Σοχός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°49′06″N 23°21′22″E / 40.81833°N 23.35611°E / 40.81833; 23.35611

Σοχός
Η εκκλησία του προφήτη Ηλία
Διοίκηση
Χώρα: Ελλάδα
Δήμος: Λαγκαδά
Γεωγραφία και στατιστική
Νομός: Θεσσαλονίκης
Υψόμετρο: 660
Πληθυσμός: 3.109 (2011)

Ο Σοχός είναι ορεινή κωμόπολη του Νομού Θεσσαλονίκης και αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Λαγκαδά (από το 2010).

Ο Σοχός σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σοχός είναι κωμόπολη του Νομού Θεσσαλονίκης και αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Λαγκαδά (από το 2010). Βρίσκεται βόρεια της λίμνης Βόλβη. Είναι χτισμένος αμφιθεατρικά στους πρόποδες του πρώτου υψώματος της οροσειράς Βερτίσκου, σε υψόμετρο 660 μέτρων. Απέχει 52 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Ο πληθυσμός του, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, είναι 3109 κάτοικοι. Είναι κατά τα 4/5 γηγενείς και κατά το 1/5 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, που ήρθαν μετά τη μικρασιατική καταστροφή το 1922 και με την ανταλλαγή το 1924. Ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και το μικρεμπόριο.

Ο Σοχός ήταν αυτόνομος δήμος από το 1948 έως το 1998. Το 1999, με την εφαρμογή του προγράμματος Καποδίστριας, διευρύνθηκε με την ένταξη στο δήμο των πρώην γειτονικών κοινοτήτων Ασκού και Κρυονερίου και Αυγής. Το 2010 καταργήθηκε ο διευρυμένος Δήμος Σοχού και με την εφαρμογή του νέου προγράμματος Καλλικράτης εντάχθηκε, όπως και τα γειτονικά χωριά, στον νέο διευρυμένο Δήμο Λαγκαδά.

Αλλαγές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση Σοχού, από την απελευθέρωση έως σήμερα:

Δήμος: 1914-1917

Κοινότητα: 1917-1947

Δήμος: 1947-1999

Δήμος (διευρυμένος πρόγραμμα συνένωσης «Καποδίστριας»): 1999-2010

Δημοτικό Διαμέρισμα Δήμου Λαγκαδά (πρόγραμμα συνένωσης «Καλλικράτης»): 2010

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 το χωριό διατηρούσε τον παραδοσιακό του χαρακτήρα: οικίες μακεδονίτικης αρχιτεκτονικής, λιθόστρωτους δρόμους, βρύσες σε κάθε γειτονιά κλπ. Δυστυχώς, μετά το σεισμό του 1978, αυτή η ενδιαφέρουσα και γραφική φυσιογνωμία χάθηκε και μόνο 3-4 οικίες και ευτυχώς ο ναός του Αγίου Γεωργίου με το εντυπωσιακό καμπαναριό του έχουν μείνει, για να μας θυμίζουν την παραδοσιακή του εικόνα.

Παρ’ όλα αυτά, ο Σοχός σήμερα προσφέρει στον επισκέπτη ποικιλία εμπειριών και όμορφων στιγμών: πανέμορφο φυσικό περιβάλλον, στοιχεία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής που σώζονται ακόμα, γευστικές απολαύσεις που προσφέρουν οι ταβέρνες και τα εστιατόρια, παραδοσιακά υφαντά που κατασκευάζουν οι γυναίκες στον αργαλειό του σπιτιού τους, εκλεκτά ντόπια προϊόντα (μέλι, βασιλικό πολτό, κασέρι, κεράσια, καρύδια, μήλα, αχλάδια, ροδάκινα, τσίπουρο κ.ά) από ντόπιους παραγωγούς.

Ο επισκέπτης μπορεί να ανακαλύψει τις ομορφιές του δάσους κάνοντας ποδήλατο, ιππασία και πεζοπορία. Η πλούσια τοπική παράδοση που υπάρχει στη περιοχή αναδεικνύεται μέσα από την αναβίωση των κορυφαίων εθίμων: του παραδοσιακού καρναβαλιού των κουδουνοφόρων (Μέριου), την περίοδο του Τριωδίου και του λαϊκού πανηγυριού των 12 Αποστόλων, το τριήμερο 28-29- 30 Ιουνίου.

Μοναστήρια της περιοχής Σοχού Στο Σοχό, στην πλαγιά του βουνού, σ’ ένα κατάφυτο περιβάλλον βρίσκεται κτισμένη η ιερά Μονή Παναγίας Θεοσκεπάστου Σοχού. Γυναικείο μοναστήρι, μετόχι της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους, το οποίο κτίσθηκε το έτος 1993, σε αγιορείτικο μοναστηριακό ρυθμό. Πανηγυρίζει κάθε χρόνο στις 8 Σεπτεμβρίου. Τότε εξέρχεται από το Άγιο Όρος η Θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου, η οποία φυλάσσεται στην ιερά Μονη Δοχειαρίου Αγίου Όρους και επισκέπτεται τον Σοχό. Πλήθος προσκυνητών και πιστών, από όλα τα μέρη της Ελλάδας έρχονται για να προσκυνήσουν τη Θαυματουργή Εικόνα.

Ακόμη στο Σοχό βρίσκεται και η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η οποία κτίσθηκε το 1990 σε Βυζαντινό Ρυθμό και πανηγυρίζει κάθε χρόνο στις 6 Αυγούστου.

Η προέλευση του ονόματος "Σοχός"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την προέλευση του ονόματος του Σοχού υπάρχουν μόνον εικασίες και θεωρίες: Μία εκδοχή υποστηρίζει, ότι υπήρχε στην περιοχή αυτή από παλαιά Ιερό του «Σώκου Ερμή» του Θεού των εμπόρων, των κοπαδιών και των μεταφορέων, έτσι ονόμασαν τό πόλισμα αυτό «Σωχός ή Σώκος» από τον Θεό του «Σώκο ή Σωχό» πατέρα των Κουριτών.

Μια άλλη εκδοχή είναι, ότι προέρχεται από τη συνένωση των ονομάτων των συνοικισμών "Όσσας" και "Χους": Στην περιοχή της αρχαίας Βισαλτίας, όπου βρίσκεται σήμερα ο Σοχός, υπήρχαν κάποιοι συνοικισμοί των οποίων τα ερείπια σώζονται μέχρι σήμερα. Μεταξύ των οικισμών αυτών ήταν η Όσσα και ο Χους, στον οποίο κατασκευάζονταν πολλά αγγεία από πηλό. Σώζονται δε τέτοιοι κλίβανοι σε περιοχή που απέχει 4,5 χιλιόμετρα από την κωμόπολη. Οι κάτοικοι αυτών των συνοικισμών, δηλαδή Όσσας και Χους, που απέμειναν μετά από διάφορες καταστροφές, εγκαταστάθηκαν στο μέρος όπου σήμερα βρίσκεται ο Σοχός. Έτσι, η συνένωση των ονομάτων (Όσσα και Χους) έδωσε το όνομα Σοχός.

Μία τρίτη εκδοχή για την ονομασία του είναι πως προέρχεται από το Σλαβικό "σουχό" (сухо) που σημαίνει ξηρός τόπος, κάτι όμως που διαψεύδεται από την εμφανώς πληθωρική χλωρίδα της περιοχής.

Το όνομα Σοχός βρίσκεται γραμμένο σε πλάκες που φέρουν χρονολογία 1600 μ.Χ. καθώς και σε βιβλία παλαιά της εκκλησίας, θεωρημένα από τους εκάστοτε μητροπολίτες. Επίσης το όνομα αυτό βρίσκεται γραμμένο σε παλαιότατες εικόνες του 9ου και 10ου αιώνα μ.Χ. στα εικονοστάσια διαφόρων παλαιών οικογενειών.

Ιστορικές αναφορές για τον Σοχό και την περιοχή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απουσία εκτεταμένων αρχαιολογικών ερευνών, πλην αυτής των αρχαιολόγων Αντων. Κεραμόπουλου και Ν. Κοτζιά κατά τη δεκαετία του 1930 και κάποιων τυχαίων ευρημάτων, νομισμάτων και αγαλμάτων τα οποία βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, κάνουν δύσκολο το έργο προσέγγισης του τόπου, αρχαιολογικά και ιστορικά. Δυστυχώς πολλές αρχαιολογικές θέσεις της περιοχής εξ αιτίας των λαθρανασκαφών απογυμνώνονται από πολύτιμα ευρήματα. Το ότι εντοπίζονται διάσπαρτα αρχαιολογικά ευρήματα σε πολλές τοποθεσίες, όπως και τάφοι, μαρτυρεί την ύπαρξη πολλών οικισμών στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού Σοχού.

Είναι ωστόσο τεκμηριωμένο ότι η ζωή στην περιοχή του Σωχού ιστορικά ξεκινά από την εποχή του Χαλκού και του Σιδήρου. Αυτό φαίνεται από το ότι δυτικά του Σοχού και νότια του οικισμού της Αυγής (1923) βρίσκεται τύμβος γνωστός ως «τούμπα Ούρδα». Είναι τα αρχαιότερα ευρήματα τα οποία αναφέρει σε επίσκεψη το 1938-39 ο αρχαιολόγος Ν. Κοντζιάς, όπου προσδιόρισε ανασκάπτοντας εν μέρει τρεις προϊστορικές περιόδους. Η νεότερη ανήκει στην πρώιμη εποχή του Σιδήρου (1100-700 π.Χ.) και η αρχαιότερη στη μέση εποχή του Χαλκού (2000-1500 π.Χ.). Προσδιόρισε επίσης και ύπαρξη μυκηναϊκής κεραμικής. Αν πάρουμε με τη σειρά την Κλασσική, την Ελληνιστική, τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή εποχή, θα δούμε ότι ο Σοχός και η περιοχή που υπαγόταν σε αυτόν έχει να δώσει πολλά αρχαιολογικά ευρήματα.

Στο παρεκκλήσι της Αγίας Κυριακής, δυτικά του χωριού, υπάρχουν σκόρπιοι μαρμάρινοι κίονες. Πρόκειται πιθανόν για Παλαιοχριστιανική Βασιλική η οποία ίσως κτίστηκε στα ερείπια αρχαίου ναού. Επίσης στην κορυφή του Αγίου Χριστοφόρου ανιχνεύτηκαν υπολείμματα τείχους, ίσως της ακροπόλεως του Σοχού. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε και τις λεγόμενες «στοές Χ΄΄Χαρίσκου» (χάντουκ), που προφανώς ήταν στοές εξόρυξης μεταλλεύματος (έτσι εξηγούνται τα τοπωνύμια Σκουριά, Κάμινιτσα, Χαλύβα κ.λ.π.) Στην περιοχή Σοχού έχουν βρεθεί πολλά αρχαία νομίσματα, όλων των ιστορικών περιόδων.

Η περιοχή του Σοχού τοποθετείται από τους ιστορικούς στην επαρχία Βισαλτία. Κατά τον Μαργαρίτη Δήμιτσα, αυτή εκτείνεται από τον Βερτίσκο μέχρι του Στρυμώνος και της Κερκινίτιδος λίμνης. «…Περιελάμβανε τό πάλαι τήν... περιοχήν τῆς Νιγρίτας καί τοῦ Σωχού... Στο νοτιοανατολικό μέρος της Βισαλτίας λέγεται ότι υπήρχε τόπος που καλούνταν Συκίνη και κατά τον Αριστοτέλη οι λαγοί της περιοχής που εκτείνεται βορείως της λίμνης Βόλβης, είχαν δύο ύπατα. Η επαρχία αυτή αν και είχε μικρή έκταση, περιείχε πολλά πολίσματα τα οποία κατά καιρούς μνημονεύουν οι αρχαίοι, τα οποία είναι «Η Όσσα, η Άργιλος, το Κερδύλιον, η Βισαλτία, αι Καλλίτεραι, η Ορέσκια, η Ευπορία, η Βέργα....Ἡ μέν Ὄσσα πιθανῶς ἔκειτο ἐν τῷ νοτιοδυτικῷ μέρει της Βισαλτίας, ἔνθα νῦν κεῖται τό χωρίον Σοχόν καί ἐρείπια παρατηροῦνται». Η εκδοχή αυτή είναι επικρατέστερη και σε αυτή συγκλίνουν οι απόψεις των περισσοτέρων ερευνητών.

Η εγκατάσταση των Τούρκων στο Σοχό (1383-1924)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από του έτους 1383 η περιοχή του Σοχού καταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Ο Σοχός βυθίζεται στο σκότος της σκλαβιάς και της υποδούλωσης προσπαθώντας ασφυκτικά να ανασάνει και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, ουσιαστικά εναποθέτοντας τις ελπίδες του στο Θεό. Ως κεφαλοχώρι ο Σοχός προσήλκυσε τους κατακτητές οι οποίοι εγκατασταθήκαν καταλαμβάνοντας ένα σημαντικό τμήμα του οικισμού «εκτοπίζοντας» τους γηγενείς. Έκτοτε η κωμόπολη διαιρείται σε ελληνικούς και τούρκικους μαχαλάδες.

Από τις πληροφορίες που έχουν διασωθεί, γνωρίζουμε ότι οι τουρκομαχαλάδες του Σοχού ήταν οι εξής:

α) Τζαμί Μαχαλά (Περιοχή Άγιος Δημήτριος) όπου εκεί βρισκόταν το τζαμί και τα νεκροταφεία τους.

β) Τσαούς Μαχαλά (περιοχή νότια του σημερινού Δημαρχείου, όπου είχαν τα περβόλια και τους μπαχτσέδες τους. Στους δύο αυτούς μαχαλάδες κατοικούσαν οι περισσότεροι Τούρκοι.

γ) Άγκου Μαχαλά (περιοχή Μαράση, απέναντι και κάτω της Παλαιάς Φωλιάς (παιδικός σταθμός) όπου υπήρχε και η λεγόμενη Άγκου βρύση. Επίσης και διάσπαρτα μέσα στο χωριό, μαζί με της Ελληνικές ζούσαν και Τούρκικες οικογένειες. Θα πρέπει να πούμε ότι η σημερινή κάτω αγορά του Σοχού ήταν η Τουρκική αγορά (τούρκικο παζάρι), η πάνω αγορά κοντά στο Αγ. Γεώργιο ήταν κυρίως η Ελληνική αγορά, ήταν Ελληνικός μαχαλάς όπου βρισκόταν 2-3 τούρκικα σπίτια.

Αναλογία Χριστιανών και Μουσουλμάνων στο Σοχό στα τέλη του 19ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την αναλογία Ελλήνων και Τούρκων στο Σοχό δεν τη γνωρίζουμε ακριβώς. Από κάποια χρονική περίοδο όμως και μετά βλέπουμε ότι οι γηγενείς πληθυσμιακά υπερτερούσαν των Τούρκων. Γραπτές μαρτυρίες στα τέλη του 19ου αιώνα αναφέρουν:

α) Ο ταγματάρχης του μηχανικού Νικόλαος Σχινάς, στις οδοιπορικές του σημειώσεις Μακεδονίας, που εκδόθηκαν στην Αθήνα το 1886, αναφερόμενος στο Σοχό, γράφει: «Είχε περίπου διακόσιες οικογένειες χριστιανικές, εκκλησία, αρρεναγωγείο, μικρή αγορά, τρία χάνια, υφαντήρια τρίχινων σάκκων και βρύσες».

β) Από το Ληξιαρχικόν Βιβλίον, τόμος Α΄ της Ελληνικής Κοινότητος Κωμοπόλεως Σοχού επεξεργασθέν παρά του εφημερίου Σοχού Παπανέστωρος Δ. Β Μπαλτζιανού, κατά το Σωτήριον έτος 1889, βρίσκουμε καταγεγραμμένα, μετάξύ άλλων, τα εξής: σύμφωνα με τον πίνακα των εμπεριεχομένων ονομάτων αύξοντα αριθμό οικίας (Χριστιανικών σπιτιών): 198.

γ) Ο Γεώργιος Χατζηκυριακού το 1906 γράφει: «ο Σοχός περιλαμβάνει 500 και πλέον οικογενείας Ελληνικάς Ορθοδόξους και 100 περίπου Οθωμανικάς».

δ) Ο γιατρός Ανδρέας Αρβανίτης, Γενικός Γραμματέας του Παμμακεδονικού Συλλόγου, το 1909 αναγράφει τα εξής: «Σοχός (Όσσα) της Βισαλτίας, κωμόπολης κείμενη προς Α. Λαγκαδά και απέχουσα τούτου 4 και ¼ ώρας, μετά 3.000 Ελληνομακεδόνων και 500 Οθωμανών…».

ε) Σε έκθεση του προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωακείμ Ζγουρό, στις 29/05/1911, ο Διευθυντής του Σχολείου Αθανάσιος Ιατρού, αναφέρει: «ότι η κωμόπολη Σοχός συνίσταται εξ 707 οικογενειών εξ’ ον αι 493 ισίν Ορθόδοξοι, αι δε 214 Οθωμανικαί και εκ 3.945 κατοίκων, εξ ον 2.771 Ορθόδοξοι, οι δε λοιποί 1.174 Οθωμανοί». Στις 24/01/1914 ο αυτός Διευθυντής σε δελτίο στατιστικών προς το Διοικητικό Επίτροπο Λαγκαδά αναφέρει 2.564 Έλληνες κατοίκους Σοχού και 998 Μωαμεθανούς, συνολικά δηλαδή 3.562 κατοίκους.

Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Καρναβάλι του Σοχού (Μέριου)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την ημέρα που γεννιούνται, οι κάτοικοι στο Σοχό Θεσσαλονίκης «δένουν» τη ζωή τους με το έθιμο των Κουδουνοφόρων. Μετά τα Θεοφάνια, μπορεί ελεύθερα, όποιος επιθυμεί, να ντυθεί με τη φορεσιά του Κουδουνοφόρου και να σεργιανίσει στους δρόμους και τις πλατείες, χωρίς να χρειαστεί να περιμένει να έρθουν οι ημέρες της Αποκριάς.

Ο καθένας θα εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα αν βρεθεί στο Σοχό την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς και την Καθαρά Δευτέρα. Όλοι οι χωριανοί βγαίνουν στους δρόμους, στα καφενεία, μα οι περισσότεροι μαζεύονται στην πλατεία του χωριού. Ο επισκέπτης θα συναντήσει εκεί τα "καρναβάλια", που ενώ περπατούν αργά για να ακούγεται ο παράξενος ήχος των κουδουνιών τους, γυρίζουν δυο-δυο, τρία-τρία και κερνάνε φίλους και γνωστούς. Στην πλατεία τα νταούλια και οι ζουρνάδες δεν σταματάνε ούτε λεπτό. Όλος ο κόσμος, Σοχινοί και επισκέπτες, χορεύουν ασταμάτητα και τα καρναβάλια στη μέση του κύκλου, χοροπηδούν και κουνούν της ξύλινες γκλίτσες ή τα σπαθιά τους. Οι μασκοφόροι αυτοί περνούν από τις γειτονιές και τις πλατείες και τραγουδούν το εξής τραγούδι: «Τι κακό έκανα ο καημένος μες σ’ αυτήν τη γειτονιά και με βγάλαν τ’ όνομά μου: ψεύτη, κλέφτη και φονιά! Αχ ντουνιά, κιαφέρ ντουνιά μ’ εμένα μην πενιέσαι, δεν ήμουν εγώ που σε εγλένταγα και τώρα μ' απαρνιέσαι!»

Έθιμο πανάρχαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Κουδουνοφόροι είναι ένα δρώμενο, που συνδέεται με την ευφορία της γης, και τελείται την περίοδο της Αποκριάς, με αποκορύφωμα το τριήμερο της Τυρινής και της Καθαρής Δευτέρας. Έθιμο πανάρχαιο, που τα χαρακτηριστικά του φανερώνουν καθαρά κατάλοιπα των εορτών της Άνοιξης, τα οποία είχαν σχέση με τη γονιμότητα και την καρποφορία της γης. Σύμβολο αυτής της διαδικασίας της φυσικής βλάστησης θεωρείτο ο θεός Διόνυσος.

Οι τραγόμορφοι Κουδουνοφόροι (Μέριου) του Σοχού Θεσσαλονίκης έχουν βαθιές ρίζες αφού είναι αρχέγονο κατάλοιπο από Διονυσιακές λατρείες και Βακχεία. Μέσα τους ενυπάρχει το "δέος" και η αρχέγονη ιερότητα του προχριστιανικού ενστίκτου και των συναισθημάτων. Οι Σοχινοί έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στην επιτυχία του καρναβαλιού. Υποστηρίζουν, ότι θα πάει καλά η χρονιά μόνο αν θα γίνουν καλά καρναβάλια!

Εκείνο που καθιστά ξεχωριστό το καρναβάλι του Σοχού από άλλες τραγόμορφες μεταμφιέσεις είναι το ερωτικό στοιχείο που επικρατεί. Τα παλαιότερα κυρίως χρόνια, οι νέοι ντύνονταν έτσι, γιατί με τον τρόπο αυτό έβρισκαν την ευκαιρία να πλησιάσουν την κοπέλα που αγαπούσαν και να προκαλέσουν το ενδιαφέρον της.

Η εντυπωσιακή στολή των κουδουνοφόρων (μέριου)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτηριστικά στοιχεία της στολής των Κουδουνοφόρων του Σοχού είναι:

  • Τα μαύρα δέρματα τράγων που φορούν
  • Τα 5 κουδούνια (4 κυπριά και 1 μπατάλι), που εξαρτώνται από τους ώμους και τη μέση με το ζωνάρι
  • Η πλεχτή εσάρπα που διπλώνει στον αυχένα
  • Τα κεντητά μανικέτια, που εφαρμόζονται στους βραχίονες και
  • Η πλουμιστή μάσκα-προσωπίδα με τα μακριά μουστάκια που καταλήγει σε υψικόρυφη κεφαλοστολή

Απαραίτητα εξαρτήματα είναι η γκλίτσα ή το σπαθί και ένα μπουκάλι ούζο για να κερνούν τους γνωστούς και φίλους, ανταλλάσσοντας ευχές.

Τα κουδούνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κουδούνια είναι πέντε: ένα μεγάλο (το μπατάλι) και τέσσερα μικρότερα (κυπριά). Και τα πέντε αποτελούν τη λεγόμενη «ντουζίνα». Το μπατάλι είναι σφυρήλατο, κάθετη δε τομή του, σε οποιοδήποτε σημείο του μας δίνει έλλειψη. Για γλωσσίδι χρησιμοποιείται ένα λεπτό σιδερένιο ραβδί. Τα κυπριά είναι μπρούτζινα χυτά, έχουν μορφή κόλουρου κώνου και για γλωσσίδι χρησιμοποιείται ένα μικρότερο κυπρί, του οποίου η κάτω βάση του είναι έλλειψη. Το βάρος της ντουζίνας κυμαίνεται από 18 έως 20 Kg. Λέγεται, ότι όσο πιο βαριά κουδούνια φορεί το καρναβάλι τόσο καλύτερο θεωρείται.

Σε μια αντιπροσωπευτική ντουζίνα, τα ακριβή βάρη (μαζί με τους ιμάντες εξαρτήσεώς τους) και τα αντίστοιχα (κατά σειρά) μήκη, διάμετροι μεγάλης βάσης και μικρής βάσης, ύψος των κουδουνιών είναι:

  • Πρώτο κυπρί  : 4,950 Kg / 16 cm - 9,5 cm / 24,5 cm
  • Δεύτερο κυπρί: 4,650 Kg / 17 cm - 9,5 cm / 23,5 cm
  • Τρίτο κυπρί  : 3,500 Kg / 14 cm - 8,0 cm / 21,5 cm
  • Tέταρτο κυπρί: 3,050 Kg / 12,5 cm - 9,0 cm / 19,0 cm
  • Μπατάλι  : 2,750 Kg / .................. / 20,0 cm

Τα κουδούνια της ντουζίνας δεν είναι τυχαία. Πρέπει να ταιριάζουν μεταξύ τους, ώστε να βγάζουν αρμονικούς ήχους. Γι’ αυτό προϋποθέτουν ειδικό σχήμα και όγκο, καθώς και ειδικό κράμα μετάλλου.


Η ρίζα του εθίμου από τη χριστιανική της εκδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την προέλευση του καρναβαλιού υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Μια από αυτές σχετίζεται με τον Άγιο Θεόδωρο. Λένε ότι τον 4ο μ.Χ. ο Άγιος Θεόδωρος ήταν στρατηλάτης και πολεμώντας ενάντια στους βαρβάρους, βρέθηκε σε ασφυκτικό κλοιό από τις εχθρικές δυνάμεις σε ένα δάσος και κινδύνεψε να αιχμαλωτιστεί. Αφού εξαντλήθηκαν όλα τα τρόφιμα, για να μην πεθαίνουν οι στρατιώτες από την πείνα, ο στρατηλάτης διέταξε να σφαχτούν τα γίδια που υπήρχαν στο δάσος και να διανεμηθούν στους στρατιώτες του. Κατόπιν έγιναν πολλές προσπάθειες ώστε να διασπαστεί ο κλοιός και να απελευθερωθεί ο Άγιος Θεόδωρος και ο στρατός του, αλλά ήταν αποτυχημένες. Τότε ο Άγιος Θεόδωρος χάρη στη πίστη που είχε προς το Θεό σοφίστηκε να φορέσουν οι άντρες του τα δέρματα από τις γίδες που είχαν σφάξει, στους οποίους κρέμασε και τα κουδούνια των τράγων. Με τη στολή αυτή όρμησαν οι στρατιώτες, εναντίον των βαρβάρων που τους είχαν κυκλωμένους. Οι βάρβαροι βλέποντας τους στρατιώτες σαν κοπάδι ζώων, φοβήθηκαν και τράπηκαν σε άταχτη φυγή. Αυτοί οι μασκαρεμένοι ονομάστηκαν "Στρατιώτες του Αγίου Θεοδώρου". Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος καθιερώθηκε να τιμούν στο Σοχό τον Άγιο Θεόδωρο και να γιορτάζουν τα καρναβάλια με στολές από δέρματα αιγών και κουδούνια!

Το πανηγύρι των 12 Αποστόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε μία μαγευτική τοποθεσία, που ονομάζεται Μαράσι, γεμάτη από πλατάνια και καστανιές, στην ανατολική πλευρά του χωριού, βρίσκεται το ξωκλήσι των 12 Αποστόλων. Το αγιογράφησε ο λαϊκός ζωγράφος του Σοχού Απόστολος Βαρελάς, στα μέσα του περασμένου αιώνα. Ο ρυθμός είναι βασιλική και το εξωκλήσι δεν έχει ιδιαίτερη αρχιτεκτονική. Με βάση τις παραδόσεις που κυκλοφορούν (χωρίς να είναι τίποτα αποδεδειγμένο) από το σημείο εκείνο πέρασε ο Απόστολος Παύλος ή συνοδοί Απόστολοι και για αυτό το λόγο χτίστηκε το ναΐδριο αυτό αφιερωμένο στους δώδεκα Αποστόλους.

Στις 28-29-30 Ιουνίου γίνεται τριήμερος πανηγυρικός εορτασμός με την παρουσία του Μητροπολίτη. Στο πανηγύρι αυτό διοργανώνονται και αθλητικοί αγώνες με αποκορύφωμα το αγώνισμα της πάλης, που διεξάγεται υπό τους αδιάκοπους ήχους νταουλιών και ζουρνάδων. Στους νικητές προσφέρονται ζώα ως έπαθλα από δωρεές κτηνοτρόφων της περιοχής. Στην περιφέρεια του γηπέδου, δεκάδες πλανόδιοι μικροπωλητές δίνουν ζωντάνια στο πανηγύρι.

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στέφανος Γ. Κουτσιμανής, "Αντίλαλοι από τον Σοχόν και την περιοχήν του, 1974
  • Εκπολιτιστική Επιμορφωτική & Λαογραφική Κίνηση Νέων Σοχού, "Σοχός-Συμβολή στην ιστορική γεωγραφία της Βισαλτίας", 1999
  • Χρυσάφης Τσολάκης Ιερεύς, "Ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Σωχού", 2009
  • Δήμιτσα Μαργαρίτη Γ., Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας 2, ανατύπωση Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Αρχείο Ιστορικών Μελετών 1988
  • Γεωργίου Ν. Αικατερινίδη, "Το καρναβάλι του Σοχού Θεσσαλονίκης"