Μεσόφωνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Μεσόφωνος ή μέτσο-σοπράνο (mezzo-soprano) ονομάζεται η ερμηνεύτρια του λυρικού θεάτρου, της οποίας η φωνή εκτείνεται μεταξύ κοντράλτο και υψιφώνου (σοπράνο).

Δεδομένου ότι στις περισσότερες όπερες οι γυναικείοι πρωταγωνιστικοί ρόλοι έχουν γραφτεί για σοπράνο, οι μέτσο-σοπράνο συνήθως ερμηνεύουν υποστηρικτικούς ρόλους. Δεν είναι όμως σπάνιο φαινόμενο, κάποιος ρόλος υψιφώνου να δοθεί σε μεσόφωνο, ιδίως εάν ο σκηνοθέτης επιθυμεί να δώσει έναν πιο δραματικό τόνο και εκτιμά ότι αυτός μπορεί να αποδοθεί καλύτερα από βαθύτερη φωνή - χαρακτηριστικά παραδείγματα σε πολλές παραγωγές είναι η Δέσποινα του «Έτσι κάνουν όλες», η Σαντούτσα της «Καβαλερία Ρουστικάνα» ή η Λαίδη Μάκβεθ στο «Μάκβεθ».

Ανάμεσα στις λίγες όπερες που ο πρωταγωνιστικός ρόλος έχει γραφτεί εξαρχής για μέτσο, ξεχωρίζουν η «Κάρμεν» του Ζωρζ Μπιζέ και ο «Κουρέας της Σεβίλλης» του Ροσσίνι. Πρόκειται όμως για μικρό αριθμό εξαιρέσεων από το γενικό κανόνα, ο οποίος θέλει τις μεσοφώνους να είναι witches, bitches, and britches: μάγισσες (witches) άλλοτε μοχθηρές κι άλλοτε καλόκαρδες, ανήθικες γυναίκες (bitches) που προσπαθούν να αποπλανήσουν τον αγαπημένο της πρωταγωνίστριας, ή ερμηνεύτριες ανδρικών ρόλων (britches από παραφθορά του breeches: ανδρικές βράκες) που κανονικά απαιτούν κοντρα-τενόρο.

Διακεκριμένες ελληνίδες μεσόφωνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Mezzo-soprano της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).