Βιοκοινότητα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η βιοκοινότητα αποτελείται από πληθυσμούς διαφόρων ειδών φυτών, ζώων και μικροοργανισμών που ζουν στο ίδιο περιβάλλον.

βιοκοινότητα (Οικολ.). Το σύνολο των πληθυσμών των οργανισμών που ζουν σε έναν βιότοπο, για το ίδιο χρονικό διάστημα και το σύνολο των σχέσεων που οι οργανισμοί αυτοί αναπτύσσουν μεταξύ τους (αναφέρεται και ως βιοκοινωνία). Οι σχέσεις μεταξύ των οργανισμών μπορεί να είναι τροφικές, ανταγωνιστικές, συνεργασίας, παρασιτισμού, συμβίωσης κλπ. Η β. είναι, δηλαδή, κάτι παραπάνω από απλή συνάθροιση των πληθυσμών των ειδών, καθώς περιλαμβάνει και τις αλληλεπιδράσεις τους. Σε επίπεδο βιολογικής οργάνωσης, η β. αποτελεί μια ευρύτερη έννοια από αυτήν του πληθυσμού, δηλαδή από το σύνολο των οργανισμών ενός συγκεκριμένου είδους. Ταυτόχρονα έχει στενότερη έννοια από το οικοσύστημα, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τη β. όσο και τους αβιοτικούς παράγοντες (χημικά συστατικά, μορφή εδάφους κλπ.) του περιβάλλοντος, με τους οποίους βρίσκεται επίσης σε συνεχή αλληλεπίδραση. Σε ένα δάσος κωνοφόρων, για παράδειγμα, ζουν πολλά είδη ζώων και φυτών που αποτελούν τη β. του δάσους, η οποία, σε συνδυασμό με το αβιοτικό περιβάλλον, αποτελεί το οικοσύστημα αυτού του δάσους. Με κριτήριο τις διαδικασίες που χρησιμοποιούν για την εξασφάλιση ενέργειας, οι οργανισμοί κάθε β. διακρίνονται σε αυτότροφους ή παραγωγούς και σε ετερότροφους, δηλαδή τους καταναλωτές διαφόρων τάξεων και τους αποικοδομητές. Η β. μπορεί να οριστεί σε διάφορες κλίμακες ή επίπεδα, ανάλογα με το μέγεθος του βιότοπου που ορίζει κάθε φορά ο μελετητής· για παράδειγμα, το σύνολο των οργανισμών σε παγκόσμια κλίμακα μπορεί να θεωρηθεί μια β., όπως μπορεί να θεωρηθεί και η μικροχλωρίδα του εντέρου του ανθρώπου. Η δυνατότητα ανεύρεσης ευκρινών ορίων ανάμεσα στις β., στον χώρο, εξαρτάται από τον τρόπο μεταβολής των περιβαλλοντικών συνθηκών· αν, για παράδειγμα, οι περιβαλλοντικές συνθήκες μεταβάλλονται ασυνεχώς, τότε συνήθως διαφορετικές ομάδες ειδών αντικαθιστούν η μία την άλλη στον χώρο, ενώ αν η μεταβολή είναι προοδευτική και συνεχής, η διαδοχή των οργανισμών γίνεται κατ’ ανάλογο τρόπο. Η σύνθεση μιας β. αλλάζει, όμως, και με το πέρασμα του χρόνου· οι μεταβολές αυτές μπορεί να είναι εποχιακές, ή μη εποχιακές χρονοβόρες αλλαγές, που αποτελούν τη διαδοχή (βλ. λ. οικολογική διαδοχή). Ο απλούστερος τρόπος για να χαρακτηριστεί μια β. είναι να προσδιοριστεί η ποικιλότητά της, δηλαδή να καταγραφούν οι διαφορετικές ταξινομικές μονάδες που υπάρχουν σε αυτήν καθώς και η αφθονία του κάθε είδους· για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται διάφορες μαθηματικές εξισώσεις που ονομάζονται δείκτες ποικιλότητας.