Αντίκες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αντίκες
Магазин раритетных фотоаппаратов в Праге.jpg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η αντίκα, λατ. antiquus (παλαιό), είναι ένα αντικείμενο, που θεωρείται ότι έχει αξία λόγω της αισθητικής ή ιστορικής σημασίας του. Συνήθως ορίζεται να είναι παλαιότερο των 100 ετών. Η αντίκα συχνά συλλέγεται ή είναι επιθυμητή λόγω της ηλικίας, της ομορφιάς, της σπανιότητας, της κατάστασης, της χρήσης, της προσωπικής συναισθηματικής σύνδεσής που έχουμε με αυτήν ή άλλων μοναδικών χαρακτηριστικών. Το αντικείμενο αντιπροσωπεύει μία προηγούμενη εποχή, ή μία ιστορική περίοδο. Για αντικείμενα ηλικίας μικρότερης των 100 ετών χρησιμοποιούμε τον όρο βίντατζ (vintage) ή συλλεκτικό.

Συνήθως οι αντίκες, π.χ. ένα γραφείο ή ένα αμάξι, είναι αντικείμενα που φανερώνουν έναν βαθμό χειροποίητου, μοναδικότητας ή ιδιαίτερου σχεδιασμού. Αγοράζονται σε παλαιοπωλεία, δημοπρασίες (σε οίκους ή στο διαδίκτυο) ή ανοικτούς χώρους ή μπορεί να αποκτηθούν από κληρονομιά. Οι έμποροι (αντικέρ) είναι οργανωμένοι σε σωματεία, όπως το Σωματείο Αρχαιοπωλών & Εμπόρων Έργων Τέχνης της Ελλάδος ή το Confédération Internationale des Négociants en Oeuvres d'Art (CINOA) στις Βρυξέλλες, με 5000 εμπόρους από 21 χώρες.

Επίχρυσο εκκρεμές ρολόι τοίχου από τη Σουηδία, έργο του Γιάκομπ Κοκ 1737-1805.

Ως τον 18ο αι. ήταν κυρίως οι ευγενείς, που είχαν πλούσιο οικιακό εξοπλισμό. Τον 19ο αι. όμως, με τη Βιομηχανική Επανάσταση και τις εφευρέσεις (ρολόγια, γραμμόφωνα, κά) κάθε αστός μπορούσε να έχει ένα σύνολο οικοσκευής. Στην Ελλάδα είναι συνήθως αντικείμενα αστικών οικιών του 19ου αι., ιδιαίτερα της Μπελ-Επόκ, όταν η παραγωγή είχε αυξηθεί για να προμηθεύσει τους αστούς αντικείμενα οικοσκευής, χρηστικά ή διακοσμητικά (πιάτα, λάμπες, χαλιά, μαχαιροπίρουνα, λαβομάνα, μαγκάλια, κ.ά.). Οι Κωνσταντινουπολίτες είχαν τη συνήθεια να συλλέγουν σε βιτρίνες σπάνια υαλικά και ακριβές πορσελάνες. Την περίοδο του Ρομαντισμού διαδόθηκε το ενδιαφέρον για λαϊκά, παραδοσιακά αντικείμενα (ξυλόγλυπτα, κεραμικά, υφαντά, κεντητά, αργυρά, κ.ά.). Μέσα στο πνεύμα του Φιλελληνισμού, αυξήθηκε στην Αγγλία από μεγαλοαστούς η ζήτηση παραδοσιακών Ελληνικών φορεσιών, κ.ά. αντικειμένων.

Ορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κοινός ορισμός της αντίκας είναι για ένα αντικείμενο, έπιπλο ή έργο τέχνης, που έχει αξία λόγω της ηλικίας του ή της προέλευσής του ή από κάτι άλλο. Η ηλικία της να είναι μεγαλύτερη των 100 ετών, αν και για τα οχήματα το όριο είναι τα 25 έτη. Η νομοθεσία των ΗΠΑ του 1930 ορίζει την αντίκα ως "καλλιτεχνικό έργο που δείχνει την πρόοδο της τέχνης και είναι από μπρούντζο, μάρμαρο, κεραμικό, φαγεντιανό (μαγιόλικο) ή πορσελάνη· έχει τώρα πια διακοσμητικό χαρακτήρα ή εκπαιδευτική αξία και έχει κατασκευαστεί πριν το 1830". Το έτος αυτό άρχισε -κατά προσέγγιση- η μαζική παραγωγή στις ΗΠΑ. Οι ορισμοί είχαν σκοπό να διαχωρίσουν τις αντίκες από τα βίνταζ ή τα συλλογικά αντικείμενα.

Ο όρος αρχαιότητες δηλώνει ευρήματα της αρχαίας τέχνης (προ του έτους 600 μ.Χ.) και αναφέρεται σε αντικείμενα της καθημερινότητας εκείνης της εποχής, που συχνά είναι αρχαιολογικά καλλιτεχνήματα. Ο συλλέκτης των αντικών (antiquarian) μαζεύει και μελετά αυτές ή γενικά αντικείμενα από το παρελθόν.

Χάρτης αντίκα της Αρχαίας Σπάρτης.

Η κινεζική πορσελάνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Κίνα έμπαινε μία κόκκινη σφραγίδα (chop, τσοπ) στη βάση από τον ιδιοκτήτη. Οι ειδήμονες μπορούν να τη διαβάσουν. Στην προ-επαναστατική Κίνα η Κυβέρνηση είχε Τμήμα Αντικών, που σφράγιζε κάθε αντικείμενο με τη χρονολογία του. Το επόμενο καθεστώς της Κίνας έχει άλλον ορισμό για το τι θεωρεί αντίκα. Το άνοιγμα του εμπορίου της χώρας έκανε την κυβέρνηση να θελήσει να προστατεύσει τις αντίκες, ορίζοντας τα χαρακτηριστικά τους.

Παλαιοπωλείο με αντίκες στην Αγγλία.

Η συλλογή αντικών (antiquing)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο αυτόν εννοούμε την εύρεση και διαπραγμάτευση της τιμής της αντίκας. Η αγορά είναι για προσωπική συλλογή, δώρο ή μεταπώληση για κέρδος. Η πηγές μπορεί να είναι παλαιοπωλεία, υπαίθριες αγορές ή δημοπρασίες, μερικές φορές διεθνείς. Με τον αγγλικό όρο νοείται και η (τεχνητή) παλαίωση με βάψιμο. Συχνά η διαφορά με τις αληθινές αντίκες είναι δυσχερής για τον μη μυημένο. Έτσι μπορεί να αγοράσει απομίμηση, αντί για γνήσιο αντικείμενο.

Επάργυρο γλυκοδοχείο του 19ου αι., Εθνικό Μουσείο Σκωτίας.

Παλαιά έπιπλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εδώ το αντικείμενο, εκτός από αξία ως τέχνη, έχει και πρακτική σημασία. Οι συλλέκτες τα χρησιμοποιούν στα σπίτια τους και τα συντηρούν. Η αξία τους θα ανεβεί, σε αντίθεση με τα νέα αντικείμενα, που η αξία τους θα πέσει. Τέτοια αντικείμενα είναι τραπέζια, καθίσματα, γραφεία, κονσόλες, κ.ά. από καρυδιά, μαόνι, δρυ, πεύκο ή οξυά. Τα κινέζικα έπιπλα είναι συχνά από φτελιά, δένδρο κοινό στην Ασία. Κάθε ξύλο έχει άλλη υφή και χρώμα. Σε κάθε αντικείμενο η κατάσταση (ποιότητα), η συμπλήρωση-επισκευή και η συντήρηση διαφοροποιεί την αξία του. Τα σύγχρονα έπιπλα συνήθως δεν είναι από μασίφ (συμπαγές) ξύλο, αλλά με επίστρωση φύλλων ξύλου (καπλαμάς) και λούστρο. Υπάρχουν περίοδοι με διαφορετικούς ρυθμούς, όπως είναι το μπαρόκ, ο κλασικισμός, το στυλ αυτοκρατορίας (αμπίρ), αρ νουβώ, αρ ντεκό, κ.ά.

Παλαιό ραδιόφωνο.

Τα στυλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχή στα έπιπλα προτιμούσαν τη δρυ (ως το 1670), μετά την καρυδιά (1670-1735), έπειτα το μαόνι (πρώιμη περίοδος 1735-1770, ύστερη περίοδος 1770-1810).

Οι ρυθμοί: Γοτθικός, Αναγέννηση, Μπαρόκ (1620-1700), Ροκοκό (1695-1760), Κλασικισμός (1755-1805), Αμπίρ (Αυτοκρατορία 1799-1815), αντιβασιλείας (1812-30), Εκλεκτισμός (1830-80), Αρ Νουβώ (1900-20), Αρ Ντεκώ (μεσοπολέμου).

Στη Γαλλία: Αναγέννηση, Λουί τρεζ (1610-43), Λουί κατόρζ (1643-1715), αντιβασιλείας (1715-23), Λουί κενζ (1723-74), Λουί σεζ (1774-1793), Ντιρεκτουάρ (1793-99), Αμπίρ (Ναπολεόν Ι 1799-1815), Παλινόρθωση (1815-30), Λουί Φιλίπ (1830-48), ντεζιέμ Αμπίρ (Ναπολεόν ΙΙΙ 1848-70), 3η δημοκρατία (1871-1940).

Στην Αγλία: Ελισάβετ Α΄ (1558-1603), Ιακώβου Α΄ - Καρόλου Α΄ (1603-49), κοινοπολιτεία Κρόμγουελ (1649-60), Κάρολος Β΄ - Ιάκωβος Β΄ (1660-89), Γουλιέλμος Γ΄ - Άννα (1689-1814), Γεωργιος Α΄ και Β΄ (1714-60 πρώιμος Γεωργιανός ρυθμός), Γεώργιος Γ΄ (1760-1811 ύστερος Γεωργιανός ρυθμός), Γεώργιος Δ΄- Γουλιέλμος Δ΄(1820-37), Βικτώρια (1837-1901), Εδουάρδος Ζ΄ (1901-10).

Στη Γερμανία: Αναγέννηση, Μπαρόκ (1650-1700, 1700-1730), Ροκοκό (1730-1760), Νεοκλασικισμός (1760-1800), Αυτοκρατορία (1800-15), Μπήντερμάιερ (1815-48), Αναβίωση (1830-80), Γιούγκενστιλ (1880-1920), Μπάουχαους (1919-33).

Έπιπλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • γραφεία: Αρχικά είχαν τρία συρτάρια κάτω και επάνω το γραφείο είναι πτυσσόμενο. Υπάρχει μικρό γραφείο (σεκρετέρ). Επίσης γραφείο με δύο στήλες συρτάρια αριστερά και δεξιά, αρχικά ως το δάπεδο.
  • βιβλιοθήκες: οι παλιές είχαν τρία συρτάρια κάτω, στη μέση το γραφείο είναι πτυσσόμενο και επάνω υπάρχει ένα δίφυλλο ντουλάπι. Αργότερα τα ξύλινα φύλλα του ντουλαπιού έγιναν υάλινα (βιτρίνα). Το έπιπλο έγινε διπλό σε μήκος. Το πτυσσόμενο φύλλο ήταν επίπεδο, μετά κυλινδρικό. Όταν το φύλλο ανοίξει, υπάρχουν στο βάθος χωρίσματα (θυρίδες) για ταξινόμηση εγγράφων.
  • κρεβάτια με ουρανό: πίσω κεφαλάρι και μπροστά δύο κολώνες. ή με τέσσερις κολώνες. Ξύλινο ή μπρούτζινο. Κρεβάτι μωρού.
  • τραπέζια. Μικρά στρογγυλά με ένα πόδι (πρωινού). Αναδιπλούμενα (για χαρτιά). Τραπέζια κέντρου (στη μέση του σαλονιού). Πτυσσόμενα: που μεγαλώνουν με ένα κομμάτι στη μέση ή σηκώνοντας δύο πλαϊνά κομμάτια. Για ένδυση, με καθρέπτη και συρτάρια. Για παίγνια (σκακιού, ντάμας). Με πλαϊνά φύλλα που πέφτουν. Τυμπανοειδή. Κυνηγιού: φαγητού πτυσσόμενο με επιπλέον δύο κινούμενα πόδια. Βιβλιοθήκης, σερβιρίσματος, πλαϊνά: μακρόστενα ορθογώνια. Ζαγκόρ: διαφορετικών μεγεθών όμοια τραπεζάκια, που το ένα μπαίνει στο μεγαλύτερο. Ανάγνωσης, αναλόγιο. Για το ασημένιο σετ του τσαγιού. Για πίσω από τον καναπέ: στενόμακρα με πτυσσόμενα άκρα στις στενές πλευρές (αν στις μακρές, πέμπροουκ τέιμπλ). Σάδερλαντ: μικρό, πτυσσόμενο με δύο έξτρα κινητά πόδια. Τσαγιού: με συρτάρι για τσάι. Τρίποδα. Εργασίας. Γραψήματος. Για δίσκους (οβάλ). Για πλύσιμο (με λαβομάνο).
  • καθίσματα. Η πλάτη (ερεισίνωτο) ήταν συμπαγής ως και τον 17ο αι. Από τον 18ο αιώνα η πλάτη έχει καγκελάκια. Αν είναι πέντε, είναι αγγλικός κλασικισμός (Άνταμς, Τσίπενεϊλ, Χίπενγουάιτ).
  • πολυθρόνες. Με πλαϊνά πτερύγια χρησιμοποιούσαν οι καρδινάλιοι: οι υποτελείς συνομιλητές τους ήταν πίσω από την πλάτη τους και τα πτερύγια εμπόδιζαν να δουν αυτοί το πρόσωπο του καρδιναλίου (μπερζέρες, upholsteres armchairs). Τα χέρια στο πλάι μπορεί να είναι συμπαγή ή όχι. Πολυθρόνα με δοχείο νυκτός.
  • μπαούλα (σεντούκια, κασέλες).
  • συρταριέρες (= σιφονιέρες) για μικρά ρούχα, για το υπνοδωμάτιο ή για μικροπράγματα.
  • ντουλάπες. Το κάτω μέρος είχε ένα συρτάρι, μετά περισσότερα.
  • μπουφές (= σερβάν). Αυτό το έπιπλο ξεκίνησε ως ένα μακρόστενο τραπέζι με μία σειρά συρτάρια ή ντουλάπια με πόδια. Αργότερα προστέθηκαν επάνω ράφια για να τοποθετούνται όρθια τα πιάτα και οι πιατέλες.
  • μικρός μπουφές. Με συρτάρια και πόδια.
  • καναπέδες, ανάκλιντρα. Ο καναπές μπορεί να είναι μπαούλο το κάτω μέρος του. Υπάρχουν καναπέδες χωρίς πλάτη.
  • κονσόλες. Αρχικά είχαν μόνο εμπρός πόδια και το πίσω μέρος στηριζόταν στον τοίχο. Έπιπλο τοίχου. Το επάνω μέρος της συχνά καλύπτεται από μάρμαρο όνυχα.
  • καθρέπτες. Οι πρώτοι φτιάχτηκαν στη Βενετία από επαργυρωμένο γυαλί. Η τεχνική ήταν μυστικό.
  • κομμό(τα), με δίφυλλο ντουλάπι. Με πόδια ή όχι. Για το σαλόνι.
  • μπαγιού: μονόφυλλο ντουλάπι με μαρκετερί και μάρμαρο επάνω, για το σαλόνι.
  • κουβάδες για το κωκ. Σκαλιά (τρία) για τη βιβλιοθήκη, κάθε σκαλί είχε συρτάρι από κάτω. Ραφιέρα. Έπιπλο για να διατηρείται ψυχρό το κρασί.
  • παραβάν. Οθόνες κεντημένες για προφύλαξη από τις σπίθες του τζακιού. Ξύλινα κουτιά. Έλκυθρα. Ανέμη. Σκαμνιά.
  • εξοπλισμός κουζίνας: μύλοι καφέ και πιπεριού, γουδί, ζυγοί, καλάθια, καράφες, φόρμες για την πουτίγκα.

Πορσελάνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • κούπες, φρουτιέρες, τσαγιέρες, φλυτζάνια, μπουκάλια, κηροπήγια, προτομές μινιατούρες, ζώα, μορφές, πιάτα, πιατέλες, γκασπό για φυτά, αλμπαρέλο για φάρμακα, κανάτες, κουμπαράδες, φλυτζανοπότηρα, θήκη για να στέκεται η πέννα, ποτήρια μπύρας με λαβή (tankards), δοχεία του τσαγιού, πλακάκια, σουπιέρες, βάζα, βάσεις τσαγιέρας (veilleuse), διακοσμητικά για το κέντρο του τραπεζιού, μπωλ με σκέπασμα, κουτιά, προτομές, ρολόγια, κύπελλα, γαλατιέρες, καφετιέρες, δοχεία πάγου, καθρέπτες, σαλτσιέρες, δοχεία ποτ-πουρί, αρωματοδοχεία, πλάκες, κουτιά ταμπάκου, δίσκοι, βάζα, υδρίες διακοσμητικές, βάζα αναρτώμενα στον τοίχο, δοχεία που διατηρούν το κρασί ψυχρό.
  • κινεζικές, ιαπωνικές (Κακιέμον), κορεατικές, ισλαμικές (περσικές αρχικά) πορσελάνες, όπως οι Οθωμανικές από τη Νίκαια (=Ισνίκ) ή το Κοτύαιον (Κιουτάχεια), κ.ά.

Υαλικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • ποτήρια, μπουκάλια του λικέρ, μπωλ, κηροπήγια, φρουτιέρες, διακοσμητικά για το κέντρο του τραπεζιού, κανάτες, υαλογραφήματα (βιτρώ), χαρτοστάτες (πρες-παπιέ), βάζα, αρωματοδοχεία, κουταλοθήκες. Μπέυκοζ, Πασάμπαχτσε (από την ασιατική ακτή του Βοσπόρου).
  • κρύσταλα: Βοημίας (Τσεχίας), Σβαρόφσκι, Νάχτμαν, κ.ά.

Ωρολόγια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τα πρώτα ρολόγια ήταν με δύο βαρίδια (ένα για τον μηχανισμό και ένα για την καμπάνα) και ήταν δαπέδου (παππούδες, longcase clock) ή με κούκο, με κυνηγετικό θέμα, κατασκευασμένα στον Μέλανα Δρυμό της Ν.Δ. Γερμανίας. Μετά έγιναν με εκκρεμές και είχαν δύο υποδοχές για κούρδισμα: τοίχου, επιτραπέζια, τζακιού (mandle clock, με φιγούρες), με χερούλι επάνω (bracket clock), για την άμαξα (ταξιδιού, carriage clock), φανοειδή (lantern clock), τζακιού ή κονσόλας με κηροπήγια εκατέρωθεν. Τέλος φτιάχτηκαν τα τσέπης, χειρός, με περιστρεφόμενες σφαίρες (κουρδίζεται μία φορά τον χρόνο: ρολόι γενεθλίων).
Παραδοσιακά καλάθια και πανέρια στο Μουσείο της Άκκρας, Ισραήλ.

Διάφορα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θερμόμετρο τοίχου, βαρόμετρο, βαρογράφος, πυξίδα, εξάντας, κυάλια, κανοκυάλι, ηλιακό ρολόι τσέπης, σφαίρες (υδρόγειος - ουράνια)
  • ιατρικά και οδοντιατρικά εργαλεία, μικροσκόπια, θεοδόλιχοι, τηλεσκόπια, σταθμά ζύγισης, χρονόμετρα, ναυτικά είδη.
  • φωτογραφικές μηχανές.
  • ασημικά: κηροπήγια, μαχαιροπήρουνα, μπωλ, δίσκοι.
  • επάργυρα: σετ τσαγιού, κανάτες, υδρίες, σαμοβάρια, θήκες για κάρτες.
  • μουσικά όργανα.
  • είδη κήπου, μπάνια, ρόπτρα, τζάκια.
  • μεταλλικά, μαρμάρινα, κεραμικά, από αλάβαστρο, λίθινα, δερμάτινα, από μασημένο χαρτί (papier maché, παπιέ μασέ), από ξύλο, από ψάθα, από κοχύλι (σεντέφι, mother of pearl), από κέλυφος χελώνας (ταρταρούγα), από ελεφαντόδοντο (φίλντισι), από μαλαχίτη (πράσινο ορυκτό από τα Ουράλια).
  • επισμαλτωμένα, κλουαζονέ, από νεφρίτη (jade), από στεατίτη, από όνυχα Περσίας (πράσινο) ή Τουρκίας (καφέ), από λάκα.
  • όπλα, πανοπλίες, ξίφη, περικεφαλαίες, θώρακες, εγχειρίδια, περίστροφα μονομαχίας, παράσημα, στολές.
  • μουσικά κουτιά, γραμμόφωνα, πολύφωνα, συμφόνιονς.
  • λάμπες, πολύφωτα (μουράνο, κ.ά., πορτατίφ (γκαλέ, κ.ά.).
  • εικόνες αγίων, πορτραίτα μινιατούρες, Φαμπερζέ.
  • κοσμήματα (σκουλαρίκια, καρφίτσες, καμέο, περιδέραια, μενταγιόν, κά), ρούχα, τάπητες (χαλιά), υφάσματα, ταπισερί (Ωμπυσόν), κιλίμια, δαντέλες, βεντάλιες
  • εθνογραφικά: αφρικανικά, προ-κολομβιανά.
  • βιβλία, αφίσες, φωτογραφίες, χάρτες, χαλκογραφίες (γκραβούρες), έγγραφα, μετοχές, συγχωροχάρτια, επιστολές, χειρόγραφα, πτυχία
  • κούκλες, κουκλόσπιτα, αρκουδάκια, παιδικά παιχνίδια (τρενάκια, στρατιωτάκια, ξύλινο άλογο), αυτόματα (κουρδιστές κούκλες), όργανα για σπορ (ρακέτες τένις, μπαστούνια γκολφ), για κρίκετ, για μπιλιάρδο, για ψάρεμα.
  • λαϊκή τέχνη.

Τεχνικές και Κατασκευαστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μπισκουί: πορσελάνη χωρίς το τελευταίο στάδιο της εφυάλωσης.
  • Μιλεφιόρι: σχέδια με πολλά, αλλεπάλληλα λουλούδια.
  • Ορμολού: επίχρυσα μπρούτζινα μέρη στις γωνίες των επίπλων. Τεχνική με υδράργυρο, που δεν γίνεται τώρα.
  • Μαγιόλικα (από τη Μαγιόρκα), Φαγεντιανά (από την πόλη Φαέντσα, κοντά στη Ραβέννα της Ιταλίας). Εφυαλωμένα.
  • Σγκράφιτο: το σχέδιο δημιουργείται αφαιρώντας το χρώμα της εφυάλωσης με αιχμηρό εργαλείο.
  • Μίντον, Γουέτζγουντ, Μέισον: Άγγλοι που έφτιαξαν εταιρείες πορσελάνινων αντικειμένων από το β' ήμισυ του 19ου αι.
  • Μάισσεν: το πρώτο εργοστάσιο πορσελάνης στην Ευρώπη. Χειροποίητα σχέδια με έμβλημα δύο μπλε ξίφη. Άλλα περιώνυμα εργοστάσια είναι των Σεβρ(ών) στη Γαλλία, στο Ντελφτ στην Ολλανδία, Λλαντρό στην Ισπανία, Νύμφενμπουργκ και Δρέσδης στη Γερμανία, Νοριτάκε στην Ιαπωνία, Ράγιαλ Άλμπερτ και Ρόγιαλ Ντάλτον στη Βρετανία, κ.ά.
  • Λαλίκ, Μπακαρά: υαλικά τέχνης.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]