Αιμολυτική νόσος των νεογνών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η αιμολυτική νόσος των νεογνών, επίσης γνωστή ως αιμολυτική νόσος εμβρύου και νεογνού, ή εμβρυϊκή ερυθροβλάστωση, είναι αλλοάνοση πάθηση που αναπτύσσεται σε ένα έμβρυο στη γέννηση ή κατά τη γέννηση, όταν τα μόρια IgG (από τους πέντε κύριους τύπους αντισωμάτων) παραγμένα από τη μητέρα περνούν δια μέσου του πλακούντα. Μεταξύ αυτών των αντισωμάτων υπάρχουν μερικά που προσβάλλουν αντιγόνα στα ερυθρά αιμοσφαίρια στην εμβρυϊκή κυκλοφορία, κατακερματίζοντας και καταστρέφοντας τα κύτταρα (αιμόλυση). Το έμβρυο μπορεί να αναπτύξει δικτυοερυθροκυττάρωση και αναιμία. Αυτή η εμβρυϊκή ασθένεια κυμαίνεται από ήπια έως πολύ σοβαρή και μπορεί να συμβεί θάνατος του εμβρύου από καρδιακή ανεπάρκεια (εμβρυϊκός ύδρωπας). Όταν η ασθένεια είναι ήπια ή σοβαρή, πολλοί ερυθροβλάστες (ανώριμα ερυθρά αιμοσφαίρια) υπάρχουν στο εμβρυϊκό αίμα και έτσι οι μορφές αυτές της ασθένειας μπορούν να ονομαστούν εμβρυϊκή ερυθροβλάστωση.

Η αιμολυτική νόσος των νεογνών αντιπροσωπεύει παραβίαση του ανοσοποιητικού προνομίου για το έμβρυο ή κάποια άλλη μορφή βλάβης της ανοσολογικής ανοχής της εγκυμοσύνης. Διάφοροι τύποι της αιμολυτικής νόσου των νεογνών ταξινομούνται με βάση ποιό αλλοαντιγόνο προκαλεί την αντίδραση. Κατά σειρά εμφάνισης, οι τύποι περιλαμβάνουν ΑΒΟ, αντι-RhD, αντι-RhE, αντι-Rhc, αντι-Rh, αντι-RhC, πολυαντιγονικοί συνδιασμοί και αντι-Kell.