Γαστερόποδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Snail-WA edit02.jpg

Τα Γαστερόποδα, ή Γαστρόποδα, αποτελούν μία από τις πέντε ομοταξίες της συνομοταξίας των Μαλακίων. Πρόκειται για μικρά ζώα χερσαία ή υδρόβια με σώμα ασύμμετρα κατασκευασμένο που φέρει ένα όστρακο (μονόθυρα). Στην ομοταξία αυτή περιλαμβάνονται τα σαλιγκάρια, οι γυμνοσάλιαγκες, τα πτερόποδα, οι λεπάδες, οι πεταλίδες, τα βούκινα και άλλα μικρότερα είδη.
Τα γαστερόποδα διακρίνονται σε τρεις υφομοταξίες, τα προσωβράγχια, τα οπισθοβράγχια και τα πνευμονοφόρα, καθεμιά εκ των οποίων περιλαμβάνει επιμέρους τάξεις και οικογένειες, που όμως η ταξινομία τους παρουσιάζει συνεχείς μεταβολές. Υπάρχουν γαστερόποδα χερσαία, θαλάσσια και του γλυκού νερού. Συνήθως έχουν κεφάλι που ξεχωρίζει ένα ζεύγος πλοκάμων και μάτια.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία τους είναι σύνθετη και προέρχεται από τις λέξεις της αρχαίας ελληνικής «γαστήρ» + «πόδες» (κοιλιά + πόδια) από τη φαινομενική εικόνα που παρουσιάζουν να μετακινούνται με ένα μέρος του σώματός τους, της φαινομενικής κοιλιάς τους, που στη πραγματικότητα είναι σαρκώδες πόδι.
Πρώτη επίσημη καταγραφή και περιγραφή των γαστεροπόδων με την ταξινομική ονομασία αυτή φέρεται το 1795.

Γενική περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σώμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά το σώμα των γαστεροπόδων είναι ασύμμετρο που σκεπάζεται συνηθέστερα με όστρακο, επίσης ασύμμετρο. Επί το πλείστον το όστρακο των γαστεροπόδων είναι σπειροειδές. Ο σπλαχνικός σάκος των ζώων αυτών παρουσιάζει, ομοίως όπως και το όστρακο, περιστροφή γύρω από έναν άξονα που ονομάζεται "στυλίς" (ή στυλίδα), με συνέπεια η όποια συμμετρία που θα μπορούσε να υπήρχε αρχικά να μετατρέπεται σε ασυμμετρία.
Τα γαστερόποδα έχουν ένα σαρκώδες πόδι καθώς και το κεφάλι περισσότερο ανεπτυγμένα. Το πόδι που είναι μυώδες και πλατύ καλύπτει όλη την κοιλιακή επιφάνεια και χρησιμεύει ως όργανο μετακίνησης είτε έρποντας, είτε ως νηκτικό κολυμπώντας. Βρίσκεται πολύ κοντά στο στομάχι και εξ αυτού προέρχεται και η ονομασία των συγκεκριμένων μαλακίων.

Κεφάλι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κεφάλι των γαστεροπόδων είναι επίσης σαρκώδες και ανεπτυγμένο, το δε στόμα τους είναι εφοδιασμένο με το λεγόμενο "ξύστρον" που αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευλύγιστο όργανο με πολλά κεράτινα δόντια χρήσιμα στο "ροκάνισμα" των τροφών τους. Κάποια εκ των γαστεροπόδων φέρουν προβοσκίδα για την άγρα τροφής μέσα από τις σχισμάδες των βράχων, ή μέσα στην άμμο, ή ακόμα και μέσα στα κοχύλια άλλων μαλακίων.
Επίσης στο κεφάλι τους φέρουν συνήθως δύο ζεύγη κεραιών που μπορούν να συστέλλουν ή να διαστέλλουν, αυξομειώνοντας την έκτασή τους. Το πρώτο ζεύγος χρησιμεύει περισσότερο ως όργανο αφής και αντίληψης του χώρου, το δε δεύτερο φέρει στην άκρη ή στη βάση του μάτια.

Αναπνοή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γαστερόποδα αναπνέουν είτε με βράγχια είτε με πνεύμονες. Αυτά που φέρουν πνεύμονα λέγονται εξ αυτού πνευμονοφόρα. Τον ρόλο των πνευμόνων των πνευμονοφόρων παίζει η μανδυακή κοιλότητα τα τοιχώματα της οποίας βρίθουν από αιμοφόρα αγγεία. Εκεί γίνονται και οι ανταλλαγές αερίων· ο αέρας εισέρχεται από μια τρύπα δια της οποίας η εν λόγω κοιλότητα επικοινωνεί με το περιβάλλον. Τέτοια είδη που αναπνέουν με πνεύμονες είναι για παράδειγμα: ο λείμαξ (κοινώς γυμνοσάλιαγκας), ο έλιξ ή κοχλίας (κοινώς σαλιγκάρι) κ.ά. που ζουν στη ξηρά, ή και άλλα όπως η λιμναία που είναι υδρόβια και ζει σε τέλματα και λίμνες όπου και αναγκάζεται τακτικά να βγαίνει στην επιφάνεια του νερού για ν΄ αναπνεύσει.
Εξυπακούεται ότι τα περισσότερα γαστερόποδα που αναπνέουν με βράγχια είναι θαλάσσια είδη και κάποια λιμναία. Ανάλογα της θέσης που φέρουν τα βράγχιά τους ως προς τη καρδιά λαμβάνουν και ιδιαίτερη ονομασία εξ ου και οι επιμέρους υφομοταξίες των γαστεροπόδων, προσωβράγχια και οπισθοβράγχια. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι τα προσωβράγχια είναι γονοχωριστικά, δηλαδή έχουν ξεχωριστά φύλα, ενώ τα οπισθοβράγχια παρατηρούνται ως ερμαφρόδιτα.

Όστρακο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όστρακο των γαστεροπόδων εμφανίζει διάφορες μορφές όπως κωνικό, όπως π.χ. στις πεταλίδες, ή σπειροειδές στη κορυφή, όπως στην αλωτίδα (κοινώς: αυτί της θάλασσας), ή με πλήρη ελικοειδή περιστροφή όπως π.χ. ο έλιξ (κοινώς σαλιγκάρι). Η περιστροφή αυτή του οστράκου γίνεται γύρω από ένα άξονα, που όπως αναφέρθηκε παραπάνω λέγεται "στυλίς", που μπορεί να είναι είτε πλήρης, είτε κοίλος. Ανάλογα της φοράς της περιστροφής του, από κορυφής μέχρι περιστομίου, το όστρακο χαρακτηρίζεται δεξιόστροφο ή αριστερόστροφο.

Το όστρακο από της κορυφής του καταλήγει σ΄ ένα άνοιγμα που ονομάζεται "περιστόμιο" από το οποίο και εξέρχεται το κεφάλι και το πόδι του ζώου. Το περιστόμιο μπορεί να είναι είτε κυκλικό με συνεχή χείλη, οπότε τα γαστερόποδα ονομάζονται ολοστόματα, είτε επίμηκες με προβολή, με ένα αυλάκι σαν σιφωνοειδή σωλήνα, οπότε και ονομάζονται σιφωνοστόματα.

Το άνοιγμα του περιστομίου κλείνει πολλές φορές με μία πλάκα μορφής δίσκου που σε μερικά είδη προέρχεται από ασβεστολιθική ουσία και λέγεται "επίπωμα" ή "επιπωμάτιο", ενώ σε άλλα είδη είναι από κεράτινη ουσία και λέγεται "επίφραγμα". Η πλάκα αυτή φέρεται προσκολλημένη στο πόδι του ζώου απ΄ όπου και εκκρίνεται η ουσία της κατασκευής της. Όταν το ζώο εισέρχεται μέσα στο όστρακο σφραγίζει με τον δίσκο αυτό την είσοδο του οστράκου.

Το σώμα των γαστεροπόδων συνδέεται με το όστρακό τους με πολύ ισχυρούς μυς που απολήγουν στη στυλίδα· έτσι μπορούν είτε να τραβούν το όστρακο στη κίνησή τους, είτε, κατά πολύ ταχύτερα, το σώμα τους εντός αυτού. Σημειώνεται ότι κάποια είδη γαστεροπόδων έχουν πολύ μικρό όστρακο, ενώ σε κάποια άλλα έχει εξαφανιστεί τελείως, όπως στα γυμνοβράγχια.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.5ος, σελ.35