Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βένα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η βένα (ιταλικά Vena), λέξη-δάνειο από την Ιταλική γλώσσα, είναι λέξη σπάνια απαντώμενη στην ελληνική γλώσσα, που σημαίνει φλέβα ή φυσική γραμμή.[1] Δηλώνει, μεταφορικά, τις φλέβες[2], δηλ. τις φυσικές γραμμές (κύματα ή νερά) της πέτρας, του μαρμάρου, ή συχνότερα του ξύλου. Μπορεί όμως να έχει και τη σημασία της εγχάραξης πάνω σε ένα στερεό σώμα ή ακόμα και της φυσικὴς κλίσης.

Στην ξυλουργική και την επιπλοποιία, η βένα χρησιμοποιείται ευρέως. Βένες λέγονται, έτσι, οι έντονες ραβδώσεις που παρουσιάζουν τα ξύλα, ή τα λεγόμενα «νερά» του ξύλου.[3] Η προέλευση της λέξης, ιδίως για το ξύλο, είναι λατινοϊταλική, διότι Vena σημαίνει φλέβα. Συγκεκριμένα για το ξύλο, η έννοια είναι κυριολεκτική και όχι μεταφορική, άλλωστε οι ίνες του ξύλου (=βένες) αντιπροσωπεύουν τις φλέβες του δένδρου που μεταφέρουν τους χυμούς από τις ρίζες προς τον κορμό, τα κλαδιά και τα φύλλα.

Από τη λέξη αυτή πηγάζουν και οι τεχνικές έννοιες, «ισόβενο» και «φαρδύβενο», που έχουν άμεση σχέση με τις βένες του ξύλου. Ισόβενο είναι αυτό το ξύλο που φέρει ίσια και παράλληλα νεύρα (βένες). Το δεύτερο (φαρδύβενο) σημαίνει ότι οι βένες του ξύλου είναι φαρδιές.[4]

  1. https://lexikolefkadas.gr/vena-i
  2. https://it.wikipedia.org/wiki/Vena
  3. Σιμωνέτης, Γιάννης Θ. (2001). Γλωσσάρι της Μαστοράντζας. Αθήνα: Εκδόσεις Ξύλο-Έπιπλο. σελ. 58. 
  4. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Φεβρουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2021.