Βερνάρδος Γουλιέλμος της Γασκώνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Βερνάρδος Γουλιέλμος της Γασκώνης
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση975 (περίπου)
Θάνατος25  Δεκεμβρίου 1009
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητααριστοκράτης
Οικογένεια
ΓονείςΓουλιέλμος Σάντσεθ της Γασκώνης και Ουρράκα Γκαρθές της Ναβάρρας
ΑδέλφιαΣάντσο ΣΤ΄ Γουλιέλμος της Γασκώνης
Χιμένα του Λεόν
Πρίσκα της Γασκώνης
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαDuke of Gascony (997–1009)
Θυρεός
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Βερνάρδος Γουλιέλμος, γαλλ.: Bernard Guillaume, [α] μερικές φορές Bερνάρδος Α΄ (απεβ. στις 25 Δεκεμβρίου 1009), ήταν δούκας της Γασκώνης [β] και κόμης του Μπορντώ από π. 997 μέχρι το τέλος του. Κατά τη διάρκεια της εποχής του, η Γασκώνη ήταν ουσιαστικά ανεξάρτητη, ο δούκας της κυρίαρχος και οποιαδήποτε σχέση με το βασίλειο της Γαλλίας θεωρητική. Η βασιλεία του έπεσε σε μία περίοδο σχετικής ειρήνης και ευημερίας: το κίνημα της ειρήνης (εκεχειρίας) του Θεού ξεκίνησε στη Γασκώνη την εποχή του πατέρα του, η μοναστική μεταρρύθμιση εισήχθη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του και η περίοδος των επιθέσεων των Βίκινγκ είχε τελειώσει. Ωστόσο, ήταν επίσης μία περίοδος αυξανόμενου φεουδαρχικού κατακερματισμού, και ο Bερνάρδος απεβίωσε με βίαιο τέλος. [1] [2]

Καταγόμενος και στις δύο πλευρές από δυναστείες βασκικής καταγωγής, ο Bερνάρδος ήταν ο μεγαλύτερος γιος του δούκα Γουλιέλμου Σάντσεθ και της Ουρράκας, κόρης του βασιλιά Γκαρθία Α΄ Σάντσεθ της Παμπλόνας. Το "Bερνάρδος" ήταν το όνομά του και το "Γουλιέλμος" ήταν πατρώνυμο, δηλ. δηλώνει το όνομα του πατέρα του. Χρησιμοποίησε και τα δύο ονόματα. [3]

Η εξουσία του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ημερομηνία του τέλους του υούκα Γουλιέλμου και της διαδοχής του Bερνάρδου μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ 996 και 999. Ο πρώτος σύγχρονος ιστορικός Πιέρ ντε Μάρκα πίστευε ότι ο Bερνάρδος ήταν ανήλικος και υπό την εξουσία της αντιβασιλείας την εποχή της ένταξής του, αλλά αυτό είναι πολύ απίθανο. [γ] Ο Ζαν ντε Ζωργκαίν υπολογίζει ότι ήταν 23 ή 24 ετών, με βάση τη διάρκεια ζωής τού πατέρα και τού αδελφού του. [5]

Ο πατέρας του Bερνάρδου είχε κληρονομήσει την κομητεία του Μπορντώ μεταξύ 977 και 988, και άρχισε να κόβει νομίσματα εκεί. Ο Βερνάρδος συνέχισε να κόβει δηνάρια (deniers) και οβολούς με το όνομά του, και πιθανώς και με το πατρώνυμό του. Από τους πολλούς διαφορετικούς τύπους οβολού που κόπηκαν με το όνομα Γουλιέλμος, μερικοί πιθανότατα κόπηκαν από τον Bερνάρδο. [3] Το χέρι στην εμπρόσθια όψη μερικών από τα νομίσματα του Bερνάρδου μπορεί να αντιπροσωπεύει ένα γάντι, όπως χρησιμοποιείται σε μία τελετή περιβολής αξιώματος. [6] Ένα νόμισμα που φέρει το όνομά του βρέθηκε σε έναν θησαυρό του 11ου αι. με διάφορα νομίσματα στο Πιεμόντε. Ο θησαυρός μάλλον συγκεντρώθηκε από έναν έμπορο ή προσκυνητή, που ταξίδεψε σε όλη τη Γαλλία και τη Γασκώνη. [7] Ο οβολός έχει την επιγραφή +BENARDU +BURDIGA και κόπηκε στο όνομα του Bερνάρδου στα Βουρδίγαλα (Μπορντώ)· στην εμπρόσθια όψη ανθρώπινο χέρι, στην πίσω όψη σταυρός.

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Bερνάρδου, ο ηγούμενος Άμπο του Φλερύ επισκέφτηκε το μοναστήρι του Λα Ρεόλ με μερικούς από τους μοναχούς του, για να μεταρρυθμίσει το μοναστήρι και να καθιερώσει τον κανόνα των Βενεδικτίνων. Λέγεται ότι παρατήρησε ότι ήταν πιο ισχυρός στη Λα Ρεόλ από τον βασιλιά της Γαλλίας (τότε Ροβέρτο Β΄), αφού κανείς δεν φοβόταν τη δύναμη του βασιλιά. Στην πραγματικότητα, η αποστολή του Φλερύ βρισκόταν υπό την προστασία του Aμαλβί, υποκόμη του Μπεζών (Bézeaune). [8] Όταν ο Άμπο δολοφονήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1004, σύμφωνα με τον σύγχρονο χρονικογράφο Aντεμάρ ντε Σαμπανέ, ο Bερνάρδος τιμώρησε τους δολοφόνους, «άλλους κρέμασε, άλλους έστειλε στις φλόγες» και έδωσε όλη την αμφισβητούμενη μοναστική περιουσία και τη μοναστική εκκλησία του Αγίου Πέτρου στους Γάλλους μοναχούς από τον Φλερύ, που είχαν συνοδεύσει τον Άμπο. [9] [10]

Ένα σκαλισμένο κιονόκρανο από το Σαιν-Σεβέρ, ένα μοναστήρι που ιδρύθηκε από τον πατέρα τού Bερνάρδου και προικίστηκε και επιβεβαιώθηκε από τον Bερνάρδο.

Η ταχεία απάντηση του Bερνάρδου στη δολοφονία του Άμπο μπορεί να είχε σχεδιαστεί για να ενισχύσει την εξουσία του στην επικράτεια του υποκόμη Αμαλβί, και να δείξει ποιος ήταν ο πραγματικός προστάτης του Λα Ρεόλ, διότι υπάρχουν άλλα στοιχεία αμφισβήτησης της εξουσίας του Bερνάρδου στα μοναστήρια της Γασκώνης. Η άρχουσα οικογένεια των Μοντανέρ προσάρτησε το αβαείο του Σαιν-Οράν ντε Λαρέλ το 1009 και εγκατέστησε έναν δικό τους ηγούμενο. Μέχρι το 1010, ο αρχηγός της οικογένειας Oντόν-Ντοάτ, είχε οικειοποιηθεί για τον εαυτό του τον τίτλο του υποκόμη. [8]

Στις 3 Απριλίου 1009 ο Bερνάρδος και η σύζυγός του Ουρράκα εξέδωσαν ένα καταστατικό επιβεβαίωσης για την ιδιοκτησία του αβαείου του Σαιν-Σεβέρ, που ιδρύθηκε από τον πατέρα του. Μέχρι τη στιγμή αυτού του καταστατικού, η μητέρα του Bερνάρδου είχε επίσης αποβιώσει. [11]

Το τέλος του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέλος του Bερνάρδου χρονολογείται στις 25 Δεκεμβρίου 1009 από τη νεκρολογία του αβαείου του Σαιν-Σεβέρ. [12] Δεδομένου ότι ο Bερνάρδος απεβίωσε χωρίς άνδρα κληρονόμο, τον διαδέχθηκε ο μικρότερος αδελφός του Σάντσο ΣΤ΄ Γουλιέλμος. [3] Κάποιος Γουλιέλμος Βερνάρδος, που ονομάζεται de Laussianum, ο οποίος είχε μία διαμάχη με το αβαείο του Σαιν-Σεβέρ κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σάντσο Γουλιέλμου, μπορεί να ήταν φυσικός (νόθος) γιος του Bερνάρδου. [13] Υπάρχουν δύο μη αλληλεπικαλυπτόμενες μαρτυρίες για το τέλος του Bερνάρδου.

Σύμφωνα με τον Aντεμάρ, ο Bερνάρδος δηλητηριάστηκε μέσω «γυναικείων δολοπλοκιών». [14] Μάλλον εννοεί να δηλώσει τους δολοφόνους ως μάγισσες. Ο Aντεμάρ περιγράφει τη δηλητηρίαση του κόμη Γουλιέλμου Β΄ του Aνγκουλέμ το 1028 με σχεδόν πανομοιότυπους όρους. [15]

Σύμφωνα με ένα έγγραφο στο «μαύρο» καταστατικό του καθεδρικού ναού της Αγίας Μαρίας του Ως (Auch), που χρονολογείται περί το 1110, [16] ο Bερνάρδος δολοφονήθηκε από έναν ιππότη, που ονομαζόταν Ραϋμόντ Παμπά. [δ] Μετά τη δολοφονία, ο Ραϋμόντ αναζήτησε καταφύγιο στην αυλή του Aιμερίκ Α΄, κόμη του Φεζανσάκ, ο οποίος του παραχώρησε το φέουδο του Βικ-Φεζανσάκ. [ε] Αυτό σαφώς εμπλέκει τον Aιμερίκ στη δολοφονία. Σε απάντηση, ο Όντο του Ασταράκ, αρχιεπίσκοπος του Ως, αφόρισε τον Ραϋμόντ. Ως πράξη μετάνοιας, ο τελευταίος πήγε σε προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ, κατά τη διάρκεια του οποίου απεβίωσε. Πριν φύγει, ωστόσο, έλαβε από τον δούκα Σάντσo ως φέουδο το κάστρο Μπουζέ-συρ-Μπαΐζ, το οποίο είχε κατασκευαστεί από τον Σάντσo και τον παππού τού Βερνάρδου, φούκα Γκαρσία Β¨ Σάντσεθ, για να προστατεύσει ένα χαμένο πλέον μοναστήρι. [8]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Basque: Bernart Gilen, French: Bernard-Guillaume, Gascon: Bernat Guilhem, Latin: Bernardus Willielmus, Spanish: Bernardo Guillén
  2. There was no standardisation between the titles "Duke of Gascony" and "Count of Gascony" in Bernard's day.
  3. Marca was motivated in part to explain an unusual inscription reported by Arnauld de Oihenart on the wall of the church of Sainte-Quitterie d'Aire. This inscription may never have existed, and in any case is now lost. It recorded the burial in the church of one "William, count, margrave and duke of the Gascons", brother of García, count of Agen. Marca supposed that this William was an uncle and regent of Bernard.[4]
  4. Ramundus, cognomento Paba, was one of the earliest owners of a motte castle in Gascony. The municipality of Lamothe in the Bazadais takes its name from this early motte. He was probably related to the numerous De La Mottes from the Bazadais in the 12th–14th centuries.
  5. In the charter of Auch, Raymond's great-grandson, Pierre de Vic, is restoring Vic-Fezensac to the diocese of Auch, from which the count of Fezensac had seized it.

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Jean Dunbabin, France in the Making, 843–1180 (Oxford University Press, 2000), p. 177.
  2. Michel Zimmerman, "Western Francia: The Southern Principalities", in Timothy Reuter (ed.), The New Cambridge Medieval History: Volume 3, c. 900 – c. 1024 (Cambridge University Press, 1999), pp. 420–55, at 439–40.
  3. 3,0 3,1 3,2 Charles Higounet, Bordeaux pendant le Haut Moyen Âge (Bordeaux: 1963), pp. 46–48, 52, 304–05. For photographs of Bernard's coin, see plates III–IV.
  4. Jaurgain, La Vasconie, vol. 1, pp. 405–09.
  5. Jean de Jaurgain, La Vasconie: Étude historique et critique sur les origines du royaume de Navarre, du duché de Gascogne, des comtés de Comminges, d'Aragon, de Foix, de Bigorre, d'Alava et de Biscaye, de la vicomté de Béarn et des grands fiefs du duché de Gascogne, 2 vols. (Pau: Garet, 1898–1902), vol. 1, pp. 200–01.
  6. Adolphe Dieudonné, Manuel de numismatique française, Volume 4 (Paris: 1936), pp. 215–16.
  7. Elina Screen, "The 'Ratto' Parcel: A Find of Eleventh-Century French Coins from Italy", The Numismatic Chronicle, 163 (2004), pp. 349–54.
  8. 8,0 8,1 8,2 Claire Taylor, "Royal Protection in Aquitaine and Gascony by c. 1000: The Public, the Private, and the Princely", in T. B. Lambert and D. W. Rollason (eds.), Peace and Protection in the Middle Ages (Durham: Centre for Medieval and Renaissance Studies, 2009), pp. 36–59, at 52–53.
  9. Agathe Corre, "Être princeps et agir en tant que tel en Gascogne au Xe siècle", in Jacqueline Hoareau-Dodinau, Guillaume Métairie and Pascal Texier (eds.), Le prince et la norme: ce que légiférer veut dire (Pulim, 2007), pp. 331–48, at 347: Bernardus Wasconiae dux necem tanti viri de interfectoribus ejus punivit, alios suspendio, alios flammis tradens, et omnem illam possessionem Regulatensem [cum ecclesia sancti Petri], quae ante in lite invadentium erat, sine lite dehinc monachis Francis sancti Benedicti paravit vindicandam.
  10. Claire Taylor, "Reform and the Basque Dukes of Gascony: A Context for the Origins of the Peace of God and the Murder of Abbo of Fleury", Early Medieval Europe, 15:1 (2007), pp. 35–52.
  11. Jaurgain, La Vasconie, vol. 1, pp. 169 and 399–401.
  12. Jaurgain, La Vasconie, vol. 2, p. 13: VIII kalendas januarii, obiit inclitus comes Vasconiae Bernardus, filius Willelmi Sancii comitis, in die dominico. Translation: "On the eighth kalends of January, died the renowned count of Gascony, Bernard, son of count William Sánchez, on a Sunday."
  13. Jaurgain, La Vasconie, vol. 2, p. 12, n. 7.
  14. Corpus Christianorum Continuatio Medievalis29, book III, chapter 38, p 160: At Bernardo, insidiis muliebribus, maleficis artibus corpore fatescente, vitae privato, Santius, frater eius, dux Wasconum extitit; Chronique, III, 39, p. 250. Bernard, privé de la vie par des intrigues féminines, la santé ruinée par de néfastes artifices, Sanche, son frère, devint duc de Gascogne. Translation: "Bernard, deprived of life by feminine intrigues, his health ruined by harmful arts; Sancho, his brother, came to be duke of Gascony."
  15. Richard Allen Landes, Relics, Apocalypse, and the Deceits of History: Ademar of Chabannes, 989–1034 (Harvard University Press, 1995), p. 190.
  16. Cyprien La Cave La Plagne-Barris, Cartulaires du chapitre de l'église métropolitaine Sainte-Marie d'Auch, 2 vols. (Paris: Champion, 1899), i, pp. 157–64, doc. CXXXIIII.