Ιερά Μητρόπολις Χαλδίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ιερά Μητρόπολη Χαλδίας, Χερροιάνων και Κερασούντος ήταν μέχρι το 1923 μια από τις σπουδαιότερες και πλουσιότερες επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην περιοχή του Πόντου.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μητρόπολη Χαλδίας δεν ήταν παλιά επισκοπή από τα βυζαντινά χρόνια, που επιβίωσε στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου, αλλά νέα που η ίδρυσή της οφειλόταν σε ειδικές ιστορικές συνθήκες μετά την οθωμανική κατάκτηση του Πόντου[1]. Τον 17ο αιώνα η Επισκοπή Κάνιν της μητρόπολης Τραπεζούντας μετονομάστηκε σε Χαλδίας, από το παλιό βυζαντινό όνομα της ευρύτερης περιοχής της Τραπεζούντας. Μεταξύ των ετών 1647-1654, όταν επίσκοπός της ήταν ο Σίλβεστρος Α΄, η Επισκοπή Χαλδίας αυτονομήθηκε από τη Μητρόπολη Τραπεζούντας και ανυψώθηκε σε Αρχιεπισκοπή. Τέλος, το 1767 η Αρχιεπισκοπή Χαλδίας προάγεται σε Μητρόπολη με έδρα την Αργυρούπολη[2]. Στα γεωγραφικά της όρια περιλάμβανε σχεδόν όλους τους χριστιανικούς οικισμούς της επαρχίας Γκιουμούσχανε.

Ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο 18ος αιώνας υπήρξε εποχή μεγάλης ανάπτυξης για την μητρόπολη Χαλδίας. Τα εισοδήματα από τις μεταλλευτικές δραστηριότητες ανέδειξαν το κύρος και την επιρροή των τοπικών αρχιερέων. Ο μητροπολίτης Χαλδίας θεωρούνταν "Αρχιερέας των Μεταλλουργών" και είχε στην πνευματική του δικαιοδοσία όλες τις μεταλλουργικές κοινότητες που ιδρύθηκαν στον Πόντο και τη Μικρά Ασία ως αποικίες της Χαλδίας[3]. Έτσι, τμήματα άλλων επαρχιών ανήκαν εκκλησιαστικά στη μητρόπολη Χαλδίας, διότι σ' αυτά υπήρχαν αποικίες Χάλδιων μεταλλουργών[4]. Τέτοιες κοινότητες δημιουργήθηκαν αρχικά στις περιοχές της Τρίπολης (Ερσεήλ και Εσελί μαντέν), Κερασούντας, Κοτυώρων, Φάτσας και στη συνέχεια της Σεβάστειας, του Ερζερούμ (Χαλβά μαντέν), της Άγκυρας (Ακ-Νταγ), της Καππαδοκίας , της Μεσοποταμίας. Μέχρι τη Γεωργία και την Αρμενία υπήρξαν τέτοιοι οικισμοί[5]. Η εξέλιξη αυτή κατοχυρώθηκε και στον τίτλο του μητροπολίτη ως “υπέρτιμου και έξαρχου παντός Ελενοπόντου”[6]. Στη δικαιοδοσία του μητροπολίτη υπάγονταν 197.450 χριστιανοί, 450 κληρικοί, 324 ναοί και 392 παρεκκλήσια[7]. Το τριώροφο κτήριο της Μητρόπολης στην Αργυρούπολη χτίστηκε επί αρχιερατείας Γερβάσιου Σουμελίδη και ολοκληρώθηκε το 1886[8].

Το 1913 στη μητρόπολη Χαλδίας συμπεριλήφθηκε και η Κερασούντα, την οποία ο μητροπολίτης Λαυρέντιος έκανε έδρα του και την πρόσθεσε στον τίτλο του[9].

Μοναστήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρκετές ανδρικές και γυναικείες μονές περιλαμβάνονταν στα όρια της μητρόπολης. Μεταξύ αυτών είναι η μονή Παναγίας Γουμερά στην Τσίτη, η μονή Αγίου Γεωργίου Χουτουρά στην Αργυρούπολη, του Τιμίου Προδρόμου στην Ίμερα, του Αγίου Γεωργίου Ζαντού στη Μούζενα, του Αγίου Γεωργίου στη Χάρσερα και πολλές άλλες[10].

Το κρυπτοχριστιανικό ζήτημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησιαστική επαρχία Χαλδίας, περιλάμβανε ένα μεγάλο μέρος του κρυπτοχριστιανικού πληθυσμού του Πόντου, καθώς ανήκαν στη δικαιοδοσία της τόσο η Κρώμνη όσο και το Σταυρίν. Κάτοικοι αυτών των περιοχών, προκειμένου να αποφύγουν τις διώξεις και τη βία που ακολούθησαν την οθωμανική κατάκτηση, επέλεξαν να εξισλαμισθούν κρατώντας όμως κρυφά την χριστιανική τους πίστη και λατρεία. Οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου ονομάζονταν και κλωστοί, γυριστοί, δίπιστοι, κρωμνιώτες, σταυριώτες. Επηρεασμένοι από τις φιλελεύθερες διακηρύξεις του Χατ-ι χουμαγιούν περί θρησκευτικής ελευθερίας μερικοί Κρυπτοχριστιανοί φανέρωσαν για πρώτη φορά το 1857 τη χριστιανική τους πίστη. Είκοσι με τριάντα χιλιάδες κατάφεραν τότε να αναγνωριστούν ως χριστιανοί[11]. Μεγάλη υπήρξε η συμβολή του μητροπολίτη Γερβάσιου και στο θέμα της φανέρωσης, κυρίως των Σταυριωτών, αλλά και στη γενικότερη πολιτική της Εκκλησίας απέναντί τους[12].

Προσφορά στην Παιδεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα όρια της μητρόπολης και σε 286 οικισμούς υπήρχαν 265 σχολεία με 322 εκπαιδευτικούς και 24.800 μαθητές και μαθήτριες[7]. Το 1875 η ανέγερση νέου κτιρίου για το Φροντιστήριο της Αργυρούπολης, που λειτουργούσε με φροντίδες της μητρόπολης από το 1723, έγινε χάρη στην αρωγή του μητροπολίτη Γερβάσιου Σουμελίδη[13]. To 1908, ο μητροπολίτης Λαυρέντιος ίδρυσε ένα ιεροδιδασκαλείο και επέλεξε για τη λειτουργία του την μονή Πρασάρεως, λόγω της θέσης της μονής στο κέντρο των επαρχιών Χαλδίας, Τραπεζούντας, Κολωνίας, Ροδοπόλεως, Νεοκαισαρείας και Αμασείας. Πρώτος διευθυντής του Ιεροδιδασκαλείου Πρασάρεως ορίστηκε ο Γερβάσιος Σουμελίδης, μετέπειτα επίσκοπος Σεβαστείας και αργότερα Γρεβενών[14].

Επισκοπικός κατάλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όνομα Έτη Σχόλια
Μακάριος αναφέρεται το 1520
Δανιήλ αναφέρεται το 1560
Θεόληπτος αναφέρεται το 1610 και το 1624
Σίλβεστρος Α΄ αναφέρεται το 1624-1653
Ευθύμιος 1653 - μετά το 1660
Γερμανός αναφέρεται το 1667
Γρηγόριος Α΄ πριν το 1680 - 1683
Γρηγόριος Β΄ 1684 - 1694
Φιλόθεος 1694 - 1717
Ιγνάτιος Α΄ 1717 - 1734
Ιγνάτιος Β΄ 1734 - 1749
Παΐσιος 1749 - μετά το 1755
Διονύσιος Κουζάνος 1757 - 1783
Θεοφάνης Ζωγραφάντης 1783 - 1789
Σωφρόνιος Λαζαρίδης Νοέμβριος 1790 – 13 Νοεμβρίου 1818 †
Σίλβεστρος Β΄ Λαζαρίδης Ιανουάριος 1919 – 6 Αυγούστου 1830 †
Θεόφιλος Παπαγεωργίου Σεπτέμβριος 1830 – 17 Φεβρουαρίου 1864 †
Γερβάσιος Σουμελίδης 14 Ιουλίου 1864 – 1 Μαΐου 1905 παραιτήθηκε, απεβίωσε 8 Μαΐου 1906
Λαυρέντιος Παπαδόπουλος 1 Μαΐου 1905 - 25 Οκτωβρίου 1922 κατόπιν Δράμας[15]
Βασίλειος Κομβόπουλος 25 Οκτωβρίου 1922 - 10 Μαΐου 1924 από Μυτιλήνης, επαύθη και επανήλθε
Βασίλειος Κομβόπουλος 19 Ιουνίου 1930 - 2 Οκτωβρίου 1930 β΄ θητεία, κατόπιν Δράμας
Κύριλλος Αξιώτης 10 Οκτωβρίου 1943 – 1 Μαΐου 1991 †
Σπυρίδων Παπαγεωργίου 19 Αυγούστου 1999 - 4 Σεπτεμβρίου 2000 από Αμερικής[16]

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την έξοδο, το 1923, όλων των χριστιανών από την Μικρά Ασία, οι χριστιανικές μητροπόλεις παραμένουν εν ενεργεία αν και δεν διαθέτουν χριστιανικό πληθυσμό και οι τίτλοι τους αποδίδονται τιμητικά σε μη επαρχιούχους επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως στην περίπτωση του αρχιεπισκόπου πρώην Αμερικής Σπυρίδωνος[17]. Στα δίπτυχα του Οικουμενικού Πατριαρχείου η μητρόπολη Χαλδίας βρίσκεται σήμερα στην 61η σειρά[18]. Μεγάλο μέρος των εκκλησιαστικών κειμηλίων της Μητροπόλεως Χαλδίας και ενοριών της διασώζονται στο Μουσείο Μπενάκη.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τερεζάκης, Γεώργιος (2006). «Χαλδίας Μητρόπολις». Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού. 
  2. Μάρκου, Μάρκος (28 Φεβρουαρίου 2018). «ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΧΑΛΔΙΑΣ, ΧΕΡΟΙΑΝΩΝ ΚΑΙ ΚΕΡΑΣΟΥΝΤΟΣ». 
  3. Κουτσουπιάς, Φώτιος (2000). Η Εκκλησιαστική και Εκπαιδευτική κίνηση στην εκκλησιαστική επαρχία Χαλδίας του Πόντου (19°Σ-20ος αιώνας). Θεσσαλονίκη. σελ. 34-36. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Ιουλίου 2018. Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2018. 
  4. Τριανταφυλλίδης, Περικλής (1993). Η εν Πόντω Ελληνική φυλή. Θεσσαλονίκη. σελ. 95. [νεκρός σύνδεσμος]
  5. Χατζηκυριακίδης, Κυριάκος. «Η διείσδυση των ευρωπαϊκών εταιρειών στα μεταλλεία της Μικράς Ασίας (1861-1923)» (PDF). σελίδες 26–28. 
  6. Κουτσουπιάς, Φώτιος (2000). Η Εκκλησιαστική και Εκπαιδευτική κίνηση στην εκκλησιαστική επαρχία Χαλδίας του Πόντου (19°Σ-20ος αιώνας). Θεσσαλονίκη. σελ. 85. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Ιουλίου 2018. Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2018. 
  7. 7,0 7,1 Τοπαλίδης, Πανάρετος. «Ο Πόντος ανά τους αιώνας». σελ. 156. [νεκρός σύνδεσμος]
  8. 8,0 8,1 Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ. «Αργυρούπολη». ο Ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας. [νεκρός σύνδεσμος]
  9. Κουτσουπιάς, Φώτιος (2000). Η Εκκλησιαστική και Εκπαιδευτική κίνηση στην εκκλησιαστική επαρχία Χαλδίας του Πόντου (19°Σ-20ος αιώνας). Θεσσαλονίκη. σελ. 23,89. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Ιουλίου 2018. Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2018. 
  10. Παιδεία, Μαλλιάρης (2007). Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού Ελληνισμού τ. 6ος. Θεσσαλονίκη. σελ. 387-399. 
  11. Χρυσουλίδου, Κυριακή (2008). «Οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου» (PDF). σελίδες 37–39. 
  12. Χρυσουλίδου, Κυριακή (2008). «Οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου» (PDF). σελ. 66. 
  13. Ελευθεριάδης, Ιωάννης (1903). Ιστορικόν Σχεδίασμα περί της επαρχίας Χαλδίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ημάς (κ΄) μετά παραρτήματος εν τέλει. Αθήνα. σελ. 80. 
  14. Κουτσουπιάς, Φώτιος (2000). Η Εκκλησιαστική και Εκπαιδευτική κίνηση στην εκκλησιαστική επαρχία Χαλδίας του Πόντου (19°Σ-20ος αιώνας). Θεσσαλονίκη. σελ. 188. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Ιουλίου 2018. Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2018. 
  15. Ελευθεριάδης, Ιωάννης (1903). Ιστορικόν Σχεδίασμα περί της επαρχίας Χαλδίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ημάς (κ΄) μετά παραρτήματος εν τέλει. Αθήνα. σελ. 76-80. 
  16. Kiminas, Demetrius (31 Μαρτίου 2009). The Ecumenical Patriarchate: A History of Its Metropolitanates with Annotated Hierarch Catalogs. Wildside Press LLC. σελ. 106. ISBN 978-1434458766. Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2014. 
  17. Μάρκου, Μάρκος (2018). «Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης πρώην Χαλδίας, Χεροιάνων και Κερασούντος κύριος Σπυρίδων». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Νοεμβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 9 Αυγούστου 2020. 
  18. Καλεντερίδης, Σάββας (2006). Ανατολικός Πόντος. Αθήνα: Ινφογνώμων. σελ. 295. ISBN 960-8362-28-8. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φώτης Κουτσουπιάς, Η Εκκλησιαστική και Εκπαιδευτική κίνηση στην εκκλησιαστική επαρχία Χαλδίας του Πόντου (19ος-20ος αιώνας), Διδακτ. Διατριβή ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2000
  • Πανάρετος Τοπαλίδης. Ο Πόντος ανά τους αιώνας, Δράμα 1929
  • Ιωάννης Ελευθεριάδης, Ιστορικόν Σχεδίασμα περί της επαρχίας Χαλδίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ημάς (κ΄) μετά παραρτήματος εν τέλει, εκ των τυπογραφικών καταστημάτων Αναστασίου Δ. Φέξη, εν Αθήναις 1903.
  • Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, εκδόσεις Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1988, τ. 6ος
  • Σάββας Καλεντερίδης, Ανατολικός Πόντος, Ινφογνώμων, Αθήνα 2006
  • Περικλής Τριανταφυλλίδης, Η εν Πόντω Ελληνική φυλή ήτοι τα Ποντικά, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1993. (Α΄έκδοση Αθήνα 1866
  • Κυριακή Χρυσουλίδου, Οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου, ΑΠΘ Μεταπτυχιακή εργασία., Θεσσαλονίκη 2008
  • Σεβαστείας Γερβάσιος (Σουμελίδης), Οι Σταυριώται, Κων/πολις,1919
  • Φώτης Κουτσουπιάς, Μητροπολίτης Χαλδίας του Πόντου Γερβάσιος Σουμελίδης (1864-1905) : ο Αγιος της παιδείας. Βέροια, 2002