί ότι έχουν Βρυθονικές ρίζες. Ονόματα πόλεων όπως το Λονδίνο, το Αμπερντίν, το Γιορκ, το Ντόβερ, το Κόλσεστερ, το Ντόρσεστερ και το Περθ έχουν προέλθει από Βρυθονικές γλώσσες. Είναι γενικά αποδεκτό το γεγονός ότι οι γλωσσικές επιδράσεις στην Αγγλική γλώσσα, λεξικολογικά, ήταν αδύναμες. Το ότι τα αγγλικά κάνουν για παράδειγμα χρήση περιφραστικών συντάξεων βοηθητικά ρήματα όπως be και do πιο πολύ από κάθε άλλη Γερμανική γλώσσα, είναι στοιχείο επιρροής των Βρυθονικών γλωσσών.

Πολλές Βρυθονικές επιρροές μπορούν να βρεθούν και στα σκοτσέζικα. Όπως και τα αγγλικά, έτσι και τα σκοτσέζικα χρησιμοποιούν περιφραστικές συντάξεις, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό. Η γλώσσα χρησιμοποιεί πολλά Ρ-Κελτικά αντιδάνεια, αλλά επειδή καλύπτει πολύ περισσότερες λέξεις με κελτικές ρίζες από την αγγλική, δύσκολα ξεχωρίζονται από τις λέξεις από Q-κελτικά αντιδάνεια. Συγκεκριμένα η λέξη "στραθ" (εξαγγλισμένη Strath) είναι Γοϊδελικής προέλευσης, όμως φαίνεται πως η χρήση της έχει αλλάξει μέσα από τη Βρυθονική συγγενική λέξη που σημαίνει κάτι διαφορετικό.