Επιπλοποιία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Έπιπλο αντίκα
Έπιπλο αντίκα

Η επιπλοποιία είναι η τέχνη και η τεχνική της κατασκευής επίπλων. Η ιστορία αυτών είναι τόσο παλιά όσο σχεδόν ο κόσμος - καθότι ανταποκρίνονται και καλύπτουν βασικές βιοτικές ανάγκες του ανθρώπου. Ωστόσο Επιπλοποιία, αν επιθυμούμε να μιλήσουμε και να εξετάσουμε το έπιπλο και πέραν της χρηστικής του πλευράς και της χρησιμότητάς του, δηλαδή να δούμε το διακοσμητικό του χαρακτήρα, η πραγματική ιστορική του αρχή εντοπίζεται χρονικά γύρω στην Αναγέννηση.

Επιπλοποιία Αναγέννησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την Αναγέννηση, τα έπιπλα άρχισαν (εκτός από τα επίσημα κτήρια και τις ιδιωτικές κατοικίες) να διαχωρίζονται ανάλογα με τους χώρους για τους οποίους προορίζονταν σε έπιπλα υπνοδωματίου - κρεβατοκάμαρες, παιδικά έπιπλα, έπιπλα τραπεζαρίας, έπιπλα γραφείου, σαλόνια, πορτ μαντώ κλπ.

Από τα τραπέζια της εποχής της Αναγέννησης, πιο χαρακτηριστικά ήταν οι στενόμακρες τράπεζες με βαριά υποστηρίγματα ανάμεσα στα οποία τοποθετείται ένα συρτάρι. Ήταν συχνά διακοσμημένες με ένθετα γεωμετρικά ποικίλματα από διάφορα ξύλα, ελεφαντόδοντο και κόκκαλο.

Το 16ο αιώνα έκαναν σταδιακά την εμφάνισή τους και τα πρώτα δείγματα γραφείων (σκρίνια). Επρόκειτο για συνδυασμό δύο επάλληλων στοιχείων, από τα οποία το πάνω έχει ένα φύλλο που ανοίγει προς τα κάτω και χρησιμεύει ως γραφείο, ενώ το κάτω λειτουργεί ως χώρος φύλαξης αντικειμένων.

Στα κρεβάτια εκείνη την εποχή, τα ερεισίνωτα (η πλάτη- ράχη δηλαδή του κρεβατιού) αντικαταστάθηκαν από τέσσερις γωνιαίες κολόνες, αρκετά ψηλές, για να στηρίζουν το πλούσιο και βαρύ επιστέγασμα.

Από τις καρέκλες εκείνης της εποχής, πιο γνωστή είναι η σαβοναρόλα και η νταντέσκα με δερμάτινη ράχη και κάθισμα αλλά και οι μεγάλες και βαριές πολυθρόνες με φλογόμορφο σχεδιασμό στο ερεισίνωτο.

17ος και 18ος αιώνας Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 17ου αιώνα αναπτύσσεται η μέθοδος της επένδυσης με φύλλα από πολύτιμα ξύλα και στη Φλάνδρα επικρατεί η ένθετη διακόσμηση με εξωτικά ξύλα.

Στο δεύτερο μισό του 17ου και κατά τον 18ο αιώνα, στην επιπλοποιία κυριαρχεί το γαλλικό έπιπλο.

Ο Λουδοβίκος ΙΔ επιβάλλει τις αρχές του κλασικισμού και στην τέχνη της κατασκευής του επίπλου, μετριάζοντας την τόλμη του μπαρόκ. Χαρακτηριστικά της εποχής είναι τα βαριά έπιπλα του Αντρέ-Σαρλ Μπουλ - κονσόλες, καναπέδες χωρίς ράχη, μπουφέδες κλπ.

Κατά την εποχή του Λουδοβίκου ΙΕ τα έπιπλα υιοθέτησαν ένα μείγμα τεχνοτροπίας μπαρόκ και ροκοκό. Είναι πλέον μικρότερα από της προηγούμενης εποχής, χαριτωμένα και εκλεπτυσμένα και έχουν ως σταθερά χαρακτηριστικά την καμπύλη γραμμή, τα κυρτά πόδια με βοστρυχωτά πέλματα και τη λεπτή πολυχρωμία των πολύτιμων ένθετων ξύλων σε διάφορες αποχρώσεις που εισάγονται στη χώρα από την εταιρεία των Ινδιών. Η ποικιλία των επίπλων εκείνης της εποχής είναι πολύ μεγάλη και η κατασκευή τους γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να μετατραπούν και να προσαρμοστούν εύκολα.

Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ επανέφερε το νεοκλασικισμό στις γραμμές των επίπλων, που έγιναν ως αποτέλεσμα πιο αυστηρά και «ευθεία». Τα έπιπλα της εποχής του διακοσμούνται με επικολλημένα μπρούτζινα κλασικά μοτίβα ή με λεπτοδουλεμένα ενθέματα. Τύπος χαρακτηριστικού επίπλου της εποχής του Λουδοβίκου ΙΣΤ είναι το μικρό γυναικείο γραφείο (το επονομαζόμενο Bonheur du jour), το γραφείο με κυλινδρικό κάλυμμα (bureau a cylindre), η σιφονιέρα και η σιφονιέρα με τα εφτά συρτάρια.

18ος αιώνας Αγγλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκείνη την εποχή στην Αγγλία παρουσιάζεται μια πρωτότυπη ανάπτυξη στο χώρο του επίπλου και δημιουργούνται δυο διαφορετικά στυλ από αυτά της υπόλοιπης Ευρώπης. Το ένα ονομάζεται «στυλ της βασίλισσας Άννας» και το άλλο Chippendale.

Το στυλ της βασίλισσας Άννας χαρακτηρίζεται από τη βαριά μπαρόκ γραμμή του ενώ το Chippendale είναι πιο πρωτότυπο και αρεστό στην αστική καλαισθησία. Η ονομασία του οφείλεται στον επιπλοποιό Tomas Chippendale, που προτιμούσε τα αναπαυτικά και απλά σχήματα, αν και η κλίση του για περίπλοκη διάτρητη διακόσμηση τον οδήγησε σε υπερβολές. Το στυλ αυτό συγκεντρώνει χαρακτηριστικά νεογοτθικά, νεοκλασικά και γαλλικού ροκοκό, δημιουργώντας φόρμες με σαφή επίδραση της ανατολίτικης τέχνης. Τα έπιπλα ακολουθούσαν τις γραμμές των γοτθικών αψίδων, ενώ οι βιτρίνες και τα κρεβάτια κατέληγαν σε σχήμα παγόδας.

19ος αιώνας Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πτώση του Ναπολέοντα επέστρεψαν στη Γαλλία ρυθμοί εμπνευσμένοι από παλιότερα πρότυπα. Κατά την περίοδο της παλινόρθωσης, το έπιπλο συνέχισε το ρυθμό του «Διευθυντηρίου και Αυτοκρατορίας». Πρόκειται για ένα ρυθμό που χαρακτηριστικό τύπου στο έπιπλο είχε την Ψυχή - ένα κινητό καθρέφτη ωοειδούς ή ορθογωνίου σχήματος, υποβασταζόμενου από δύο κιονίσκους με διάφορα ποικίλματα. Κατά την εποχή του Λουδοβίκου Φιλίππου υπήρξε στροφή σε γοτθικούς και ροκοκό ρυθμούς ενώ κατά τη Δεύτερη αυτοκρατορία επανήλθε το πομπηιανό πνεύμα στο έπιπλο.

20ς αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά το γεγονός ότι η περίοδος του εκλεκτικισμού διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, στις αρχές του 20ου παρουσιάστηκαν στην Ευρώπη νέες διάφορες τάσεις που αναζητούν καινούργιους εκφραστικούς τρόπους και μορφές. Έτσι, δημιουργείται ο νέος μεταβατικός ρυθμός, ευρύτερα γνωστός με πολλά ονόματα: Νέος ρυθμός, Λίμπερτυ κλπ. Ο νέος αυτός ρυθμός καθιερώθηκε στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900. Επρόκειτο για ένα ρυθμό με απλοποιημένες γραμμές και «κάθαρση» των σχημάτων. Στη διακόσμηση εκφράζεται με σχηματοποιημένα άνθη και μαλθακές, ήρεμες γραμμές με απλούς χρωματισμούς.

Μεταχειρισμένο έπιπλο
Μεταχειρισμένο έπιπλο

Σύγχρονη επιπλοποιία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον 21ο αιώνα, τάση στο έπιπλο είναι η εκβιομηχάνισή του. Πλέον, τα έπιπλα κατασκευάζονται σε βιοτεχνική ή και βιομηχανική κλίμακα, γεγονός που έχει εξοβελίσει τα χειροποίητα έπιπλα από την αγορά. Στόχος είναι όπως είναι φυσικό η μεγαλύτερη, ταχύτερη παραγωγή και η ελαχιστοποίηση του κόστους.

Σήμερα, το συνηθέστερο υλικό για την κατασκευή επίπλων είναι το ξύλο είτε σε συμπαγή μορφή, είτε σε πλάκες είτε καπλαμάς είτε αντικολλητό (το γνωστό με το όνομα κόντρα πλακέ δηλαδή). Ο καπλαμάς αποτελείται από ένα λεπτό φύλλο πολύτιμου ξύλου το οποίο επικολλάται σε ένα άλλο λιγότερο ακριβό είδος ξυλείας. Αντίστοιχα, το αντικολλητό ξύλο αποτελείται από τρία ή περισσότερα φύλλα, τα οποία κολλούν μεταξύ τους με ισχυρή πίεση και έχουν διασταυρωμένες ίνες. Το αποτέλεσμα του αντικολλητού ξύλου μπορεί στη συνέχεια να επενδυθεί με καπλαμά.

Μερικές εξειδικευμένες βιομηχανίες κατασκευάζουν έπιπλα μεταλλικά, συνήθως από σωλήνες, από διατομές, από χαλύβδινα ή σιδερένια ελάσματα κλπ. Αυτός ο τύπος κατασκευής είναι καταλληλότερος (χάρη στην ανθεκτικότητά του) για γραφεία, κουζίνες και έπιπλα υπαίθρου ή εξοχής.

Ως πρώτη ύλη από πλευράς ξύλου χρησιμοποιούνται η καρυδιά, το έλατο, η οξιά, ο πρίνος, η λεύκη, η μελιά, ο σφένδαμος, η φτελιά, η καστανιά κλπ. Παράλληλα, χρησιμοποιούνται και πιο τροπικά είδη ξυλίας όπως το μαόνι, ο έβενος κλπ.

Η κατασκευή ενός επίπλου ακολουθεί δυο φάσεις: πρώτα πρέπει να γίνει η σχεδίαση ανάλογα με τις ανάγκες του στυλ, των διαστάσεων και των λοιπών λεπτομερειών και στη συνέχεια η κατασκευή. Στο εκβιομηχανοποιημένο έπιπλο, τη δουλειά διεκπεραιώνουν στο μεγαλύτερο μέρος μηχανές, με τη βοήθεια κάποιων χειροκίνητων εργαλείων (σε ένα μικρό βαθμό όμως). Τα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία είναι πριονοκορδέλες, δισκοπρίονα, πλάνες, τόρνοι κλπ.