Φάλαγγας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φάλαγγας στο Ιράν, δεκαετία του 1920
Φάλαγγας στο Ιράν, δεκαετία του 1920

Ο φάλαγγας (ή και η φάλαγγα) είναι τύπος βασανιστηρίου και μέθοδος σωματικού σωφρονισμού, συνιστώμενο κυρίως σε αλλεπάλληλα χτυπήματα στα πέλματα των ποδιών.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ελληνική γλώσσα η μέθοδος έχει λάβει ιστορικά το όνομά της από τον φάλαγγα, ένα ξύλο χοντρό και μακρύ σαν σκουπόξυλο μήκους περίπου ενός μέτρου. Στο ένα άκρο του υπήρχαν δυο τρύπες, από τις οποίες περνούσε ένα σχοινί. Με το σχοινί έδεναν τους αστραγάλους του τιμωρημένου / βασανιζόμενου, και το έστριβαν για να σφίξει. Στη συνέχεια, ο τιμωρημένος κρεμούνταν με τα πόδια ψηλά, έτσι ώστε με τις πλάτες να αγγίζει το χώμα, ενώ ορισμένες φορές περιγράφεται ότι όλο το σώμα αιωρείτο, με το κεφάλι πάνω από το έδαφος. Στην θέση αυτή ο τιμωρημένος δεχόταν αλλεπάλληλα χτυπήματα με ραβδί στις πατούσες. Οι πόνοι σε αυτό το σημείο του σώματος περιγράφονται ως αφόρητοι. Οι βασανισμένοι ήταν ανίκανοι να περπατήσουν ή να τρέξουν και αποτελούσαν έρμαια των «κυνηγών» τους. Η αγριότητα του βασανιστηρίου κυμαίνονταν από «απλές» ξυλιές, μέχρι την πλήρη εξουθένωση του κρεμασμένου ανάποδα ώσπου λιποθυμούσε ή πέθαινε. Μια πιο βάρβαρη παραλλαγή ήταν η επιβάρυνση του θώρακα του τιμωρημένου με έναν καθισμένο δεύτερο βασανιστή, ο οποίος με κάθε ξυλιά ανακαθόταν με ορμή στο στήθος του τιμωρημένου.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φάλαγγα αξιοποιήθηκε ως μέθοδος σωφρονισμού από το οθωμανικό καθεστώς. Συνέχισε να χρησιμοποιείται ως τιμωρία στα σχολεία, αλλά και στις φυλακές. Σαν βασανιστήριο κρατουμένων επιβαλλόταν και στη ναζιστική Γερμανία (1933-1945). Στην Ελλάδα η φάλαγγα καταργήθηκε ως σχολική πρακτική το 1878, μα αξιοποιήθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1946-1949) και επί της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974).

Χρήση φάλαγγας για βασανισμό κρατουμένων έχει αναφερθεί όσον αφορά το καθεστώς των Ερυθρών Χμερ στην Καμπότζη (1975-1979) και τη δικτατορία του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ (1979-2003).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]