Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας
Γέννηση 1741
Κέρκυρα
Θάνατος 1819
Κέρκυρα
Υπηκοότητα Ελλάδα
Ιδιότητα διπλωμάτης
Τέκνα Βιάρος Καποδίστριας, Ιωάννης Καποδίστριας, Αυγουστίνος Καποδίστριας και Γεώργιος Καποδίστριας

Ο κόμης Αντόνιο Μαρία Κάπο ντ' Ίστρια (Antonio Maria di Capo d' Istria, 1741 - 1819) ήταν Έλληνας πολιτικός της Κέρκυρας, μέλος του Μεγάλου Συμβουλίου, κόμης του Ακρωτηρίου της Ιστρίας, έφορος και πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη και την Ρωσία.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και καταγόταν από την αρχοντική Κερκυραϊκή οικογένεια Καποδίστρια. Μαθήτευσε κοντά στον Νικηφόρο Θεοτόκη και στη συνέχεια σπούδασε νομικά στην Πάντοβα..[1] Επέστρεψε στην Κέρκυρα και αναμείχθηκε με την πολιτική.

Το 1760 έγινε μέλος του Μεγάλου Συμβουλίου του νησιού και αργότερα διορίστηκε έφορος και πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη και την Ρωσία..[1] Το 1799 συμπεριλήφθηκε στην δωδεκαμελή διπλωματική επιτροπή που στάλθηκε στην Αγία Πετρούπολη και στην Υψηλή Πύλη με σκοπό να πετύχουν την έγκριση συντάγματος.[1] Το 1800 μαζί με τον Σιγούρο συνέταξε το νέο σύνταγμα, με την εφαρμογή του οποίου επιφορτίστηκε, όντας παράλληλα αυτοκρατορικός επίτροπος. Είχε τιμηθεί από την Ρωσία με τον τίτλο του Ιππότη της Ιερουσαλήμ και διατηρούσε τον τίτλο του κόμη.[1] Το 1801 τον αντικατέστησε ο γιος του, Ιωάννης.

Απεβίωσε το 1819 στην Κέρκυρα. Ήταν παντρεμένος με την Διαμαντίνα Γονέμη, κόρη αριστοκρατικής οικογένειας, και είχε τέσσερα παιδιά, τον Βιάρο, τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον Αυγουστίνο και τον Γεώργιο Καποδίστρια . Ο μοναδικός που παντρεύτηκε ήταν ο Γεώργιος του οποίου απόγονοι ήταν η Μαρία Καποδίστρια, δισέγγονή του, η οποία δώρισε και την έπαυλη της οικογενείας στη θέση Κουκουρίτσα στην Αναγνωστική Εταιρία Κερκύρας, στη Φιλαρμονική Εταιρία Κερκύρας και στην Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, και η ηθοποιός Ναταλία Καποδίστρια.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Ε΄ Ιστορικά, Το νησί των Φαιάκων, Αθήνα, τεύχος 137, σελ. 23