Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αματοξίνες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Οι αματοξίνες (αγγλ. amatoxins) είναι σπάνιες τοξίνες που απαντώνται στο φυτικό βασίλειο. Αποτελούν μια υποομάδα τουλάχιστον δέκα τοξινών, που συναντώνται σε διάφορα γένη δηλητηριωδών μανιταριών[1][2], όπως ο Αμανίτης ο φαλλοειδής (Amanita phalloid), και σε διάφορα είδη του γένους Amanita, καθώς και ορισμένα είδη μυκήτων Conocybe, Galerina και Lepiota.[3]

Χημική δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αματοξίνες έχουν παρόμοια χημική δομή. Αποτελούνται από οκτώ υπολείμματα αμινοξέων διατεταγμένα σε μακροκυκλικό σχήμα, γενικής πεντακυκλική δομής, με κύκλους προλίνης και του παραγώγου της, της τρυπτοφάνης.

Απομονώθηκαν για πρώτη φορά το 1941 από τους βιοχημικούς Heinrich Wieland και Rudolf Hallermayer του Πανεπιστημίου του Μονάχου[4]. Όλες οι αματοξίνες είναι ολιγοπεπτίδια που συντίθενται ως προ-πρωτεΐνες 35 αμινοξέων, από τα οποία 8 αμινοξέα τελικά διασπώνται από μια προπυλική ολιγοπεπτιδάση[5].

Μέχρι σήμερα είναι γνωστές εννέα αματοξίνες με γνωστή χημική δομή[6]:

Ο χημικός σκελετός (βλ. μαύρο χρώμα) είναι ίδιος σε όλες τις αματοξίνες και δύναται να υπάρχουν πέντε υπο-ομάδες (κόκκινο χρώμα) με διαφοροποιήσεις.[7]
Ονομασία R1 R2 R3 R4 R5
α-αμανιτίνη OH OH NH2 OH OH
β-αμανιτίνη OH OH OH OH OH
γ-αμανιτίνη OH H NH2 OH OH
ε-αμανιτίνη OH H OH OH OH
αμανουλλίνη H H NH2 OH OH
αμανουλλικό οξύ H H OH OH OH
αμανιαμίδιο OH OH NH2 H OH
αμανίνη OH OH OH H OH
προαμανουλλίνη H H NH2 OH H

Η δ-αμανιτίνη υπάρχει επίσης, αλλά η χημική της δομή δεν έχει ακόμη εξακριβωθεί με λεπτομέρεια.

Μηχανισμός δράσεως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αματοξίνες δρουν κυρίως στην RNA πολυμεράση II, την οποία αναστέλλουν, εμποδίζοντας τη σύνθεση του αγγελιοφόρου RNA σε κύτταρα.

Η αναστολή της σύνθεσης mRNA αποκλείει αυτήν από όλες τις πρωτεϊνες και, κατά συνέπεια, προκαλεί διαφοροποιήσεις του μεταβολισμού των κυττάρων. Αυτό οδηγεί σε διακοπή των βασικών λειτουργιών των κυττάρων. Μεταξύ αυτών των οργάνων, το ήπαρ, το οποίο είναι από τα πρώτα όργανα που υφίστανται την απορρόφηση της τοξίνης από το πεπτικό σύστημα, γίνεται γρήγορα στόχος για την α-αμανιτίνη, ειδικά επειδή βρίσκεται στο επίκεντρο των διαδικασιών αποτοξινώσεως του οργανισμού[8].

Κλινικά συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ζωτικό όργανο που επηρεάζεται πολύ είναι το ήπαρ, επειδή είναι το πρώτο που έρχεται σε επαφή με τις αματοξίνες μετά την απορρόφηση από το πεπτικό σύστημα. Επίσης οι νεφροί μπορεί να επηρεαστούν[9].

Η RNA πολυμεράση του αμανίτη του φαλλοειδή δεν είναι ευαίσθητη στις επιδράσεις των αματοξινών, οπότε ο μύκητας δεν επηρεάζεται.[10]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Flament, Estelle; Guitton, Jérôme; Gaulier, Jean-Michel; Gaillard, Yvan (2020-12-11). «Human Poisoning from Poisonous Higher Fungi: Focus on Analytical Toxicology and Case Reports in Forensic Toxicology». Pharmaceuticals 13 (12). doi:10.3390/ph13120454. https://www.mdpi.com/1424-8247/13/12/454. Ανακτήθηκε στις 2021-07-03. 
  2. Book, The (16 Νοεμβρίου 2009). «SΟS για το... γκουρμέ δηλητήριο - ΤΑ ΝΕΑ». ΤΑ ΝΕΑ. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουλίου 2021. 
  3. «Δηλητηριάσεις από τα άγρια μανιτάρια Μέρος 2ο». Χανιώτικα Νέα. 20 Νοεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουλίου 2021. 
  4. Litten, W. (1975). «The most poisonous mushrooms». Scientific American 232 (3): 90–101. doi:10.1038/scientificamerican0375-90. PMID 1114308. https://archive.org/details/sim_scientific-american_1975-03_232_3/page/90. 
  5. H.E. Hallen, H. Luo, J.S. Scott-Craig, J.D. Walton (2007). «Gene family encoding the major toxins of lethal Amanita mushrooms». Proceedings of the National Academy of Sciences USA 104 (48): 19097-19101. doi:10.1073/pnas.0707340104. PMID 18025465. PMC 2141914. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2021-04-12. https://web.archive.org/web/20210412081838/https://www.pnas.org/content/104/48/19097.long. Ανακτήθηκε στις 2021-07-03. 
  6. K. Baumann, K. Muenter και H. Faulstich (1993). «Identification of structural features involved in binding of α-amanitin to a monoclonal antibody». Biochemistry 32 (15): 4043–4050. doi:10.1021/bi00066a027. PMID 8471612. http://pubs.acs.org/doi/abs/10.1021/bi00066a027. 
  7. Baumann K., Münter K., Faulstich H. (Απρίλιος 1993). «Identification of structural features involved in binding of alpha-amanitin to a monoclonal antibody». Biochemistry 32 (15): 4043-4050. doi:10.1021/bi00066a027. PMID 8471612. 
  8. Denis R. Benjamin, op. cit., σελ. 217
  9. Benjamin.p217
  10. Horgen, Paul A.; Vaisius, Allan C.; Ammirati, Joseph F. (1978). «The insensitivity of mushroom nuclear RNA polymerase activity to inhibition by amatoxins». Archives of Microbiology 118 (3): 317–9. doi:10.1007/BF00429124. PMID 567964.