Βάλραμ, αρχιεπίσκοπος Κολωνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βάλραμ, αρχιεπίσκοπος Κολωνίας
Grabmal des Erzbischofs Walram von Jülich 1332-1349.JPG
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1304[1]
Θάνατος14  Αυγούστου 1349
Παρίσι
Τόπος ταφήςΚαθεδρικός Ναός της Κολωνίας
Χώρα πολιτογράφησηςΓερμανία
ΘρησκείαΚαθολική Εκκλησία[2]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητακαθολικός ιερέας
Οικογένεια
ΓονείςΓκέρχαρντ Ε΄ του Γύλιχ[3] και Elisabeth of Brabant[3]
ΑδέλφιαΓουλιέλμος Ε΄ του Γύλιχ
ΟικογένειαΟίκος του Γύλιχ
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμακαθολικός επίσκοπος
Aρχιεπίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας (από 1332)[4][5]
Θυρεός
Arms of the House of Jülich-Hengebach.svg

Ο Βάλραμ, γερμ.: Walram von Jülich (π. 1304 - 14 Αυγούστου 1349) από τον Οίκο του Γύλιχ ήταν αρχιεπίσκοπος της Κολωνίας από το 1332 έως το τέλος του το 1349.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν ο τέταρτος γιος του Γκέρχαρντ Ε΄ κόμη του Γύλιχ και της Eλισάβετ των Ρέγκιναρ, κόρης του Γοδεφρείδου κυρίου της Βραβάντης-Άαρσοτ. Από το 1316 έως το 1330 σπούδασε στο Ορλεάνη και το Παρίσι. Από το 1327 ήταν μέλος του Συλλόγου του καθεδρικού της Κολωνία, καθώς και κοσμήτορας του καθεδρικού στο Μάαστριχτ.

Το 1332 έμεινε κενή η αρχιεπισκοπή της Κολωνίας. Ο Σύλλογος του καθεδρικού ναού είχε ζητήσει το διορισμό του Γαλλόφιλου επισκόπου της Λιέγης, του Αδόλφου Β΄ των Λα Μαρκ. Ωστόσο ο αδελφός του Βάλραμ, ο Γουλιέλμος Ε΄ κόμης του Γύλιχ, ξόδεψε τεράστια χρηματικά ποσά για την εξασφάλιση της εκλογής του Βάλραμ ως αρχιεπισκόπου (ποσά τα οποία ο Βάλραμ μέχρι τη στιγμή του τέλους του δεν ήταν ακόμη σε θέση να εξοφλήσει πλήρως), η οποία εκλογή επιτεύχθηκε. Έτσι ο Βάλραμ έγινε αρχιεπίσκοπος της Κολωνίας στις 27 Ιανουαρίου 1331/32, με την υποστήριξη του πάπα Ιωάννη ΚΒ΄.

Τότε ο Βάλραμ ζούσε ακόμη στη Γαλλία. Ο διορισμός του βασίστηκε σαφώς στην υψηλή καταγωγή του, στον πλούτο και την πολιτική βούληση του αδελφού του, και όχι στη δική του ικανότητα. Στην αρχή της θητείας του οι εντάσεις, που είχαν αυξηθεί κατά την προηγούμενη δεκαετία μεταξύ του πριγκιπάτου-αρχιεπισκοπής της Κολωνίας και της επαρχίας του Γύλιχ, διαλύθηκαν και τέθηκε σε ισχύ μία επίσημη συμφωνία μεταξύ των δύο κρατών, όπου ο κυρίαρχος εταίρος ήταν ο Γουλιέλμος Ε΄ κόμης του Γύλιχ. Έτσι η ειρήνη εδραιώθηκε στον Κάτω Ρήνο στις αρχές της νέας διακυβέρνησης του αρχιεπισκόπου. Αυτό του επέτρεψε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του στη συνεχιζόμενη διαμάχη μεταξύ της αρχιεπισκοπής και της κομητείας του Λα Μαρκ στη Βεστφαλία και το 1345 να εξουδετερώσει την κομητεία προσωρινά ως πολιτική δύναμη. Ωστόσο οι ηγέτες της νότιας Βεστφαλίας είχαν πολλές διασυνδέσεις, ιδίως μέσω των οικογενειακών τους επιγαμιών, και σύντομα κατάφεραν να κλιμακώσουν τη σύγκρουση σε έναν τοπικό πόλεμο μεγάλης κλίμακας, στον οποίο τελικά το 1347 και το 1349 έγινε δυνατό να γίνει διαπραγμάτευση μίας ειρηνευτικής συνθήκης.

Αυτή η στρατιωτική δραστηριότητα άσκησε τόση πίεση στα οικονομικά της Κολωνίας, που ο Σύλλογος του καθεδρικού ναού άσκησε το δικαίωμα της συγκυβέρνησης και ο αρχιεπίσκοπος δεσμεύτηκε να ζητά τη συγκατάθεση εκείνου για όλες τις μελλοντικές αποφάσεις. Αυτή η περικοπή των εξουσιών του, μαζί με την πραγματοποίηση των προσωπικών του αδυναμιών, τον έπεισε να αποχωρήσει από την καθημερινή διακυβέρνηση το 1347, αφήνοντας την ευθύνη των οικονομικών -και αργότερα και άλλων διοικητικών καθηκόντων- στον ιππότη Ράινχαρντ του Σέναου.

Στον Βάλραμ όμως δεν έλειπαν εντελώς ικανότητες. Στα πρώτα χρόνια της εξουσίας του έκανε ένα σύμφωνο φιλίας μεταξύ της αρχιεπισκοπής και της πόλης της Κολωνίας. Το 1334, πριν από την έναρξη των δυσχεριών του, ίδρυσε το κτήριο του Συλλόγου της Κολωνίας, καθιερώνοντας επιτέλους μία Καρθουσιανή παρουσία στη γενέτειρα του ιδρυτή του Τάγματος, Αγ. Μπρούνο της Κολωνίας. Κατά τη δεκαετία του 1340 μπόρεσε να λάβει ως αντάλλαγμα, για την ψήφο του στην εκλογή του Κάρολου Δ΄, σημαντικές παραχωρήσεις και χρήματα, τα οποία χρησιμοποιούσε για να επεκτείνει το έδαφος της αρχιεπισκοπής. Το 1344 ξανάκτισε εξ ολοκλήρου με βελτιωμένα αμυντικά έργα την πόλη του Μέντεν, η οποία είχε καταστραφεί από τον Αδόλφο Β΄ κόμη του Λα Μαρκ, αφού της είχε παραχωρήσει δημοτικά δικαιώματα νωρίτερα στην περίοδο εξουσίας του. Ως αποτέλεσμα της ατυχούς θέσης της στα σύνορα με την κομητεία του Λα Μαρκ, το Mέντεν υπέστη ασυνήθιστες ζημίες στις επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις μεταξύ της Κολωνίας και των κομήτων του Λα Μαρκ και είχε καταστραφεί πολλές φορές τον προηγούμενο αιώνα και από τις δύο πλευρές.

Το 1349 ξεκίνησε ένα ταξίδι στη Γαλλία με μία μικρή ομάδα, φαινομενικά με σκοπό να γλυτώσει τον Σύλλογο από τα μεγάλα έξοδα συντήρησης μίας Αυλής. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού απεβίωσε στις 14 Αυγούστου 1349 στο Παρίσι. Το σώμα του μεταφέρθηκε στην Κολωνία και τάφηκε στον χώρο της χορωδίας του καθεδρικού ναού.

Υστεροφημία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τον τάφο του στον καθεδρικό ναό της Κολωνίας, το όνομά του τιμάται από έναν δρόμο και ένα σχολείο: το Walram-Gymnasium και το Walramstraße, στο Mέντεν.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Janssen, Wilhelm, 1970: «Walram von Jülich (1304-1349) σε: Rheinische Lebensbilder , τόμος. 4, Ντίσελντορφ / Κολωνία 1970 (2η έκδοση Κολωνία 1980), σελ. 37–56

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές σε πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]