Στρειδοφάγος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στρειδοφάγος
Ενήλικος Στρειδοφάγος
Ενήλικος Στρειδοφάγος
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Αιματοποδίδες (Haematopodidae)
Γένος: Αιματόπους (Haematopus) (Linnaeus, 1758)
Είδος: H. ostralegus
Διώνυμο
Haematopus ostralegus (Στρειδοφάγος)
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Haematopus ostralegus buturlini
Haematopus ostralegus longipes
Haematopus ostralegus osculans
Haematopus ostralegus ostralegus

Ο Στρειδοφάγος είναι παρυδάτιο καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Αιματοποδιδών, που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Haematopus ostralegus και περιλαμβάνει 4 υποείδη.[1] Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος H. h. longipes (Buturlin, 1910), αλλά κατά την μετανάστευση υπάρχει μετακίνηση στη χώρα και του υποείδους H. h. ostralegus (Linnaeus, 1758) [i] από το βορρά, οπότε υπάρχει ανάμιξη πληθυσμών.[1][2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους, haematopus, είναι ελληνική (αίμα + πους) και συσχετίζεται με το κόκκινο (ορθότερα, βαθύ ροδόχρωμο) χρώμα των ταρσών του πτηνού. Η αγγλική ονομασία του είδους oystercatcher, είναι η αντίστοιχη της λατινικής ostralegus <ostrĕa, ae, f., and (rarely) ostrĕum, i, n (=όστρακο) + lĕgo (lēgi, lectum) (=συλλέγω, σηκώνω από κάτω, μαζεύω), με σαφή συσχετισμό στις διατροφικές συνήθειες του πτηνού.[3][4]

Το αυτό ακριβώς ισχύει και για την ελληνική ονομασία του είδους.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του Στρειδοφάγου. Πράσινο: Όλο το έτος (επιδημητικός), Κίτρινο: Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής, Μπλέ: Περιοχές διαχείμασης

Ο Στρειδοφάγος απαντάται σε όλο τον Παλαιό Κόσμο, και στις τρεις μορφές (επιδημητικό, αποδημητικό, διαβατικό), όπου τοπικά είναι κοινό είδος. Στην Ευρασία, τα δυτικά όρια της εξάπλωσής του, βρίσκονται στον Ατλαντικό και τα ανατολικά στη χερσόνησο της Καμτσάτκα, τα βόρεια στο απώτατο άκρο της Σκανδιναβίας και σε νησιά της Ρωσίας στον Αρκτικό Ωκεανό, ενώ τα νότια φθάνουν μέχρι τη Θάλασσα της Αραβίας, τη Σρι Λάνκα και τις ακτές της ανατολικής Κίνας.

Στην Αφρική, καταλαμβάνει μεγάλο μέρος όλων των ακτών βορείως του ισημερινού, κυρίως.

Περιοχές αναπαραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγες είναι οι περιοχές όπου ζει και αναπαράγεται καθ’όλη τη διάρκεια του έτους (επιδημητικό), όλες στην Ευρασία, κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ισλανδία, τις Φερόες, την Ιρλανδία, κατά μήκος των ακτών της Βόρειας Θάλασσας, από το ύψος της Μάγχης, μέχρι τη Δανία και, στις περισσότερες ακτές που βρέχονται από το Αιγαίο Πέλαγος στην Ελλάδα και τη Μικρά Ασία. Σε όλες τις υπόλοιπες περιοχές των δύο ηπείρων, απαντάται μόνον ως καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, με τους κύριους πληθυσμούς να βρίσκονται στη Σκανδιναβία, τη Ρωσία, τμήμα της Σιβηρίας, το Καζακστάν, την Καμτσάτκα, μέχρι τη Βόρεια Κορέα και την ανατολική Κίνα.

Στην Αφρική, πιθανόν να υπάρχουν κάποια άτομα που φωλιάζουν στο Μαρόκο, αλλά γενικά, η ήπειρος θεωρείται επικράτεια διαχείμασης.

Περιοχές διαχείμασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται νότια των περιοχών αναπαραγωγής, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί μετακινούνται από τα ηπειρωτικά προς τις ακτές και, κατά κύριο λόγο, στην Αφρική όπου το είδος διαχειμάζει, σε ένα τεράστιο ημικύκλιο που αρχίζει από τις ακτές της Νιγηρίας, περίπου και, με δυτική κατεύθυνση, περιλαμβάνει όλες τις χώρες στον Ατλαντικό, περνάει από τη Μεσόγειο και, με νοτιοανατολική πλέον κατεύθυνση, φθάνει μέσω των ακτών της Ερυθράς, στη νότια Σομαλία.

Σμήνος από στρειδοφάγους

Στην Ευρώπη, ο Στρειδοφάγος ξεχειμωνιάζει στις ακτές της Ιβηρικής, τις Δαλματικές ακτές της Αδριατικής, τις ακτές του Ιονίου και Αιγαίου Πελάγους, φθάνοντας στα όρια του Ευξείνου Πόντου. Στην Ασία, διαχειμάζει κυρίως στις ακτές της Σαουδικής Αραβίας, τόσο από τη μεριά της Ερυθράς, όσο και στην Αραβική Θάλασσα και με ανατολική κατεύθυνση, στις ακτές του Ινδικού Ωκεανού, μέχρι τη Βιρμανία, όπου η εξάπλωση διακόπτεται για να συνεχιστεί στις ακτές της βόρειας Ινδοκίνας και της ΝΑ Κίνας, όπου βρίσκονται τα ανατολικά όριά της. Παρόλ’αυτά, υπάρχουν και διαχειμάζοντες πληθυσμοί που φθάνουν μέχρι τις ακτές της Ιαπωνίας.

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότεροι πληθυσμοί του Στρειδοφάγου είναι μεταναστευτικοί, με τους αναπαραγομένους στην ενδοχώρα πληθυσμούς, να μετακινούνται προς τις ακτές, κατά τη διάρκεια του χειμώνα.[5]

Αναπαράγεται από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο (Hayman et al. 1986) σε μοναχικά ζεύγη ή μικρές ομάδες (Flint et al. 1984), ενώ κατά τη διάρκεια του χειμώνα απαντάται μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες μέχρι 10 άτομα (Snow και Perrins 1998), αλλά και σε μεγαλύτερα σμήνη, διαμορφώνοντας συχνά σε μεγάλους κόλπους και εκβολές ποταμών, χώρους κουρνιάσματος (Hayman et al. 1986, del Hoyo et al. 1996, Snow και Perrins 1998).

Η φθινοπωρινή αποδημία του Στρειδοφάγου αρχίζει από τα μέσα Ιουλίου και κορυφώνεται τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο, ενώ η εαρινή αποδημία αρχίζει στα τέλη Ιανουαρίου και συνεχίζεται μέχρι τον Απρίλιο.

Τυχαίοι περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί από τον Καναδά, τη Γροιλανδία, τις Σεϋχέλλες, τις Φιλιππίνες, κ.α.[6]

Στην Ελλάδα, ο Στρειδοφάγος απαντάται είτε ως μόνιμο επιδημητικό πτηνό, που φωλιάζει στη βόρεια και κεντρική χώρα, είτε, συνηθέστερα, ως διαχειμάζων επισκέπτης σε όλα τα παράκτια.[7]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρειδοφάγος εν πτήσει (ραχιαία όψη)

Ο Στρειδοφάγος αναπαράγεται σε παράκτιους αλμυρόβαλτους, και παραλίες με άμμο ή/και βότσαλα (del Hoyo et al., 1996), αμμοθίνες αλλά και βραχοκορυφές με χαμηλή βλάστηση (Hayman et al. 1986) και, περιστασιακά σε βραχώδεις ακτές (del Hoyo et al., 1996), καθώς και στην ενδοχώρα κατά μήκος παραλίμνιων οχθών, υδατοδεξαμενών και ποταμών (Hayman et al. 1986), ή σε καλλιέργειες (del Hoyo et al. 1996) και χωράφια με δημητριακά, συχνά σε κάποια απόσταση από το νερό (Hayman et al., 1986).

Εκτός περιόδου αναπαραγωγής, το είδος καταλαμβάνει κυρίως παράκτιες περιοχές, κοντά σε λασπώδη εδάφη στις εκβολές ποταμών, στους αλμυρόβαλτους, στις αμμώδεις και βραχώδεις ακτές.[8] Φαίνεται να εξαρτάται άμεσα από τα εναλλασσόμενα φαινόμενα παλίρροιας-άμπωτης, κυρίως ως προς την αναζήτηση τροφής.[9]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στρειδοφάγος είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα παρυδάτια πτηνά που, με το χαρακτηριστικό ράμφος, τους κοκκινωπούς ταρσούς και τη θορυβώδη παρουσία του, δύσκολα συγχέεται με άλλο είδος.

Το φτέρωμα αναπαραγωγής, τόσο στο κεφάλι και το στήθος, το πάνω μέρος του σώματος και το άκρο της ουράς είναι μαύρα. Στο υπόλοιπο σώμα, το μαύρο είναι λίγο θαμπό στις πλευρές του τραχήλου. Στο χειμερινό φτέρωμα, μία λευκή ζώνη στο εμπρόσθιο τμήμα του κοντού λαιμού είναι ορατή.[10]

Το ράμφος έχει χρώμα κοραλλί πορτοκαλί/κόκκινο και είναι ελαφρώς πεπλατυσμένο πλευρικά και στο μπροστινό μέρος. Τα πόδια είναι έντονα ροδόχρωμα και η ίριδα είναι κόκκινη.[11]. Το ράμφος μπορεί να διαφέρει στην αιχμηρότητα του άκρου του (βλ. Ηθολογία)

Στρειδοφάγος στον οικότοπο του

Τα αρσενικά δεν διαφέρουν από τα θηλυκά, εκτός από κάποια μικρή διαφορά στο μήκος του ράμφους (μεγαλύτερο στα θηλυκά) που, συχνά χρησιμοποιείται ως -αμφισβητήσιμο- διαγνωστικό κριτήριο. Οι πτέρυγες έχουν μία χαρακτηριστική λευκή ταινία στο ύψος των δευτερευόντων ερετικών, που είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτη κατά την πτήση.

Τα νεαρά πουλιά, που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει το τελικό τους φτέρωμα, έχουν πιο καφέ χρωματισμό, ατελή λευκή ταινία στο λαιμό και σκούρο άκρο στο ράμφος, ενώ η ίριδα είναι μαύρη [10][12]

  • Μήκος σώματος: (40-)43 έως 45 εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: 80 έως 86 εκατοστά.[10]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν βρίσκονται σε μαλακά υποστρώματα που υπόκεινται στα παλιρροιακά φαινόμενα, οι στρειδοφάγοι τρέφονται κυρίως με Γαστερόποδα και Δίθυρα. Οι Πολύχαιτοι και τα Μαλακόστρακα είναι πιο σημαντικά στις εκβολές των ποταμών, ενώ τα Μαλάκια όλων των ειδών αναζητούνται σε βραχώδεις ακτές. Όταν το ενδιαίτημα βρίσκεται στην ενδοχώρα, τα κύρια θηράματα είναι οι γαιοσκώληκες και οι προνύμφες εντόμων.[13].

Ανάλογα με το αν η αναζήτηση τροφής γίνεται την ημέρα ή τη νύχτα, -συνήθως, τα άτομα που ζουν σε περιοχές χωρίς παλιρροιακά φαινόμενα τείνουν να είναι μόνον ημερόβια- η λεία ανιχνεύεται με διαφορετικό τρόπο: την ημέρα, το ράμφος παίζει μικρό ρόλο και φαίνεται ότι η λεία ανιχνεύεται από τις μικροδιαφορές στην επιφάνεια του υποστρώματος (στην άμμο λ.χ.) και από τα χρώματα. Σε συνθήκες ελλιπούς φωτός, όμως, το ράμφος είναι που παίζει το σημαντικότερο ρόλο, διότι μέσω της επαφής και της κρούσης, διακρίνονται τα άδεια (νεκρά) από τα γεμάτα (ζωντανά) κελύφη.

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος Στρειδοφάγος εν πτήσει (κοιλιακή όψη)

Ο Στρειδοφάγος, κατά την πτήση, χαρακτηρίζεται από το δυνατό, ευθύ πέταγμα και τις περισσότερες φορές, σχηματίζει σμήνη σε σχήμα V.[12]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο οι στρειδοφάγοι ανοίγουν τα Δίθυρα μαλάκια, κυρίως τα μύδια. Όταν το μέγεθός τους είναι μικρό, μπορεί να καταποθούν ολόκληρα, συνήθως όμως είναι μεγάλου μεγέθους και, το πουλί χρησιμοποιεί το ράμφος του για να τα ανοίξει. Πρώτα αναζητά επίπεδο, σκληρό έδαφος, όπου «στερεώνει» το οστρακοειδές γερά ανάμεσα στα πόδια του, με το πλατύ μέρος στραμμένο προς τα πάνω. Κατόπιν, με τον κορμό και το κεφάλι σε κατακόρυφη θέση, κτυπά κάθετα και επανειλημμένα το κέλυφος μέχρι να προξενήσει κάποιο ρήγμα. Συνήθως το όστρακο ανοίγει στο ύψος του οπίσθιου σφιγκτήρα, όπου είναι και ασθενέστερο. Τότε το πουλί, εισάγει τη μύτη του ράμφους στο μικρό ρήγμα και στρέφει κατά ένα τεταρτημόριο του κύκλου, το κεφάλι του, όποτε το κέλυφος ανοίγει. Η όλη διαδικασία δεν διαρκεί περισσότερο από 10-15 δευτερόλεπτα.

Όταν το κέλυφος είναι ακόμη σκληρότερο, πρώτα το πετάει από ψηλά πάνω στα βράχια και, κατόπιν, προσπαθεί να το ανοίξει εισχωρώντας το άκρο του ράμφους του ανάμεσα στις θύρες του οστράκου.

Είτε με τη μία τεχνική, είτε με την άλλη, το σχήμα και η μορφή του ράμφους ποικίλλει στα διάφορα άτομα και, φαίνεται ότι διαφοροποιείται ανάλογα με την εκάστοτε αναζητούμενη τροφή. Έτσι, οι στρειδοφάγοι με ευρύ, πεπλατυσμένο άκρο στο ράμφος τους, στρέφονται κυρίως στα οστρακοειδή, ενώ τα πουλιά με μυτερό άκρο, προσπαθούν να ξεθάψουν κυρίως σκουλήκια. Φαίνεται, πάντως ότι, αυτή η διαφοροποίηση στο ράμφος, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στη φθορά που προκύπτει από την αναζήτηση της συγκεκριμένης λείας. Τα πουλιά ειδικεύονται στη μία τεχνική ή την άλλη ανάλογα με τα μαθήματα που έχουν πάρει από τους γονείς τους.[14]

Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, οι στρειδοφάγοι κολυμπάνε και, μάλιστα, αρκετά συχνά. Έτσι, άλλωστε εξηγείται, ότι αρκετές ομάδες έχουν παρατηρηθεί σε μακρινή απόσταση από τη στεριά. Πιθανώς τα πουλιά παραμένουν εκεί, όταν κατά τη διάρκεια της νύχτας, σηκώνεται υψηλή παλίρροια, αλλά επίσης, είναι ένας τρόπος, τραυματισμένα ή νεαρά πουλιά να αποφεύγουν τους θηρευτές τους καταφεύγοντας στο νερό. Έχουν μάλιστα τη δυνατότητα να καταδυθούν και, κινούνται κάτω από το νερό μόνο με κτυπήματα των πτερύγων τους. Έτσι, σε ένα βάθος από 30 έως 50 εκατοστά, τα ζώα μπορούν να ταξιδεύουν αποστάσεις έως και 15 μέτρα κάτω από το νερό.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγικό ζευγάρι στρειδοφάγων

Ενώ ο Στρειδοφάγος, εκτός περιόδου αναπαραγωγής, είναι κοινωνικό και «φιλικό» είδος, εν τούτοις, όταν φωλιάζει γίνεται επιθετικός και, πολλές φορές, η διεκδίκηση του ζωτικού του χώρου μπορεί να οδηγήσει σε άγριες αψιμαχίες. Αυτή η συμπεριφορά δεν αφορά μόνον σε άτομα της φυλής του, αλλά και σε άλλα πουλιά ή και μεγαλύτερα από αυτόν ζώα. Όταν λ.χ. κοντά στη φωλιά, πλησιάσουν πρόβατα που βόσκουν στην περιοχή, οι στρειδοφάγοι επιτίθενται και προσπαθούν να διώξουν τους «εισβολείς» με ραμφισμούς στη ράχη τους. Αυτή η έντονα επιθετική συμπεριφορά, μάλιστα, οδηγεί πολλές φορές σε ανεπιτυχή αναπαραγωγικό κύκλο, λόγω της συχνά παντελούς απουσίας των γονέων από τη φωλιά.

Είναι ενεργός αναπαραγωγικά από το 4ο έτος της ηλικίας του και, συνήθως είναι μονογαμικός. Πάντως, ενώ ο δεσμός με το σύντροφό του είναι ισχυρός, σε περίπτωση απωλείας γίνεται άμεση αντικατάσταση μετά από μερικές ημέρες.

Η περίοδος αναπαραγωγής στην Ευρώπη, ξεκινάει στα μέσα Απριλίου στο νότο, αλλά, ανάλογα με τις γεωγραφικές και κλιματικές συνθήκες, μπορεί να φθάσει μέχρι τις αρχές Ιουνίου στα βόρεια.[15] Το σημείο όπου κατασκευάζεται η φωλιά είναι συνήθως ελαφρώς υπερυψωμένο (π.χ. σε μικρά αναχώματα) (Hayman et al. 1986), σε ανοικτά μέρη ή με χαμηλή βλάστηση, αλλά και σε καλλιεργημένη γη, βραχοκορφές, βραχώδη γείσα, η ξέφωτα σε πιο πυκνωμένες περιοχές.[16]

Η φωλιά είναι ένα απλό βαθούλωμα στο έδαφος, που δημιουργείται από περιστροφικές κινήσεις του σώματος. Συνήθως δεν υπάρχει κάποιο υλικό επίστρωσης, αλλά μερικές φορές μπορεί να επιστρώνεται με νεκρό φυτικό υλικό, μικρές πέτρες ή και περιττώματα από κουνέλια.[15]

Η γέννα αποτελείται από 3 αυγά, κάποιες φορές 2-4 αυγά, συνήθως εφ άπαξ, αλλά σε περίπτωση που καταστραφούν τα αυγά -συνήθως από γλάρους-, τότε μπορεί να εναποτεθεί ένα, ή σπάνια, δύο αυγά για αναπλήρωση. Η επώαση πραγματοποιείται και από τα δύο φύλα, συνήθως ξεκινάει μετά την εναπόθεση του τελευταίου αυγού και, διαρκεί 24-27 ημέρες. Οι νεοσσοί σιτίζονται και επιτηρούνται στενά από τους γονείς και, μένουν στη φωλιά μόνο για 1-2 ημέρες, ενώ πολύ σύντομα τρέφονται μόνοι τους ακολουθώντας τους γονείς. Κολυμπάνε σε λίγες ημέρες και, μαθαίνουν πολύ γρήγορα να ακινητοποιούνται πάνω στο έδαφος σε περίπτωση κινδύνου, ενώ ανεξαρτητοποιούνται στις 34-37 ημέρες, περίπου.[15]

  • Έχει παρατηρηθεί, ότι οι νεοσσοί που προέρχονται από φωλιές στην ενδοχώρα (καλλιέργειες κλπ), μαθαίνουν να τρέφονται μόνοι τους πολύ πιο γρήγορα από εκείνους της ίδιας ηλικίας, που προέρχονται από παράκτιες φωλιές. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι, η κύρια τροφή στις ακτές είναι τα οστρακοειδή που, για τη λήψη του μαλακού εσωτερικού τους, απαιτείται η χρήση ισχυρού τελειοποιημένου ράμφους, ενώ στην ενδοχώρα αυτό δεν είναι απαραίτητο, διότι η κύρια λεία στα συγκεκριμένα ενδιαιτήματα είναι οι γαιοσκώληκες, που μπορούν εύκολα να θηρευτούν από τους εκεί νεοσσούς.
  • Κανονικά, ο Στρειδοφάγος είναι μονογαμικός αλλά έχει παρατηρηθεί και το φαινόμενο της διγυνίας. Σ’αυτή την περίπτωση, ένα αρσενικό ζευγαρώνει ταυτόχρονα με δύο θηλυκά σε ξεχωριστές φωλιές, τα οποία έρχονται σε συχνή αντιπαράθεση μεταξύ τους και, υπερασπίζεται η κάθε μία τη δική της φωλιά, ενώ το αρσενικό υπερασπίζεται και τις δύο φωλιές. Σε κάποιες περιπτώσεις, το φώλιασμα γίνεται σε μία μόνο φωλιά που την υπερασπίζονται και τα τρία μέλη. Το ποσοστό διγυνίας, σε μελέτη που έγινε στην Ολλανδία, έφθασε το 25 τοις χιλίοις.[17]

Στην Ελλάδα, ο Στρειδοφάγος φωλιάζει σε παράκτιες περιοχές κυρίως στα βόρεια και σπανιότερα στα κεντρικά της χώρας, αλλά μπορεί να παρατηρηθεί σε όλη την επικράτεια και ως μεταναστευτικό είδος.[18]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος και νεαρός (αριστερά) Στρειδοφάγοι

Στα μέσα του 19ου αιώνα οι στρειδοφάγοι, λόγω των διώξεων και διαταραχών στα εδάφη αναπαραγωγής, αντιμετώπισαν σημαντική μείωση του πληθυσμού τους. Τα αποθέματα των πτηνών αυτών έχουν ανακάμψει με βραδείς ρυθμούς από το 1920 περίπου, μετά την εισαγωγή των πρώτων προστατευτικών μέτρων. Μερικά από αυτά ήσαν η επέκταση της διαχείρισης των λειμώνων, η μείωση της συλλογής των αυγών του, η μείωση του κυνηγιού, η τεχνητή αύξηση της λείας και η διαφορετική διαχείριση της γεωργικής γης.[19] Οι αριθμοί αναπαραγωγής αυτού του είδους μπορεί να μειωθούν, εάν η βόσκηση των διαφόρων βοοειδών εφαρμοστεί σε παράκτιες χορτολιβαδικές εκτάσεις, πιθανώς ως αποτέλεσμα των αλλαγών στη διαθεσιμότητα τροφής και αύξησης των κινδύνων θήρευσης (Olsen και Schmidt 2004). Η μετακίνηση μεγάλου αριθμού γλάρων (Larus argentatus και Larus fuscus), που αποτελούν τους κύριους θηρευτές του, από τα νησιά, μπορεί να προσελκύσει μεγαλύτερο αριθμό ατόμων, αλλά δεν μπορεί να βελτιώσει τις συνολικές συνθήκες αναπαραγωγής (Harris και Wanless 1997). Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι, η δημιουργία μεγάλων θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών (ΘΠΠ) για την προστασία του είδους αυτού από την υπεραλίευση οστρακοειδών, δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική διαχείριση, εφόσον η υπεραλίευση εξακολουθεί να υφίσταται σε γειτονικές περιοχές (Verhulst et al. 2004).

Για την Ελλάδα, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, γι’αυτό κατατάσσεται στην κατηγορία Ανεπαρκώς Γνωστά (Insufficiently Known, K).[20]

Κίνδυνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια απειλή για το είδος είναι η υπεραλίευση των βενθικών οστρακοειδών και η επακόλουθη εξαφάνιση των στρωμάτων που δημιουργούνται στη ζώνη της παλίρροιας. (Atkinson et al.2003, Verhulst et al. 2004, η ENS 2006) Το είδος απειλείται επίσης από την υποβάθμιση των οικοτόπων στις περιοχές διαχείμασης του, λόγω εκχερσώσεων, ρύπανσης, ανθρώπινης όχλησης (Kelin και Qiang 2006) (π.χ. από κατασκευαστικές εργασίες) (Burton et al. 2002), παράκτιες κατασκευές φραγμάτων (Burton 2006) και μείωσης της ροής των ποταμών (Kelin και Qiang 2006). Το είδος είναι ευαίσθητο στη γρίπη των πτηνών και, μπορεί να απειλείται από μελλοντικά κρούσματα του ιού (Melville και Shortridge 2006).

Κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γραμματόσημο των νησιών Φερόες

Στις Φερόες, ο Στρειδοφάγος αποτελεί το εθνικό πτηνό, με την τοπική ονομασία Tjaldur ([ʧaldʊɹ]) και, μάλιστα, ο ετήσιος ερχομός του από τις περιοχές διαχείμασης, γιορτάζεται στις 12 Μαρτίου, ως ημέρα της Grækarismessa, όπως η αρχή της άνοιξης (κάτι αντίστοιχο με τον ερχομό των χελιδονιών στην Ελλάδα). Στο τραγούδι Fuglakvæði των νήσων, ο εθνικός ήρωας Nólsoyar Páll εξύμνησε τον 19ο αιώνα αυτό το πουλί και, από τότε είναι το σύμβολο για την ανεξαρτησία τους.

Ο Στρειδοφάγος απολαμβάνει στις Φερόες καθεστώς αυστηρής προστασίας. Δεκάδες χιλιάδες ζευγάρια αναπαράγονται εκεί, ενώ μερικά άτομα, επίσης, διαχειμάζουν στα νοτιότερα.

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, ο Στρειδοφάγος απαντάται και με τις ονομασίες Θαλασσομπεκάτσα, Στρειδάς και Παρδάλα.[21]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Συμπεριλαμβάνεται και το H. o. malacophagus [22]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Howard and Moore, p. 132
  2. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt
  3. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.13:1625.lewisandshort
  4. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.10:728.lewisandshort
  5. del Hoyo et al.
  6. http://www.iucnredlist.org/details/106003088/0
  7. Όντρια, σ. 106
  8. del Hoyo et al., 1996
  9. Martin Flade
  10. 10,0 10,1 10,2 Hermann Heinzel et al, p. 132
  11. Όντρια, σ. 99
  12. 12,0 12,1 Bruun, p. 112
  13. del Hoyo et al, 1996
  14. Τhe Birds of the Western Palearctic [Abridged]. OUP. 1997. ISBN 0-19-854099-X
  15. 15,0 15,1 15,2 Harrison, p. 137
  16. Snow and Perrins, 1998
  17. Joan Roughgarden
  18. Όντρια, σ. 106-7
  19. Bauer et al, p. 418
  20. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 241
  21. Απαλοδήμος, σ. 53
  22. Howard and Moore, p. 132, note 2

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 55 , λήμμα «Στρειδοφάγος»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Atkinson, P. W.; Clark, N. A.; Bell, M. C.; Dare, P. J.; Clark, J. A.; Ireland, P. L. 2003. Changes in commercially fished shellfish stocks and shorebird populations in the Wash, England. Biological Conservation 114: 127-141.
  • Burton, N. H. K. 2006. The impact of the Cardiff Bay barrage on wintering waterbirds. In: Boere, G.; Galbraith, C., Stroud, D. (ed.), aterbirds around the world, pp. 805. The Stationary Office, Edinburgh, UK.
  • Hans-Günther Bauer, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 1: Nonpasseriformes – Nichtsperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-647-2
  • Martin Flade: Die Brutvogelgemeinschaften Mittel- und Norddeutschlands – Grundlagen für den Gebrauch vogelkundlicher Daten in der Landschaftsplanung. IHW-Verlag, Berlin 1994, ISBN 3-930167-00-X, S. 542
  • Flint, V. E.; Boehme, R. L.; Kostin, Y. V.; Kuznetsov, A. A. 1984. A field guide to birds of the USSR. Princeton University Press, Princeton, New Jersey
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. 1996. Handbook of the Birds of the World, vol. 3: Hoatzin to Auks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Harris, M. P.; Wanless, S. 1997. The effect of removing large numbers of gull Larus spp. on an island population of oystercatchers Haematopus ostralegus: implications for management. Biological Conservation 82: 167-171.
  • Hayman, P.; Marchant, J.; Prater, A. J. 1986. Shorebirds. Croom Helm, London.
  • Kelin, C.; Qiang, X. 2006. Conserving migratory shorebirds in the Yellow Sea region. In: Boere, G.; Galbraith, C., Stroud, D. (ed.), Waterbirds around the world, pp. 319. The Stationery Office, Edinburgh, UK.
  • Melville, D. S.; Shortridge, K. F. 2006. Migratory waterbirds and avian influenza in the East Asian-Australasian Flyway with particular reference to the 2003-2004 H5N1 outbreak. In: Boere, G.; Galbraith, C., Stroud, D. (ed.), Waterbirds around the world, pp. 432–438. The Stationary Office, Edinburgh, UK.
  • Olsen, H.; Schmidt, N. M. 2004. Impacts of wet grassland management and winter severity on wader breeding numbers in eastern Denmark. Basic and Applied Ecology 5: 203-210.
  • Joan Roughgarden: Evolution's Rainbow: Diversity, Gender, and Sexuality in Nature and People. University of California Press, Berkeley 2004, ISBN 0-520-24073-1, S. 134-5
  • Snow, D. W.; Perrins, C. M. 1998. The Birds of the Western Palearctic vol. 1: Non-Passerines. Oxford University Press, Oxford.
  • Verhulst, S.; Oosterbeek, K.; Rutten, A. L.; Ens, B. J. 2004. Shellfish fishery severely reduces condition and survival of oystercatchers despite creation of large marine protected areas. Ecology and Society 9(1): unpaginated.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Eurasian Oystercatcher της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Austernfischer της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).