Αταλάρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Αταλάρ το 2019

Το Αταλάρ (τουρκικά: Atalar) είναι χωριό της περιοχής Γκιουμούσχανε της Τουρκίας. Είναι έδρα κοινότητας η οποία περιλαμβάνει και τα χωριά Χατς, Αε-Φωκά και Πας-Μούζενα.

Τοπογραφία - Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι το μεγαλύτερο χωριό της περιοχής της Μούζενας, χτισμένη σε υψόμετρο 1600-1700 μέτρων, κατά μήκος του ποταμού που φέρει το όνομά της και ενώνεται με τον ποταμό Γιαγλί-Ντερέ στα νότια.

Είναι περιστοιχισμένη από ψηλά βουνά που δημιουργούν χαράδρες και απότομες πλαγιές. (Ακριβής τοποθεσία στον χάρτη: 40°35′31″N 39°26′40″E / 40.591902°N 39.444548°E / 40.591902; 39.444548).

Απέχει από την Άρδασσα 25 Km, από την Αργυρούπολη 27 Km και από την Τραπεζούντα 100 Km.

Η Τσιμερά, όπως ονομαζόταν από τους Έλληνες, χτίστηκε από Τραπεζούντιους, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Τραπεζούντα ύστερα από την κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1461[1]. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Χαλδίας, ενώ διοικητικά στο Νομό Τραπεζούντας, διοίκηση Αργυρουπόλεως (Gümüşhane), υποδιοίκηση Άρδασσας (Torul)[2].

Είχε αμιγή ελληνικό πληθυσμό και αποτελούνταν από 9 μαχαλάδες (Σαββάντων, Γιωσηφάντων, Γαπάντων, Φραγκάντων, Θεοδωράντων, Σατικάντων, Ρακάν, Θεπεφτάτων και Κεϊβανάντων)[3].

Είχε τρεις εκκλησίες-ενορίες:

  • των Γενεθλίων της Θεοτόκου (Τη Παναϊας). Ήταν η μεγαλύτερη εκκλησία, χτισμένη ανάμεσα στο ποτάμι και τη "Μανίτσορας το ρέμα", στα όρια μεταξύ του μαχαλά τοι Θεοδωράντων και στο Ρακάν. Χτίστηκε μεταξύ του 1673 και του 1720, με σουλτανικό φιρμάνι[4]. (Το ίδιο φιρμάνι, πλαστογραφημένο, χρησιμοποίησαν οι κάτοικοι του διπλανού χωριού Ίμερα, για την ανέγερση του ναού της Θεοτόκου στην Ίμερα) [5]. Μετά την ανταλλαγή μετατράπηκε σε τζαμί μέχρι το 2005, οπότε κατεδαφίστηκε και στην ίδια θέση χτίστηκε νέο τζαμί.
Τσιμερά Κειβανάντων - Άγιος Ακίνδυνος
  • του Αγίου Γρηγορίου, στο μαχαλά των Σαββάντων.
  • του Αγίου Ακίνδυνου (Αε-Κίντυνον), στο μαχαλά των Κεϊβανάντων.

Οικονομία - Ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η κτηνοτροφία. Θρυλικός κτηνοτρόφος υπήρξε ο Θεριάντς.

Τα παρχάρια της Τσιμεράς ήταν το Στρογγυλέν, το Τουκανέν και Τ' Άλας το παρχάρ.

Επίσης υπήρχε γεωργία μικρής όμως έκτασης, λόγω των μικρών εκτάσεων καλλιεργήσιμης γης (κυρίως μπαξέδες).

Κύριο επάγγελμα των αντρών υπήρξε η αρτοποιεία και η μεταλλουργία.

Υπήρχαν Τσιμερίτκα αρτοποιεία και αργαστέρια σε όλη την ευρύτερη περιοχή του νομού Τραπεζούντας[6]. Οι άντρες δούλευαν εκεί, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έμεναν στο χωριό.

Η Τσιμερά είχε εξατάξιο δημοτικό σχολείο, το οποίο βρισκόταν δίπλα στην εκκλησία[7].

Οι Τσιμερίτ αγαπούσαν πολύ την μουσική, το τραγούδι και το χορό.

Υπάρχουν χαρακτηριστικές μελωδίες σε ρυθμό «ομάλ» και πολλά δίστιχα προερχόμενα από την Τσιμερά.

"Νασάν εμάς τοι Τσιμερίτς π' έχομεν Παναϊαν

ατέ 'χάρτσεν κι εδέκε μας τ' έμορφον τη λαλίαν".

Διασπορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την ανταλλαγή πληθυσμών, η Τσιμερά είχε περίπου 800 κατοίκους, όλους Έλληνες.

Οι περισσότεροι πρόσφυγες από την Τσιμερά εγκαταστάθηκαν στις Πέντε Βρύσες και το Πολυδένδρι Λαγκαδά, στους Κομνηνάδες Καστοριάς, στον Κεχρόκαμπο, το Στεγνό και το Λευκάδι Καβάλας και αλλού[8].

Πόντιοι πρόσφυγες από την Τσιμερά μαζί με συμπατριώτες τους από άλλα χωριά του Πόντου, όπως το Χατς, τον Άγιο Φωκά, τη Μούζενα, τα Λωρία, τα χωριά της Ματσούκας , το Σίτσε κλπ. ήταν οι οικιστές του Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στάθης Ταξίδης:Από την Τσιμερά του Πόντου στην Ελλάδα-Η ιστορία της Τσιμεράς και η διασπορά των κατοίκων της στον ελλαδικό χώρο. Εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη. ISBN 9789603439097
  • Σάββας Ιωαννίδης: Ιστορία και Στατιστική Τραπεζούντος και της περί ταύτην χώρας ως και τα περί της ενταύθα Ελληνικής γλώσσης. Τυπογραφείον Ι.Α. Βρετού Κωνσταντινούπολη 1870.
  • Αγαθάγγελου Φωστηρόπουλου: Η Ίμερα του Πόντου.
  • Γ.Θ.Κανδηλάπτη: Γεωγραφικόν και Ιστορικόν Λεξικόν των χωρίων, κωμοπόλεων και πόλεων της Χαλδίας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιωαννίδης, Σάββας (1870). Ιστορία και Στατιστική Τραπεζούντος και της περί ταύτην χώρας ως και τα περί της ενταύθα Ελληνικής γλώσσης. Κωνσταντινούπολη: Τυπογραφείο Ι.Α. Βρετού. σελ. 124. Οι δε μετά της Άννης (Κομνηνής) έφυγον εντός της Μουζένης μεταξύ των δυσπροσπελάστων φαράγγων και βράχων κρημνωδών, όπου έκτισαν εκεί τας κατοικίας των. ….. Κρατύνει και την παράδοσιν των κατοίκων, πολλούς των περί αυτούς αναγόντων εις την γενεάν των Μεγάλων Κομνηνών δια διπλωμάτων αρχαίων οικογενειακών. Και το περίεργον ότι άπαντες οι την μεσόγειον οικούντες, αποδίδουσιν εις τους Μουζενίτας ευγενή καταγωγήν εκτός των ιδιαιτέρων αυτών επί τούτο διϊσχυρισμών. 
  2. Ταξίδης, Ευστάθιος (2007). Από την Τσιμερά του Πόντου στην Ελλάδα. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη. σελ. 35. 
  3. Ταξίδης, Ευστάθιος (2007). Από την Τσιμερά του Πόντου στην Ελλάδα. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη. σελ. 90. ISBN 9789603439097. 
  4. Ταξίδης, Ευστάθιος (2007). Από την Τσιμερά του Πόντου στην Ελλάδα. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη. σελ. 145. ISBN 9789603439097. 
  5. Φωστηρόπουλος, Αγαθάγγελος (1939). Η Ίμερα του Πόντου. Θεσσαλονίκη: -. σελ. 28. 
  6. Κανδηλάπτης, Γεώργιος (2004). Γεωγραφικόν και Ιστορικόν λεξικόν των χωρίων, κωμωπόλεων και πόλεων της Χαλδίας. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη. σελ. 55. 
  7. Ταξίδης, Ευστάθιος (2007). Από την Τσιμερά του Πόντου στην Ελλάδα. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη. σελ. 158. ISBN 9789603439097. 
  8. Ταξίδης, Ευστάθιος (2007). Από την Τσιμερά του Πόντου Στην ελλάδα. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη. σελ. 257-289.