Αντώνης Χριστοφορίδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αντώνης Χριστοφορίδης
Anton Christoforidis Light Heavyweight Champion.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 26  Μαΐου 1917
Μερσίνη
Θάνατος 31  Οκτωβρίου 1985
Αθήνα
Υπηκοότητα Ελλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Νέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πυγμάχος

Ο Αντώνης Χριστοφορίδης (Μερσίνη, 26 Μαΐου 1917 - Αθήνα, 31 Οκτωβρίου 1985) ήταν Έλληνας πυγμάχος, πρωταθλητής Ευρώπης μέσων βαρών και παγκόσμιος πρωταθλητής ημιβαρέων.

Βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ξεκίνημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αντώνης Χριστοφορίδης εν ώρα προπόνησης

Γεννήθηκε στην πόλη Μερσίνα της Μικρασίας στις 26 Μαΐου 1917 αλλά έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στη Σμύρνη. Το 1922 βρέθηκε πρόσφυγας στην Αθήνα με τη μητέρα και τις δύο αδελφές του. Άλλα επτά μέλη της οικογένειάς του χάθηκαν κατά την μικρασιατική καταστροφή. Από μικρή ηλικία έμεινε ορφανός, αφού ο πατέρας του σκοτώθηκε στη Μικρά Ασία σε μάχη ενώ η μητέρα του πέθανε στην Ελλάδα πριν από το 1930. Έτσι αναγκάστηκε να εργαστεί ως υπάλληλος στο ξενοδοχείο "Μυστράς" για να επιβιώσει ο ίδιος και οι αδελφές του, ενώ ταυτόχρονα φοιτούσε στη νυχτερινή σχολή για εργαζόμενους του Φιλ. Συλλόγου "Παρνασσός". Στη σχολή νίκησε κατά κράτος έναν νταή συμμαθητή του που είχε παρακολουθήσει μαθήματα πυγμαχίας και τον προκαλούσε. Τότε διαπίστωσε πως είχε τρομερά προσόντα. Με προτροπή των συμμαθητών του γράφτηκε σε μια σχολή πυγμαχίας που υπήρχε σε υπόγειο της οδού Ασκληπιού στην Αθήνα, περισσότερο για να αντιμετωπίζει τους προκλητικούς παληκαράδες παρά με σκοπό να γίνει επαγγελματίας πυγμάχος. Όμως, μέσα σε ένα εξάμηνο ο 16χρονος Χριστοφορίδης αναδείχθηκε σε πρωτοπυγμάχο της σχολής και άρχισε να κερδίζει τα πρώτα του χρήματα ως επαγγελματίας μποξέρ στα ματς που διοργανώνονταν σε διάφορα αθηναϊκά θέατρα. Παρέμεινε αήττητος και μόνο τον Αθηναίο έμπειρο πρωταθλητή Κατσιδήμα δεν κατάφερε να νικήσει αναδειχθείς ισόπαλος μαζί του.

Η διεθνής καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλοι αναγνώριζαν πως τα αθηναϊκά ριγκ ήταν πολύ "λίγα" για το νέο ταλέντο. Έτσι μάζεψε χρήματα και το Νοέμβριο του 1934, στα 17 του, αποφασίζει να μεταβεί στο Παρίσι για καλύτερη τύχη, έχοντας ακουστά για τον Έλληνα πυγμάχο Εξαρχόπουλο που είχε κάνει εκεί μια καλή καριέρα. Φτάνοντας εκεί ασχολήθηκε με την πυγμαχία με προπονητή τον Πιερ Γκαντόν και γνώρισε σύντομα μεγάλη πρόοδο. Μέσα σε ένα χρόνο όλοι στη γαλλική πρωτεύουσα μιλούσαν για τον "Christo", όπως τον αποκαλούσαν. Άρχισε να δίνει αγώνες με όλο και πιο διάσημους αντιπάλους αρχικά εντός Γαλλίας και αργότερα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. To 1934 είχε οκτώ νίκες και μία ισοπαλία. Το 1935 είχε 10 νίκες και μία ήττα από αθλητή τον οποίο νίκησε σε αγώνα ρεβάνς. Το 1936 ξεκίνησε με δύο ήττες στα σημεία αλλά συνέχισε νικηφόρα δείχνοντας πως πλησίαζε η ώρα να διεκδικήσει το ευρωπαϊκό στέμμα. Ιστορικός υπήρξε ο αγώνας του στις 21 Νοεμβρίου 1937, όταν νίκησε τον Γερμανό Γκούσταβ Έντερ. Ο αγώνας έγινε στο Βερολίνο μπροστά στο Χίτλερ, ο οποίος αναγκάστηκε να φύγει πριν τελειώσει ο αγώνας.

Είναι πλέον διάσημος και φυσικά μεγάλη είναι η φήμη του στην Ελλάδα, από όπου τον καλούν για αγώνες. Ο μάνατζερ του δεν τον αφήνει αλλά ο καλόκαρδος Έλληνας μποξέρ, που πάντα αγωνιζόταν με κυανόλευκη φανέλα και σορτσάκι, τον παρακούει και έρχεται για δυο αγώνες που έγιναν στο κατάμεστο θέατρο "Παλλάς". Νικά με νοκ-άουτ στο πρώτο λεπτό τον Ρουμάνο Ντοκουλέσκου απογοητεύοντας τους φιλάθλους, αφού το ματς τέλειωσε πριν καλά καλά ξεκινήσει. Έτσι προγραμματίζει και δεύτερο ματς, αυτή τη φορά με τον Έλληνα πρωταθλητή Κώστα Βάσση στις 8 Νοεμβρίου 1937. Ο Βάσσης στέκεται όρθιος 12 γύρους, μιας και ο Χριστοφορίδης είναι συγκρατημένος για να ευχαριστήσει το κοινό. Με τη νίκη του επί του Βάσση κατακτά και τον τίτλο του πρωταθλητή Ελλάδος μέσων και ελαφρών βαρών.

Πρωταθλητής Ευρώπης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 14 Νοεμβρίου 1938 κατέκτησε τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης μέσων βαρών. Στον τελικό που έγινε στο Στάδιο του Ρότερνταμ ενώπιον 15.000 θεατών νίκησε μέσα στην πατρίδα του τον Ολλανδό κάτοχο του τίτλου Μπεπ βαν Κλάβερεν (Bep van Klaveren) που ήταν ολυμπιονίκης το 1928 στο Άμστερνταμ. Η υπεροχή του Χριστοφορίδη ήταν καταφανής και στους 15 τρίλεπτους γύρους. Ειδικά μετά τον 10ο γύρο ο αντίπαλός του είχε περιοριστεί σε παθητικό ρόλο προσπαθώντας να αποφύγει το νοκ-άουτ και στο τέλος του αγώνα παρέπαιε αιμόφυρτος. Ο Ελβετός διατητής αμέσως των ανακήρυξε νικητή, κάτι που αναγνώρισαν και οι Ολλανδοί θεατές. Ανάμεσά τους υπήρχαν και λιγοστοί Έλληνες ναυτικοί που έτυχε τα πλοία τους να βρίσκονται στο μεγάλο ολλανδικό λιμάνι, οι οποίοι πανηγύρισαν έξαλλοι μαζί του.[1]

Όμως, δεν χάρηκε για πολύ αυτό τον τίτλο, αφού στο αμέσως επόμενο ματς εναντίον του Γάλλου Εντουάρ Τενέ, στο Παρίσι, στάθηκε άτυχος. Ενώ προηγείτο καθαρά στα σημεία σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, στον 11ο γύρο έσπασε το αριστερό χέρι του και συνέχισε με φοβερούς πόνους αμυνόμενος διαρκώς. Τελικά, με απόφαση των κριτών ηττήθηκε χάνοντας τον τίτλο. Όταν αποθεραπεύτηκε, προσπάθησε να ξαναπάρει το στέμμα κάνοντας ένα σερί από οκτώ νίκες, το οποίο διέκοψε η ήττα του από τον μελλοντικό πρωταθλητή Τζίμι Μπίβινς. Ο Χριστοφορίδης θεώρησε την ήττα άδικη και ζήτησε να ξαναπαίξουν. Στη ρεβάνς επικράτησε καθαρά και αυτή ήταν η μοναδική ήττα στην καριέρα του Μπίβινς.

Παγκόσμιος πρωταθλητής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1940, με την εισβολή των Γερμανών στην Γαλλία, φεύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη συνεχίζοντας εκεί τους αγώνες. Οι εμφανίσεις του στην Ευρώπη και ιδίως η νίκη του επί του Μπίβινς, είχαν ως αποτέλεσμα να δεχτεί πρόσκληση να αντιμετωπίσει τον Αμερικανό Μέλιο Μπετίνα (Melio Bettina) για τον παγκόσμιο τίτλο ελαφρών βαρών (National Boxing Association World Light Heavyweight). Ο αγώνας έγινε στις 13 Ιανουαρίου 1941 στο Κλίβελαντ του Οχάιο. Ο Μπετίνα προηγείτο στους 12 πρώτους γύρους αλλά στους τρεις τελευταίους ο Χριστοφορίδης αντεπιτέθηκε και κέρδισε στα σημεία με ομόφωνη απόφαση των κριτών, ενώπιον ενός παραληρούντος από ενθουσιασμό ελληνοαμερικανικού κοινού.

Διατήρησε τον παγκόσμιο τίτλο νικώντας διαδοχικά τους Ιταλούς Ίταλο Κολονέλο και Τζόνι Ρομέρο, για να ηττηθεί στις 22 Μαΐου 1941 από τον Γκας Λέσνεβιτς (Gus Lesnevich) στα σημεία. Αν και ο αγώνας δεν ήταν επίσημος για τον τίτλο, η ομοσπονδία έκρινε πως τον είχε χάσει. Είχε αρχίσει πλέον να πλησιάζει στη δύση της καριερας του. Λίγους μήνες αργότερα, στις 12 Ιανουαρίου 1942 κινδύνεψε να ηττηθεί για πρώτη φορά με νοκ-άουτ από τον Έζαρντ Τσάρλς στο Σινσινάτι, καθώς υπέστη δύο νοκ-ντάουν έξι και εννέα δευτερολέπτων. Τελευταίος του αγώνας ήταν εναντίον του Εσθονού Άντον Ράαντικ στις 18 Φεβρουαρίου 1947.

Τέλειωσε την καριέρα του με 53 νίκες (13 με νοκ-άουτ), 15 ήττες και 8 ισοπαλίες.

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χριστοφορίδης, μετά την αποχώρησή του από τα ριγκ, άνοιξε ένα εστιατόριο στην πόλη Γενεύη (Geneva) του Οχάιο, το οποίο διατήρησε για πολλά χρόνια. Το 1968 πούλησε την περιουσία του στο Οχάιο και εγκαταστάθηκε στη Φλόριντα που έζησε ως απόμαχος. Το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα έπειτα από 34 χρόνια. Σκόπευε να μείνει για 45 μέρες αλλά η νοσταλγία και η αγάπη του για την Ελλάδα τον έκαναν να παρατείνει τη διαμονή του και τελικά έμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του παίζοντας κυρίως γκολφ για να γεμίζει τον ελεύθερο χρόνο του.

Έκανε δύο αποτυχημένους γάμους. Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Αθήνα, όπου και πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985 από καρδιακό επεισόδιο σε ηλικία 67 ετών.

Τίτλοι - Ρεκόρ καριέρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τίτλοι
    • Πρωταθλητής Ελλάδος μέσων και ελαφρών βαρών: 1937
    • Πρωταθλητής Ευρώπης μέσων βαρών: 1938
    • Παγκόσμιος πρωταθλητής ελαφρών βαρών: 1941
  • Ρεκόρ καριέρας
    • Νίκες: 53 (13 με νοκ-άουτ)
    • Ήττες: 15
    • Ισοπαλίες: 8

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]