Αβορίγινες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ως αβορίγινες ή αβοριγίνες (αγγλ.:aborigines) εννοούνται, γενικά, οι αυτόχθονες κάτοικοι ενός τόπου. Ο όρος προέρχεται ετυμολογικά από τις λατινικές λέξεις "ab" (από) και "origine" (προέλευση).[1]

Ο όρος «Αβοριγίνες», με κεφαλαίο "Α", (στα Αγγλικά "Aborigines") στη σύγχρονη βιβλιογραφία χρησιμοποιείται κυρίως για τους αυτόχθονες κατοίκους της Αυστραλίας.[2]

Στον Καναδά, ο νομικός όρος «Αβοριγίνες» χρησιμοποιείται για να περιγράψει το σύνολο των τριών αυτοχθόνων φυλών της περιοχής, τους Ινουίτ, Μετί και τα «Πρώτα Έθνη» (οι τελευταίοι αναφέρονται στο Σύνταγμα ως «Ινδιάνοι»). Ο όρος εισήχθη το 1982 (Section Thirty-five of the Constitution Act, 1982).

Κατά την Ρωμαϊκή μυθολογία, Αβοριγίνες ήταν το όνομα των πρώτων, αυτοχθόνων κατοίκων της Κεντρικής Ιταλίας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. aborigine Αρχειοθετήθηκε 2012-01-19 στο Wayback Machine., Oxford Dictionaries
  2. "aborigines" στο World Encyclopedia. Philip's, 2008. Oxford University Press.



Εικονίδιο αποσαφήνισης
Αυτή είναι μια σελίδα αποσαφήνισης, δηλαδή μια σελίδα που δείχνει άλλες που θα είχαν το ίδιο όνομα με αυτήν.
Εάν ακολουθήσατε μια σύνδεση εδώ, μπορεί να θελήσετε να επιστρέψετε και να διορθώσετε τον σύνδεσμο για να συνδέει προς την κατάλληλη συγκεκριμένη σελίδα.