Άβαντι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αργυρό νόμισμα του Βασιλείου Άβαντι, περ. 400-312 π.Χ.. Στην πρόσθια όψη εικονίζει ένα ψάρι, ενώ η πίσω όψη είναι κενή. Διαστάσεις: 10 x 9,32 mm. Μάζα: 1,7 γραμμάριο.

Το Άβαντι ή Αβάντι (σανσκρ. अवन्ति, Avanti) ήταν ένα μαχαγιαναπάδα («Μέγα Βασίλειο») της αρχαίας Ινδίας, που αντιστοιχεί χονδρικά στην περιοχή Μάλβα ή τη δυτική Μάλβα (στη σημερινή βορειο-κεντρική Ινδία). Κατά τα βουδιστικά κείμενα Ανγκουττάρα Νικάγια, το Άβαντι ήταν ένα από τα 16 μεγάλα βασίλεια του 6ου αιώνα π.Χ.. Χωριζόταν σε δύο μέρη από τα όρη Βίντυα, με το βόρειο τμήμα να έχει την πρωτεύουσά του στο Ουτζέιν και το νότιο να έχει το κέντρο του στο Μαχισματί.[1][2]

Ο αρχαίος λαός που ανήκε σε αυτό το βασίλειο περιγράφηκε ως μαχαβάλα (πολύ ισχυρός) στο «Ουντιόγκα Πάρβα» (19.24), το 5ο βιβλίο της Μαχαβαράτα.[3] Σύμφωνα με τις Βισνού Πουράνα (II.3), Μπαγκαβάτα Πουράνα (XII.I.36) και Βράχμα Πουράνα (XIX.17), οι Αβάντιοι συνδέονταν με τους κατοίκους της Μαλάβα, της Σαουράστρα, τους Αμπίρα/Γιαντάβ, τους Καρούσα και τους Αρμπούντα. Παρουσιάζονται να κατοικούν κατά μήκος των βουνών Παριγιάτρα ή Παριπάτρα[4][5], δυτικό τμήμα των Βίντυα.

Οι Χαϊχάγια του Μαχισματί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τις Πουράνες, οι πρώτοι κυβερνήτες του Άβαντι ήταν οι Χαϊχάγια ή Χεχέγια, που κατέλαβαν την περιοχή από τους Νάγκα. Αρχικώς κυβερνούσαν από το Μαχισματί. Μερικές αναφορές ωστόσο έχουν την πόλη Ουτζέιν (τότε Ουτζαγίνι) ήδη ως πρωτεύουσα του βασιλείου.[6] Αργότερα το όλο βασίλειο χωρίσθηκε σε δύο τμήματα, με συμ-πρωτεύουσες το Μαχισματί και το Ουτζαγίνι. Οι Χαϊχάγια ήταν μια συνομοσπονδία 5 φυλών, των Βιτιχότρα, των Μπότζα, των Άβαντι, των Τουντικέρα και των Σαρυάτα. Αργότερα έγιναν γνωστοί από την κυρίαρχη φυλή τους, τους Βιτιχότρα. Ο Ριπουντζάγια, ο τελευταίος Βιτιχότρα βασιλιάς στο Ουτζαγίνι, ανατράπηκε από τον υπουργό του Πουλίκα, ο οποίος πέρασε τον θρόνο στον γιο του τον Πραντυότα.[7][8]

Η Ντίγκα Νικάγια αναφέρει έναν βασιλιά του Άβαντι ονόματι Βεσαμπού ή Βισβαμπού και την πρωτεύουσά του Μαχισατί (το Μαχισματί). Πιθανώς ήταν ένας ηγεμόνας των Βιτιχότρα.[9]

Η Δυναστεία Πραντυότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πραντυότα ήταν σύγχρονος του ιστορικού Βούδα, του Σιντάρτα Γκαουτάμα.[10] και ήταν γνωστός και ως Τσανταπραντυότα Μαχασένα. Αιχμαλώτισε τον βασιλιά του βασιλείου Βάτσα, τον Ουνταγιάνα, αλλά αργότερα του έδωσε την κόρη του, τη Βασαβαντάτα, ως σύζυγο. Τότε το Άβαντι ήταν μία από τις 4 μεγάλες δυνάμεις της βόρειας Ινδίας. Η Μαχαβάγκα περιγράφει τον Πραντυότα ως σκληρό. Σύμφωνα με τη Mατζίμα Νικάγια, ο Ατζατασάτρου, ο βασιλιάς της Μάγκαντα, οχύρωσε τη Ρατζαγκρίχα (το σημερινό Ρατζγκίρ) για να την προστατεύσει από εισβολή του Πραντυότα. Ο Πραντυότα άνοιξε πόλεμο και με τον Πουσκαρασαρίν, βασιλιά των Ταξάσιλων[11] Η κυρίως βασίλισσα του Πραντυότα, η Γκοπαλαμάτα, ήταν μαθήτρια του Βουδιστή μοναχού Μαχακατυαγιάνα και ανήγειρε μια στούπα στο Ουτζαγίνι.

Τον Πραντυότα διαδέχθηκε ο ένας από τους δυο γιους του, ο Παλάκα. Τζαϊνιστικές πηγές αναφέρουν ότι ο Παλάκα έγινε βασιλιάς την ημέρα του θανάτου του Μαχαβίρα. Κατά το Καθασαριτσάγκαρα και το Αβασυάκα καθανάκα, Το βασίλειο Βάτσα ήταν ήδη τμήμα του Άβαντι επί Παλάκα και ένας πρίγκιπας της βασιλικής του οικογένειας κυβερνούσε την πόλη Καουσάμπι. Στο θεατρικό έργο Mricchakatika (περ. 5ος αι. μ.Χ.), ο Παλάκα χαρακτηρίζεται ως ένας τύραννος που ανατράπηκε με λαϊκή εξέγερση. Αυτή η εξέγερση ανέβασε στον θρόνο του Ουτζαγίνι τον Αρυάκα. Οι Πουράνες αναφέρουν τον Ναντιβαρντάνα ή τον Βαρτιβαρντάνα ως διάδοχο του Αρυάκα. Αλλά αυτά τα ονόματα είναι πιθανώς παραφθορές του «Αβαντιβαρντάνα», του ονόματος του γιου του Παλάκα σύμφωνα με το Καθασαριτσάγκαρα, ή του ανεψιού του κατά το νεπαλέζικο Μπριχατκάθα. Ο Αβαντιβαρντάνα ηττήθηκε από τον Σισουνάγκα, βασιλιά της Μάγκαντα.[12]

Υπό τη Μάγκαντα και τους Μάλαβα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Σαντραγκούπτα Μαουρύα της Μάγκαντα κατέκτησε το Άβαντι και το προσάρτησε στο βασίλειό του. Το Ουτζαγίνι, μία από τις επτά ιερές πόλεις των Ινδών, περίφημη για την ομορφιά και τον πλούτο της, έγινε κέντρο του βουδισμού και του Τζαϊνισμού.

Τον 2ο αιώνα π.Χ. βρίσκουμε τα εδάφη του Άβαντι να υπάγονται στη δυτική σατραπεία των Σάκα, με πρωτεύουσα και πάλι το Ουτζαγίνι και κυβερνήτη τον Ρουντράνταμαν Α΄. Το όνομα της φυλής των Μάλαβα, η οποία είναι άγνωστο το πότε ήλθε να εγκατασταθεί στην περιοχή, αντικατέστησε βαθμιαία την ονομασία «Άβαντι» του παλαιού βασιλείου και περιοχής.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Mahajan, V.D. (1960, ανατύπωση 2007): Ancient India, New Delhi: S. Chand, ISBN 81-219-0887-6, σελ. 233
  2. Raychaudhuri, H.C. (1972): Political History of Ancient India, Calcutta: University of Calcutta, σσ. 85, 129-130
  3. Law, B.C. (1973). Tribes in Ancient India, Bhandarkar Oriental Series No.4, Poona: Bhandarkar Oriental Research Institute, σσ. 337-343
  4. Law, B.C. (1973): Tribes in Ancient India, Bhandarkar Oriental Series No.4, Poona: Bhandarkar Oriental Research Institute, σελ. 63
  5. Gokhale, B. G. (1962). Samudra Gupta: Life and Times. New Delhi: Asia Publishing House. σελ. 18. 
  6. Gopal, Madan (1990). K.S. Gautam, επιμ. India through the ages. Publication Division, Ministry of Information and Broadcasting, Government of India. σελ. 74. 
  7. Raizada, Ajit (1992): Ujjayini (in Hindi), Bhopal: Directorate of Archaeology & Museums, Government of Madhya Pradesh, σελ. 21
  8. Raychaudhuri, H.C. (1972): Political History of Ancient India, Calcutta: University of Calcutta, σσ. 130-131
  9. Bhattacharyya, P. K. (1977). Historical Geography of Madhya Pradesh from Early Records. Delhi: Motilal Banarsidass. σελίδες 118–9. ISBN 9788120833944. 
  10. Kailash Chand Jain 1972, σελ. 99.
  11. Raychaudhuri, H.C. (1972): Political History of Ancient India, Calcutta: University of Calcutta, σσ. 179-181
  12. Raychaudhuri, H.C.: Political History of Ancient India, University of Calcutta, Calcutta 1972, σσ. 192-195


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Jain, Kailash Chand: Malwa Through the Ages (1η έκδοση), εκδ. οίκος Motilal Banarsidass, 1972 (ISBN 978-81-208-0805-8)
  • Το ομώνυμο λήμμα στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britannica, έκδ. 2006, τόμος 1, σελ. 67