Βιζαβί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η αποδιδόμενη με ελληνική γραφή λέξη βιζαβί αποτελεί εξελληνισμό της γαλλικής επιρρηματικής λέξης - έκφρασης "'vis-à-vis", που σημαίνει κατ΄ έναντι, αντίκρυ, αντικριστά, αντιτακτά. Για παράδειγμα: τα καθίσματα στο μετρό είναι βιζαβί.

Στην παλιά Αθήνα, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι αρχές του 20ού, με το όνομα "βιζαβί" φέρονταν άμαξες συρόμενες με ένα ή δύο άλογα και με τέσσερις θέσεις επιβατών έτσι, ώστε να κάθονται ανά δυο "βιζαβί", εξ ου και η ονομασία της άμαξας.

Οι άμαξες βιζαβί έκαναν δρομολόγια από την πλατεία Ομόνοιας μέχρι την πλατεία Συντάγματος και έπαιρναν πέντε επιβάτες, με τον πέμπτο να κάθεται δίπλα στον αμαξά.

Το εισιτήριο με άμαξα βιζαβί ήταν αρχικά μια δεκάρα. Όταν όμως άρχισε ο συναγωνισμός με το τραμ, το εισιτήριο κόστιζε μια πεντάρα.

Επειδή δεν μπόρεσαν ν΄ αντέξουν και τον ιπποκίνητο ακόμη "τροχιόδρομο" της οδού Σταδίου, εγκατέλειψαν τη γραμμή αυτή κι εγκαταστάθηκαν στο Σταθμό Λαρίσης κάνοντας τη διαδρομή μέχρι το Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου, κοντά στην Ομόνοια. Τελικά όμως υπέκυψαν στα σύγχρονα μέσα συγκοινωνίας.

Όταν σταμάτησε και η κυκλοφορία του τραμ, οι άμαξες βιζαβί είχαν ήδη αποσυρθεί στην Κηφισιά.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τ. 4ος, σ. 497