Ανδρέας Παούρης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ανδρέας Παούρης
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση13  Νοεμβρίου 1902 ή 1903
Κέα
Θάνατος1973
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταδρομέας μεγάλων αποστάσεων
αθλητής του στίβου
συγγραφέας
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΒραβεύσειςΧρυσός Σταυρός του Τάγματος του Φοίνικα

Ο Ανδρέας Παούρης (Κέα 1903 - 1973) υπήρξε Έλληνας αθλητής του στίβου, βαλκανιονίκης και συγγραφέας μελετών για την ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.
Μεγάλωσε στην Αθήνα και τα πρώτα αθλητικά του βήματα τα έκανε αγωνιζόμενος με τα χρώματα του Παναθηναϊκού Αθλητικού Ομίλου. Αργότερα εντάχθηκε στο δυναμικό του Γυμναστικού συλλόγου Αμαρουσίου. Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν η κατάκτηση της τρίτης θέσης στο αγώνισμα των 10.000 μέτρων στους Βαλκανικούς Αγώνες του 1933. Το 1928 συμμετείχε με την ελληνική αποστολή στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Άμστερνταμ. Με την αποχώρηση από τον αθλητισμό, δούλεψε στον ΣΕΓΑΣ και ταυτόγχρονα ασχολήθηκε με την μελέτη της ιστορίας του ελληνικού αθλητισμού. Για την συνολική προσφορά του στον ελληνικό αθλητισμό τιμήθηκε με τον Χρυσό Βασιλικό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος καθώς και με ειδικό μετάλλιο από τον ΣΕΓΑΣ.

Ο στίβος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1924 όταν εκλήθη να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία, έλαβε μέρος στους Πανστρατιωτικούς Αγώνες και κέρδισε την πρώτη θέση στο δρόμο 1500 μ. με επίδοση 4.27.00 και στον δρόμο 10.000 χιλ. με επίδοση 33΄.40΄΄.
Το 1926 μεταγράφηκε απο τον Παναθηναϊκό Αθλητικό Όμιλο στον Γυμναστικό σύλλογο Αμαρουσίου.
Το 1927 διακρίθηκε στον Πανελλήνιο ανώμαλο δρόμο και στον δρόμο των 1500 μέτρων.Το ίδιο έτος κέρδισει την Α΄ θέση στον δρόμο των 1500 μέτρων στους Παννελήνιους Αγώνες που διοργανώθηκαν και τελέστηκαν στην Θεσσαλονίκη. Το ίδιο έτος κατέρριψε το Πανελλήνιο ρεκόρ στον δρόμο των 1000 μέτρων και του ενός μιλίου (1.609,5 μ.), αγωνίσματα που δεν συμπεριλαμβάνονται στο επίσημο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων.
Το 1928 σε μία αθλητική συνάντηση πέντε (5) Σωματείων: του Γυμναστικού συλλόγου Αμαρουσίου, του Πανιωνίου, του Εθνικού γυμναστικού συλλόγου, του Πανελληνίου γυμναστικού συλλόγου και μιας γερμανικής ομάδας κατέρριψε το πανελλήνιο ρεκόρ στον δρόμο των 1500 μέτρων με επίδοση 4.18.4 έναντι 4.25.0 που ήταν η παλιά επίδοση. Την ίδια χρονιά επελέγη να εκπροσωπήσει την πατρίδα μας στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Άμστερνταμ. Οι υπεύθυνοι της εποχής εκείνης τον άφησαν εκτός αποστολής. Ο Γυμναστικός σύλλογος Αμαρουσίου και ο πρόεδρος του Λεωνίδας Πτερής κάλυψαν τα έξοδα του αθλητή και έτσι μετέβη στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Το 1932 επέστρεψε στον Π.Α.Ο και αγωνίστηκε για τέσσερα χρόνια.
Το 1933 αναδείχθηκε τρίτος βαλκανιονίκης στον δρόμο των 10 χλμ με χρόνο 34 λεπτά.

Λαμπαδηδρόμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακρόπολη 1936

Το 1936 στην πρώτη Ολυμπιακή λαμπαδηδρομία ο Παούρης επελέγη να είναι αυτός που θα έφερνε την φλόγα στην Ακρόπολη των Αθηνών (τιμή που δίνεται στον αθλητή με ξεχωριστό ήθος και προσφορά στον αθλητισμό).

Λεπτομέρειες της λαμπαδηδρομίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 22 Ιουλίου 1936 η φλόγα έφθασε διαμέσου Ιεράς Οδού στο Θησείο. Εκεί ο Παούρης την παρέλαβε και διατρέχοντας την Αποστόλου Παύλου έφθασε στους πρόποδας της Ακροπόλεως.
Δύο κανονιοβολισμοί αναγγέλουν την άφιξη του. Εκεί παρατεταγμένοι 52 φουστανελοφόροι κρατώντας τις σημαίες των κρατών που θα έπαιρναν μέρος στους Ολυμπιακού, τον υποδέχονται κλίνοντας τιμητικά τις σημαίες τους.
Ο Δαδοφόρος φθάνει πρό των οπλιτών της κλειστής εισόδου. Ο επικεφαλής τον ρωτά:
Τις εί ;   
και εκείνος απαντά:  Φέρω την φλόγα εκ του ασβέστου πυρός της Ιεράς Άλτεως.
Ο φρουρός του επιτρέπει την είσοδο και ο δρομέας ακολουθούμενος από τους οπλίτες (πού ήταν οι ηθοποιοί Μάνος Κατράκης, Βασίλης Αυλωνίτης και Θάνος Κωτσόπουλος) διέρχεται την σκάλα των Προπυλαίων και φθάνει πρό του ιερέως (πού ήταν ο ηθοποιός Νικόλαος Ρεζάν) ενώπιον του οποίου σκύβει και του παραδίδει την δάδα.

Η επαγγελματική του καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετάλλια και Βραβεία

Μετά την αποχώρηση από τους στίβους διορίστηκε υπάλληλος του ΣΕΓΑΣ και μετέπειτα διευθυντής του.
Το 1960 τιμήθηκε, από τον Βασιλιά Παύλο με τον Χρυσούν Βασιλικόν Σταυρόν του Τάγματος του Φοίνικος, μετάλλιο που απονεμόταν σε όσους με εξαίρετες πράξεις αύξαιναν το διεθνές γόητρο της χώρας.
Ο ΣΕΓΑΣ με την σειρά του, τον τίμησε το 1966 με το ειδικό Μετάλλιό του.

Υπήρξε από τους πρώτους που εισήγαγαν την στατιστική παρακολούθηση των επιδόσεων και των ρεκόρ. Με τον τρόπο αυτό διασώθηκε η ιστορία και βοηθήθηκε η ετήσια πρόοδος των αθλητών. Οι ετήσιοι πίνακες των καλυτέρων αθλητών κάθε χρονιάς φέρουν, για τουλάχιστον ¼ αιώνος, την δική του υπογραφή.  

Πέραν τούτου ασχολήθηκε με την έρευνα της ιστορίας του αθλητισμού μας και πρωτοτύπησε στη συγγραφή και δημοσίευση της εξέλιξης και ιστορίας κάθε αγωνίσματος χωριστά.
Τέτοιες εργασίες του δημοσιεύθηκαν κατά καιρούς στο «Επίσημο Δελτίο του ΣΕΓΑΣ», στην «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του Αθλητισμού», στο περιοδικό «ΤΑ ΣΠΟΡ», στις ξενόγλωσσες εκδόσεις του ΣΕΓΑΣ και στο Γερμανικό περιοδικό «LEICHTATHLETIK».
Επίσης υπήρξε Αγωνοδίκης αλλά και Αλυτάρχης, Γυμνασίαρχος, Γραμματεύς, Κριτής, Χρονομέτρης, Εκφωνητής και ότι άλλο χρειάζεται μια επιτυχής αγωνιστική εκδήλωση.

Εκτός του ΣΕΓΑΣ κλήθηκε επανειλημμένως να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως χρονομέτρης από την ΕΛΠΑ στά  Ράλλυ «Μινέρβα» και «Ακρόπολης», από το CISM σέ αγώνες Διεθνούς Στρατιωτικού Πεντάθλου, σε Ιππικούς αγώνες και σε μιά προσπάθεια ενός παγκοσμίου αεροπορικού ρεκόρ στο Τατόϊ.

Ανδρέας Πούρης

Τά όσα έγραψε ο Νικος Παπαρέσκος γι’αυτόν αποδίδουν την πραγματική του εικόνα: Καθημερινές, Κυριακές, χειμώνες, καλοκαίρια, σε χιόνια ή καύσωνες, σε ανωμάλους δρόμους, σε διασυλλογικούς και άλλους, πρώτος και καλύτερος, άλλες φορές μόνος αυτός Αλυτάρχης, ό ίδιος Γυμνασίαρχος, κριτής, χρονομέτρης αλλά και εκφωνητής. Η εμφάνιση του στο ύπαιθρο, στο στίβο, με το μπαστούνι του και την αλησμόνητη βαλίτσα του, ήταν εγγύηση ότι όλα θα πήγαιναν καλά και πήγαιναν. Όπου υπάρχει τόπος καθήκοντος, πρώτος θα έλθει, τελευταίος θα φύγει, αφού βεβαιωθεί ότι τίποτα δεν έμεινε ανεκπλήρωτο. Πάντοτε με την καφέ βαλίτσα του, τά χρονόμετρά του, το νήμα του, τις μετροταινίες του, τους αριθμούς των αθλητών, τις σφαίρες και τα πιστόλια εκκινήσεως, τα χαρτιά του. Σύμβολα του χαρακτηριστικά, αυτά: η βαλίτσα του, το μπαστούνι του και το γλυκό και αλησμόνητο μειδίαμά του. «Ανήρ πολλών αντάξιος άλλων»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]