Φασηλίδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Μικρά Ασια στην αρχαιότητα

Η Φασηλίδα (αρχ. Φασηλίς), υπήρξε για πολλούς αιώνες ελληνική πόλη και σημαντικό λιμάνι στη νότιο Μικρά Ασία, απέναντι από την Κύπρο και δυτικά, κοντά στη σημερινή Αττάλεια, και είναι γνωστή κυρίως για την πολιορκία της από τους Έλληνες το 469 ή 466 π.Χ.[1] κατά την εκστρατεία τους εναντίον των περσικών δυνάμεων που είχαν τότε συγκεντρωθεί στις εκβολές του Ευρυμέδοντα ποταμού. Τα χρόνια εκείνα η Φασηλίδα τελούσε υπό περσική κυριαρχία και οι Έλληνες προσπάθησαν και πέτυχαν να την αποσπάσουν από αυτήν. Οι περισσότεροι την ενέτασσαν τότε στην περιοχή της Λυκίας αν και μερικοί την ενέτασσαν στης Παμφυλίας[2], επειδή ήταν τρόπον τινά μεθοριακή πόλη. Παρά τη δωρική της καταγωγή, πάντως, υπήρξε στη συνέχεια για καιρό το ανατολικότερο σημείο[3] ουσιαστικής αθηναϊκής επιρροής στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας επί της Μεσογείου. Η στρατηγική της θέση και ο εξαίρετος ελλιμενισμός που προσέφερε την έκαναν να υποστεί πολλές επιδρομές και καταλήψεις, αλλά επιβίωσε ως ισχυρό εμπορικό λιμάνι μέχρι τον 11ο μ.Χ.. Ύστερα μαράζωσε είτε λόγω των πειρατών είτε λόγω γειτονικού έλους. Ρωμαϊκά ερείπια διασώζονται μέχρι σήμερα στην αρχαία θέση, η οποία βρίσκεται κοντά στο χωριό Τεκίροβα, στον κόλπο της Αττάλειας (Antalya στα τουρκικά)[4]


Μοντέλο που κατασκευάστηκε στο πρότυπο αρχαίου πλοίου, αλλά ειδικά στη μάχη στον Ευρυμέδοντα οι τριήρεις είχαν μετασκευαστεί για να χωρούν παραπάνω οπλίτες

Η πολιορκία της από τον Κίμωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φασηλίδα είχε ιδρυθεί από Ροδίους, δηλαδή Δωριείς στην καταγωγή, γύρω στο 700 π.Χ. Ήταν σε στρατηγική θέση επάνω σε ισθμό μεταξύ δύο πολύ καλών λιμένων και γι’ αυτό εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα από τα ασφαλέστερα και πιο πολυσύχναστα λιμάνια της Λυκίας. Ως διαμετακομιστικό κέντρο και απλός σταθμός ελλιμενισμού εξυπηρετούσε εμπορικά τη Φοινίκη, την Κύπρο, την Αίγυπτο, την γειτονική της Παμφυλία καθώς και το εσωτερικό της Μικράς Ασίας καθώς και τα παράλια της σημερινής Μέσης Ανατολής αλλά και την ηπειρωτική Ελλάδα. Η Φασηλίδα είχε καταληφθεί από τους Πέρσες όταν αυτοί επεκτάθηκαν σε όλη τη Μικρά Ασία –άγνωστο πότε ακριβώς.

Οι Αθηναίοι ως ηγέτες της Συμμαχίας της Δήλου είχαν αποφασίσει μετά τη λήξη των Περσικών Πολέμων να κρατήσουν στο εξής τους Πέρσες μακριά από την Ιωνία. Όταν έμαθαν ότι περσικές δυνάμεις πεζικού και ναυτικού συγκεντρώνονταν στον Ευρυμέδοντα ποταμό, στην Παμφυλία, κατάλαβαν ότι οι Πέρσες είχαν σκοπό να κινηθούν παραλιακά για την ανακατάληψη της Ιωνίας –οι Πέρσες δεν ήθελαν να χωρίζουν το πεζικό από το ναυτικό τους, τουλάχιστον όταν είχαν ως εχθρούς τους Έλληνες. Ο Κίμωνας έφυγε τότε με το στόλο του (200 τριήρεις και περίπου 5.000 άνδρες) από την Κνίδο, αρχαία πόλη απέναντι από τη Νίσυρο, και κατευθύνθηκε στην Φασηλίδα, επειδή αυτή εξακολουθούσε να βρίσκεται σε περσικά χέρια και ο Κίμωνας ήξερε πόσο σημαντικό σημείο ανεφοδιασμού θα μπορούσε να αποδειχτεί στην πορεία των Περσών προς την Ιωνία.

Γνωρίζοντας πιθανώς ότι στις τριήρεις των Περσών μπορεί να προστίθεντο και άλλες 80 φοινικικές από την Κύπρο, βιαζόταν να επιτεθεί προτού έρθουν οι ενισχύσεις των αντιπάλων του. Οι Πέρσες είχαν ήδη 200 τριήρεις στις εκβολές του Ευρυμέδοντα και μέχρι στιγμής οι δυνάμεις τους ήταν ίσες. Έκρινε όμως σκόπιμο να καταλάβει πρώτα το διπλό λιμένα των Φασηλιτών. Η Φασηλίδα , ήταν μεν ελληνική πόλη, αλλά η ηγεσία της (πιθανόν και η κοινή γνώμη της) δεν διετίθετο να προσχωρήσει στον ελληνικό συνασπισμό. Στην πόλη κατά πάσα πιθανότητα υπήρχε εξάλλου τοποθετημένη και περσική φρουρά. Οι Φασηλίτες[5] ξεκαθάρισαν λοιπόν στον Κίμωνα ότι δεν δέχονταν να ελλιμενισθεί εκεί ο στόλος του και ότι επιπλέον δεν θα επέτρεπαν ούτε την τροφοδοσία του στρατού του. Εκείνος προχώρησε σε πολιορκία παρότι στο ελληνικό στρατόπεδο κυριαρχούσε μεγάλη νευρικότητα, αφού ήταν γνωστό ότι οι Πέρσες απείχαν οδικά 80 χιλιόμετρα και ελλιμενίζονταν ακριβώς απέναντι στον κόλπο της σημερινής Αττάλειας. Για να συντηρηθεί μάλιστα το ελληνικό στράτευμα και τα πληρώματα, οι άνδρες έπρεπε να λεηλατούν τις γύρω περιοχές και η παράταση της πολιορκίας στοίχιζε σε τρόφιμα, δυνάμεις και ηθικό.

Οι Χίοι, που ανήκαν στη Συμμαχία της Δήλου , είχαν από παλιά καλές εμπορικές σχέσεις με τη Φασηλίδα. Φέρονται να μεσολάβησαν μεταξύ του Κόνωνα και των κατοίκων της Φασηλίδας για να επιτευχθεί συμφωνία και να πάρει τέλος η μέχρι τότε ατελέσφορη πολιορκία. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο[6] πέταξαν μηνύματα καρφωμένα ή τυλιγμένα στα βέλη τους στο εσωτερικό της πόλης και έτσι μπόρεσαν να συνεννοηθούν με τους κατοίκους της και να καταλήξουν σε συμφωνία. Ίσως η συμφωνία ήταν οι Φασηλίτες να δεχτούν να διώξουν την περσική φρουρά ή να ανατρέψουν την τυχόν φιλοπερσική κυβέρνησή τους, ή τίποτε από αυτά. Πάντως με κάποιο τρόπο ανατράπηκε το σκηνικό και τα μηνύματα στα βέλη κατέληξαν στο να ενταχθεί η Φασηλίδα στη Συμμαχία της Δήλου, παρέχοντας στρατό και αποδεχόμενη να καταβάλλει 10 τάλαντα κάθε χρόνο –το συμμαχικό φόρο.

Ο Κίμωνας έχοντας πλέον τα νώτα του καλυμμένα, διάσχισε τον κόλπο και επιτέθηκε στο στόλο των Περσών. Οι τελευταίοι, στη μάχη στον Ευρυμέδοντα ποταμό για άγνωστους λόγους (αλλά μάλλον επειδή δεν είχαν έρθει ακόμα οι φοινικικές ενισχύσεις) προτίμησαν να δώσουν μάχη με το πεζικό τους και να αποσύρουν το στόλο τους στον ποταμό (ήταν φαρδύς και πλωτός μέχρι αρκετά ψηλά στην ενδοχώρα). Η ήττα τους ήταν συντριπτική και απάλλαξε τους Έλληνες και άλλους λαούς της περιοχής από περσικές ενοχλήσεις για περίπου 20 χρόνια -μέχρι το 451 π.Χ..


Ο λαός της Φασηλίδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιστορικοί δεν γνωρίζουν ποιες ήταν τότε οι πραγματικές προθέσεις του μέσου πολίτη της Φασηλίδας –αν δηλαδή ο λαός της ήθελε να προσχωρήσει στη Συμμαχία της Δήλου ή εκβιάστηκε. Ο λόγος είναι ότι οι πηγές δεν αναφέρουν λεπτομέρειες και παράλληλα η γεωγραφική θέση της Φασηλίδας ήταν πολύ πιο ευάλωτη στην κοντινή περσική απειλή από άλλες πόλεις της Ιωνίας. Μπορεί δηλαδή οι κάτοικοι να θεωρούσαν ότι η Συμμαχία της Δήλου δεν ήταν σε θέση να τους προστατέψει από τον επεκτατισμό των Περσών και κατά συνέπεια να φοβούνταν ότι σε περίπτωση που διευκόλυναν τους υπόλοιπους Έλληνες σύντομα θα το πλήρωναν πολύ ακριβά, όχι γιατί η κυρίως Ελλάδα ή οι Ίωνες θα αδιαφορούσαν, αλλά επειδή θα αδυνατούσαν. Άλλο ενδεχόμενο είναι οι κάτοικοι ή ίσως μόνον η κυβέρνηση των Φασηλιτών (που φαίνεται να ήταν αριστοκρατική ή ολιγαρχική) να μη δυσανασχετούσαν με την περσική επικυριαρχία, μια που συνήθως οι Πέρσες είχαν διακριτική παρουσία και ειδικά όσες πόλεις είχαν αριστοκρατικά πολιτεύματα δεν ένιωθαν βαριά την κατοχή –οι δημοκρατικές πόλεις ήταν εκείνες που αντιδρούσαν περισσότερο στον περσικό έλεγχο.


Χάρτης του 15ου αιώνα μ.Χ.

Τι απέγινε η Φασηλίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φασηλίδα παρέμεινε ελεύθερη για αρκετά χρόνια, αλλά δεν γνωρίζουμε πόσα ακριβώς. Αναφέρεται ξανά στους όρους της ειρήνης μεταξύ Ελλήνων και Περσών το 449 π.Χ. όπου σύμφωνα με το Διόδωρο το Σικελό[7] προβλεπόταν ότι «στη Φασηλίδα δε θα επιτρεπόταν πλέον ο ελλιμενισμός πολεμικού στόλου». Αυτό δείχνει ότι η περιοχή καθιερώθηκε μεταξύ Ελλήνων και Περσών να είναι ουδέτερο λιμάνι. Κατοπινά είναι γνωστό ότι οι περισσότερες πόλεις της Λυκίας αποστάτησαν από τη Συμμαχία της Δήλου εκτός από την Φασηλίδα και την Τελμεσσό (σημερινό Dalian στα τουρκικά) και ότι οι Αθηναίοι προσπάθησαν να τις επαναφέρουν. Οι κάτοικοι της Λυκίας τους νίκησαν και έμειναν στην αυτονομία τους, ώσπου επανακατακτήθηκαν από τους Πέρσες, άγνωστο πότε ακριβώς. Επίσης άγνωστο είναι αν η Φασηλίδα παρέμεινε ανεξάρτητη ή υποτάχθηκε μαζί με τις άλλες πόλεις της Λυκίας, όμως λογικά αφού οι Πέρσες προέλασαν σε όλη την περιφέρεια αποκλείεται να άφηναν ουδέτερο ένα λιμάνι στρατηγικής σημασίας σαν το δικό της. Το 412 π.Χ. πάντως η Λυκία αναφέρεται πλέον ως σύμμαχος των Περσών.

Όταν περίπου 80 χρόνια αργότερα ο Μέγας Αλέξανδρος προχώρησε στην εκστρατεία του εναντίον των Περσών, πέρασε και από την Φασηλίδα που συμπεριελήφθη στις κατακτήσεις του. Μετά το θάνατό του η πόλη περιήλθε στον έλεγχο διάφορων ελληνιστικών βασιλείων, άλλοτε της Αιγύπτου και άλλοτε της Ρόδου. Γύρω στο 170 π.Χ. ο Άτταλος Β΄ της Περγάμου έκτισε την Αττάλεια, σε απόσταση περίπου 40 χιλιομέτρων από την Φασηλίδα και φρόντισε ιδιαίτερα για το λιμάνι της πόλης του, γεγονός που μπορεί να οδήγησε σταδιακά το λιμάνι της Φασηλίδας σε δεύτερη μοίρα. Γύρω στο 160 π.Χ., η Φασηλίδα πέρασε στον έλεγχο των Ρωμαίων που σχημάτισαν στην περιοχή τη διοίκηση Λυκίας

Φαίνεται πως κάποια στιγμή στη συνέχεια πέρασε, όπως πολλοί λιμένες της περιοχής αλλά και νησιά του Αιγαίου, στα χέρια πειρατών. Οι Ρωμαίοι χρειάστηκε να δίνουν μάχες για να την αποσπούν από αυτούς, καθώς οι Φασηλίτες είχαν ιδιαίτερες εμπορικές συμφωνίες και συνθήκη ειρήνης τρόπον τινά με τους ισχυρούς πειρατές της Κιλικίας. Όταν οι Ρωμαίοι κατάφεραν γύρω στο 50 π.Χ. να καταλάβουν τον Ολυμπο, μια γειτονική πόλη, πολιόρκησαν και την Φασηλίδα. Τότε την υπερασπιζόταν κάποιος ονόματι Ζηνίκετος[8] που είχε εκεί το «πειρατήριό του» όπως αναφέρει ο Στράβωνας και διαφέντευε επίσης την Παμφυλία και τον Ολυμπο. Όταν πια ο Ζηνίκετος διαπίστωσε ότι δεν είχε ελπίδα διαφυγής, έβαλε φωτιά στα πάντα, σκότωσε την οικογένειά του και αυτοκτόνησε πέφτοντας και ο ίδιος στις φλόγες.

Αν και η Φασηλίδα συνήλθε από την καταστροφή, οι φυσικές αλλαγές στο πέρασμα των αιώνων είχαν μεταβάλει ορισμένα σημεία σε βάλτους που όχι μόνoν μύριζαν άσχημα αλλά και γίνονταν αιτία μετάδοσης ασθενειών, γεγονός που οδήγησε πιθανόν και στον σταδιακό μαρασμό της πόλης. Ε είναι γνωστό ότι είχε ενεργή δράση γιατί διέθετε επίσκοπο το 459 μ.Χ. Επίσης το 787 μ.Χ. αντιπροσωπεύτηκε στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο κατά της εικονομαχίας. Αναφέρεται τέλος μέχρι το 1200 στα αρχεία των επισκοπών και αρχιεπισκοπών του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ανήκε δηλαδή στους Βυζαντινούς για πολλούς αιώνες.

Οι Βυζαντινοί την ανακαταλάμβαναν κατά καιρούς από πειρατές, αλλά ο έλεγχος ήταν πια δύσκολος. Η πόλη καταλήφθηκε από τους άραβες και έγινε όπως πολλές πόλεις της περιοχής σημείο συγκρούσεων μεταξύ Σταυροφόρων και Αράβων αλλά και Βυζαντινών. Τον 11ο αιώνα ήταν πλέον μια εξαιρετικά φτωχή πόλη. Καταλήφθηκε από Τούρκους του 1076 και ανακαταλήφθηκε από Βυζαντινούς ώσπου πέρασε στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων. Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έμεινε για τρία χρόνια στα χέρια των Ιταλών και το 1921 ξαναδόθηκε στην Τουρκία.

Υδραγωγείο ρωμαϊκής εποχής

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποτε μεταξύ των αξιοθεάτων της ήταν ένας ναός της Αθηνάς, στον οποίο εκτίθετο και η λόγχη του Αχιλλέα[9]. Υπήρξε επίσης γενέτειρα του ποιητή και ρήτορα Θεοδέκτη. Τέλος, ήταν γνωστή και για το απόσταγμα των τριαντάφυλλών της, από τα οποία οι ντόπιοι έβγαζαν ένα μοναδικό άρωμα. Τώρα υπάρχουν εκεί αρκετά ερείπια της ρωμαϊκής εποχής (από αγωγούς και θέατρο) καθώ και σαρκοφάγοι.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. οι μισοί ιστορικοί θεωρούν σωστή την πρώτη χρονολογία και οι μισοί την δεύτερη
  2. Ο Στράβωνας στη «Γεωγραφία» του αναφέρει ότι ανήκει στη Λυκία ενώ το Λεξικό «Σούδα» ή «Σουίδα» αναφέρει ότι ανήκε στην Παμφυλία
  3. “The Greek wars: the failure of Persia” του George Cawkwell σελ.170
  4. Μπορείτε να δείτε την περιοχή στο google earth στις συντεταγμένες 36 31 23 Βορείως και 30 33 08 Ανατολικά
  5. Πλούταρχος, βίος Κίμωνα, παράγραφος 12
  6. οἱ δὲ Χῖοι πρὸς τοὺς Φασηλίτας ἐκ παλαιοῦ φιλικῶς ἔχοντες, ἅμα μὲν τὸν Κίμωνα κατεπράϋνον, ἅμα δὲ τοξεύοντες ὑπὲρ τὰ τείχη βιβλίδια προσκείμενα τοῖς ὀϊστοῖς (βέλη) ἐξήγγελλον τοῖς Φασηλίταις. Τέλος δὲ διήλλαξεν αὐτούς, ὅπως δέκα τάλαντα δόντες ἀκολουθῶσι καὶ συστρατεύωσιν ἐπὶ τοὺς βαρβάρους.
  7. Διόδωρος ο Σικελιώτης, βιβλίο 12.4.5
  8. «Slave revolts in antiquity», της Theresa Urbainczyk σελίδα 131
  9. “The Catholic Encyclopedia” έκδοση του 1917