Ρινόκερος της Ιάβας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρινόκερος της Ιάβας
Ρινόκερος ο σονδαϊκός στον Ζωολογικό κήπο του Λονδίνου
Ρινόκερος ο σονδαϊκός στον Ζωολογικό κήπο του Λονδίνου
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Υπερσυνομοταξία: Δευτεροστόμια (Deuterostomia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Υφομοταξία: Θηριόμορφα (Theriiformes)
Υπερτάξη: Οπληφόρα (Ungulata)
Τάξη: Περισσοδάκτυλα (Perissodactyla)
Οικογένεια: Ρινοκετατίδαι (Rhinocerotidae)
Γένος: Ρινόκερος (Rhinoceros)
Είδος: R. sondaicus
Διώνυμο
Rhinoceros sondaicus (Ρινόκερος ο σονδαϊκός)
Desmarest, 1822[2]
Javan Rhino Range.svg
Υποείδη

Ρινόκερος ο σονδαϊκός ο αναμιτικός (Rhinoceros sondaicus annamiticus)
Ρινόκερος ο σονδαϊκός ο άοπλος (Rhinoceros sondaicus inermis)
Ρινόκερος ο σονδαϊκός ο σονδαϊκός (Rhinoceros sondaicus sondaicus)


Ο Ρινόκερος της Ιάβας (Rhinoceros sondaicus - Ρινόκερος ο σονδαϊκός) είναι μέλος της οικογένειας των Ρινοκεροτίδων και ένα από τα πέντε είδη ρινόκερων που υπάρχουν σήμερα. Ανήκει στο ίδιο γένος με τον Ινδικό ρινόκερο, και έχει παρόμοιο δέρμα που θυμίζει μωσαϊκό. Το σώμα του έχει μήκος 3,1-3,2 μ. και ύψος 1,4-1,7 μ. Είναι μικρότερος από τον Ινδικό Ρινόκερο και βρίσκεται πιο κοντά σε μέγεθος με το Μαύρο ρινόκερο. Το κέρατο είναι συνήθως μικρότερο από αυτό των άλλων ειδών, καθώς δεν ξεπερνά σε μήκος τα 25 εκ.

Παλαιότερα, υπήρξε το πιο διαδεδομένο είδος ρινόκερου στην Ασία με μέλη του να ζουν στα νησιά της Ινδονησίας, σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ασία, στην Ινδία και την Κίνα. Το είδος του σήμερα βρίσκεται σε σημαντικό κίνδυνο εξαφάνισης, με μόνο δύο γνωστούς πληθυσμούς σε άγρια κατάσταση, και κανένα σε αιχμαλωσία. Πιθανότατα, είναι το σπανιότερο μεγάλο θηλαστικό της γης[3] . Ένας πληθυσμός τουλάχιστον 40-50 ζουν στο εθνικό πάρκο Ujung Kulon στο νησί της Ιάβα στην Ινδονησία και ένας μικρός πληθυσμός, όχι παραπάνω από οκτώ, επιβιώνει στο εθνικό πάρκο Cat Tien του Βιετνάμ. Η μείωση του πληθυσμού του Ρινόκερου αποδόθηκε στη λαθροθηρία, καθώς τα κέρατά τους χρησιμοποιούνται ευρέως στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική και πουλούνται σε υψηλές τιμές στη μαύρη αγορά[3]. Άλλος σημαντικός παράγοντας που οδήγησε στην μείωση του πληθυσμού, υπήρξαν οι πολεμικές συγκρούσεις στην περιοχή, όπως ο Πόλεμος του Βιετνάμ[4]. Σήμερα, οι κύριοι κίνδυνοι για το ρινόκερο της Ιάβας, παραμένουν οι λαθροκυνηγοί, οι ασθένειες και η απώλεια της γενετικής ποικιλότητας εξαιτίας της σημαντικής μείωσης του πληθυσμού.

Η Ρινόκερος της Ιάβας μπορεί να ζήσει περίπου 30-45 έτη στην φύση. Συνήθως ζει σε τροπικά δάση, υγρά λιβάδια και μεγάλες εκτάσεις. Με εξαίρεση την περίοδο της αναπαραγωγής και της ανατροφής των απογόνων του είναι κυρίως μοναχικό ζώο. Συνήθως αποφεύγει τον άνθρωπο, ο οποίος αποτελεί τον μόνο του εχθρό, αλλά θα επιτεθεί αν αισθανθεί ότι απειλείται. Το είδος του, σπάνια παρακολουθείται από τους επιστήμονες εξαιτίας της σπανιότητάς του.

Ονοματοδοσία και Ταξινόμιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες μελέτες του Ρινόκερου της Ιάβας από επιστήμονες έγιναν το 1787, όταν δύο ζώα πυροβολήθηκαν στην Ιάβα. Τα κρανία στάλθηκαν στον Ολλανδό επιστήμονα Πέτρους Κάμπερ (Petrus Camper), ο οποίος πέθανε το 1789, πριν δημοσιεύσει την ανακάλυψη του, ότι δηλαδή οι ρινόκεροι της Ιάβας ήταν διακριτό είδος. Ένας άλλος Ρινόκερος σκοτώθηκε στο νησί της Σουμάτρα από τον Αλφρέντ Ντιβοσέλ (Alfred Duvaucel), ο οποίος απέστειλε το ζώο στον πατριό του Ζωρζ Κυβιέ (Georges Cuvier), διάσημο Γάλλο ζωολόγο. Ο Κυβιέ αναγνώρισε το ζώο ως διακριτό είδη το 1822, και την ίδια χρονιά του δόθηκε το όνομα Rhinoceros sondaicus από τον Anselme Gaëtan Desmarest[2]. Αυτό ήταν το τελευταίο είδος ρινόκερου που εντοπίστηκε[5].

Το όνομα του γένους Ρινόκερος, που περιλαμβάνει και το Ρινόκερο της Ιάβας προέρχεται από τα ελληνικά: ρίνο δηλ. μύτη, και κέρος δηλ. κέρατο. Το sondaicus προέρχεται από την βιογεωγραφική περιοχή sunda που περιλαμβάνει τα νησιά της Σουμάτρας, της Ιάβας, την Βόρνεο και τα γύρω μικρά νησιά.

Υπάρχουν τρία διαφορετικά υποείδη, εκ των οποίων μόνο δύο σώζονται:

  • Rhinoceros sondaicus sondaicus - Ρινόκερος ο σονδαϊκός ο σονδαϊκός, γνωστός ως Ινδονησιακός Ρινόκερος της Ιάβας. Ζούσε κάποτε στην Ιάβα και τη Σουμάτρα. Ο πληθυσμός του τώρα περιορίζεται στο εθνικό πάρκο Ujung Kulon, στο δυτικό άκρο του νησιού της Ιάβα.[1][6]
  • Rhinoceros sondaicus annamiticus - Ρινόκερος ο σονδαϊκός ο αναμιτικός, γνωστός ως Βιετναμέζικος Ρινόκερος της Ιάβας ή Βιετναμέζικος Ρινόκερος. Ζούσε κάποτε στα εδάφη του Βιετνάμ, της Καμπότζης, του Λάος, στην Ταϊλάνδη και τη Μαλαισία. Το Annamiticus προέρχεται από την Αναμιτική οροσειρά στη Νοτιοανατολική Ασία. Ένας πληθυσμός, μικρότερος των 12 ρινόκερων, ζει σε μια πεδινή περιοχή του δάσους στο εθνικό πάρκο Cat Tien του Βιετνάμ. Γενετική ανάλυση έχει δείξει ότι τα δύο τελευταία υποείδη έχουν ένα κοινό πρόγονο ο οποίος έζησε πριν από 300.000 με 2 εκατομμύρα χρόνια.[6]
  • Rhinoceros sondaicus inermis - Ρινόκερος ο σονδαϊκός ο άοπλος, γνωστός ως Ινδική Ρινόκερος της Ιάβας. Ζούσε κάποτε από την περιοχή της Βεγγάλης μέχρι την Βιρμανία, αλλά εικάζεται ότι έχει εξαφανιστεί από την πρώτη δεκαετία του 1900. Inermis σημαίνει χωρίς κέρατα, καθώς το χαρακτηριστικό αυτού του υποείδους είναι το μικρό κέρατα στα αρσενικά και η έλλειψη κεράτου στα θηλυκά. Η πολιτική κατάσταση στη Βιρμανία απέτρεψε την καταγραφή του είδους στη χώρα αυτή, αλλά η επιβίωσή του θεωρείται απίθανη.[7][8][9]

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρινόκερος της Ινδίας, που εικονίζεται εδώ, είναι στενά συνδεδεμένος με την Ρινόκερο της Ιάβας. Είναι και τα δύο μέλη του γένους Ρινόκερος.

Οι πρόγονοι των Ρινόκερων παρεξέκλιναν από τα άλλα Περισσοδάκτυλα κατά το πρώιμο Ηώκαινο. Η σύγκριση μιτοχονδριακού DNA έχει δείξει πως οι πρόγονοι των σύγχρονων ρινόκερων χωρίστηκαν από τους προγόνους τους Ιππίδες περίπου 50 εκατ. χρόνια πριν[10]. Η σημερινή οικογένεια των Ρινοκερατίδων εμφανίστηκε για πρώτη φορά κατά το ύστερο Ηώκαινο στην περιοχή της Ευρασίας. Οι πρόγονοι του ρινόκερου άρχισαν να διασκορπίζονται στην Ασία κατά το Μειόκαινο.[11]

Τα αρχαιότερα απολιθώματα ρινόκερων της Ινδίας και ρινόκερων της Ιάβας χρονολογούνται γύρω στα 1,6 - 3,3 εκατομμύρια χρόνια πριν, αν και μοριακές εκτιμήσεις έχουν δείξει ότι τα ζώα έζησαν πριν από περίπου 11,7 εκατομμύρια χρόνια.[12][10]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρινόκερος της Ιάβας είναι μικρότερος από τον συγγενή του, η Ινδικό Ρινόκερο, με μέγεθος που πλησιάζει αυτό του Μαύρου Ρινόκερου. Το μήκος του σώματός του (συμπεριλαμβανομένου και της κεφαλής) μπορεί να είναι μέχρι 3,1-3,2 μέτρα, και μπορεί να φθάσει σε ύψος τα 1,4-1,7 μ. Όσον αφορά το βάρος τους, έχει αναφερθεί ότι ένας ενήλικος Ρινόκερος ζυγίζει μεταξύ 900 και 2.300 κιλών, παρόλο που, επειδή βρίσκονται σε κίνδυνο, δεν έχει ποτέ διεξαχθεί μία μελέτη για τη συγκέντρωση επακριβών μετρήσεων[3]. Δεν υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά μεγέθους μεταξύ των φύλων, αν και τα θηλυκά μπορεί να είναι ελαφρώς μεγαλύτερα. Οι Ρινόκεροι του Βιετνάμ, φαίνεται να είναι σημαντικά μικρότεροι από εκείνους της Ιάβα, βασίζομενοι σε μελέτες φωτογραφιών και μετρήσεις των αποτυπωμάτων τους.[13]

Όπως και ο Ρινόκερος της Ινδίας, έτσι και Ρινόκερος της Ιάβας έχει ένα μόνο κέρατο (τα άλλα σωζόμενα είδη έχουν δύο κέρατα). Το κέρατό του έχει συνήθως ελάχιστο μήκος τα 20 εκατοστά με το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί να μην ξεπερνάει σε μήκος τα 27 εκ. Ο Ρινόκερος της Ιάβας δεν φαίνεται να χρησιμοποιεί συχνά το κέρατο για να μάχεται, αλλά περισσότερο για να σκάβει τη λάσπη, να ρίχνει τα φυτά για φαγητό, και να ανοίγει δρόμους μέσα από πυκνή βλάστηση. Όπως και τα άλλα είδη του ρινόκερου (ο Μαύρος, της Σουμάτρα και ο Ινδικός ρινόκερος), έτσι και ο Ρινόκερος της Ιάβας έχει μακρυά και εξωγκομένα επάνω χείλη ώστε να αρπάζει την τροφή. Οι κάτω κοπτήρες του είναι μακριοί και κοφτεροί, καθώς τους χρησιμοποιεί ακόμα και για να μάχεται. Πίσω από τους κοπτήρες, δύο σειρές των έξι γομφίων χρησιμοποιούνται για το μάσημα τραχιών φυτών. Όπως όλοι οι ρινόκεροι, έτσι και ο Ρινόκερος της Ιάβας έχει δυνατή ακοή και όσφρηση αλλά πολύ κακή όραση. Υπολογίζεται ότι ζουν από 30 έως 45 χρόνια.[13]

Το δέρμα του είναι άτριχο και έχει τη μορφή μωσαϊκού, κάτι που το κάνει να μοιάζει με πανοπλία.

Κατοικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εθνικό πάρκο Ujung Kulon στην Ιάβα είναι η κατοικία των περισσότερων από τους εναπομείναντες Ρινόκερους της Ιάβας.

Σύμφωνα με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις, λιγότεροι από 100 Ρινόκεροι της Ιάβας ζουν στην άγρια φύση. Θεωρείται ίσως το πιο απειλούμενο από όλα τα μεγάλα θηλαστικά. Μόνο δύο τοποθεσίες είναι γνωστό ότι φιλοξενούν Ρινόκερους της Ιάβας: το εθνικό πάρκο Ujung Kulon στο δυτικό άκρο της Ιάβας, και το εθνικό πάρκο Cat Tien, περίπου 150 χιλιομετρα βόρεια της Σαϊγκόν.[6][14]

Το ζώο ζούσε κάποτε σε μία περιοχή που καταλαμβάνει την περιοχή της Βεγγάλης στην Ινδία και ανατολικά τη Μιανμάρ, τη Ταϊλάνδη, τη Καμπότζη, το Λάος, και το Βιετνάμ. Προς το νότο έως τη χερσόνησο της Μαλαισίας και τα νησιά της Σουμάτρα, της Ιάβα και ενδεχομένως το Βόρνεο[15]. Ο Ρινόκερος της Ιάβας κατοικούσε κυρίως σε πεδινά πυκνά τροπικά δάση, περιοχές με ψηλό χορτάρι και καλαμιώνες, που είναι άφθονοι κοντά σε ποτάμια, και σε υγρές περιοχές με πολλούς λασπώδεις βάλτους. Παρά το γεγονός ότι προτιμούσε περιοχές χαμηλού υψόμετρου, το υποείδος του Βιετνάμ είχε κατευθυνθεί σε πολύ μεγαλύτερο υψόμετρο (μέχρι 2000 μέτρα), πιθανότατα λόγω της λαθροθηρίας[7].

Η διασπορά του Ρινόκερου της Ιάβας άρχισε να συρρικνώνεται πριν από τουλάχιστον 3.000 χρόνια. Ξεκινώντας γύρω στο 1000 π.Χ., άρχισαν να μετακινούνται προς την Κίνα, αλλά και προς το νότο (περίπου 0,5 χιλιομετρα ανά έτος), εξαιτίας της αύξήσης των οικισμών της περιοχής[16]. Πιθανολογείται ότι εξαφανίστηκε από την Ινδία κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα[9]. Στη χερσόνησο της Μαλαισίας είχε εξαφανιστεί λόγω του κυνηγιού μέχρι το 1932[17]. Μέχρι το τέλος του Πολέμου του Βιετνάμ, ο Ρινόκερος του Βιετνάμ πιστεύεται ότι είχε εξαφανιστεί από την ηπειρωτική Ασία. Στην Καμπότζη, ντόπιοι κυνηγοί και ξυλοκόποι ισχυρίζονται ότι έχουν δει Ρινόκερους της Ιάβας στα όρη της Καρδάμου, κοντά στα σύνορα με την Ται¨λάνδη, αλλά οι έρευνες απέτυχαν να βρουν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο[18]. Ένας μικρός πληθυσμός ενδέχεται να ζούσε στη νήσο Βόρνεο, παρόλο που τα ευρήματα μπορούσαν να ήταν από Ρινόκερους της Σουμάτρα, ένας μικρός πληθυσμός των οποίων εξακολουθεί να ζει εκεί[15].

Συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ρινόκεροι της Ιάβας είναι κυρίως μοναχικά ζώα με εξαίρεση την περίοδο αναπαραγωγής και ανατροφής της απογόνων. Ενίοτε όμως συναθροίζονται σε μικρές ομάδες κοντά σε λασπώδεις λάκκους. Το κύλισμα στη λάσπη είναι κοινή συμπεριφορά για όλους τους ρινόκερους. Τους επιτρέπει να διατηρούν χαμηλή τη θερμοκρασία του σώματος και βοηθά στην πρόληψη ασθενειών και παρασιτικών μολύνσεων. Οι Ρινόκεροι της Ιάβας δεν σκάβουν τους δικούς τους λάκκους, αλλά χρησιμοποιούν αυτούς των άλλων ζώων ή φυσικές λακούβες οπότε και χρησιμοποιούν το κέρατό τους για να τους επεκτείνουν. Οι ρινόκεροι συνηθίζουν να οριοθετούν την περιοχή κατοικίας τους. Για τα αρσενικά, η περιοχή αυτή είναι μεγαλύτερη σε εύρος των 12-20 km ² ενώ για τα θηλυκά είναι περίπου 3-14 km ². Δεν είναι γνωστό αν οι Ρινόκεροι της Ιάβας εμπλέκονται σε εδαφικές διαμάχες[19]. Τα αρσενικά οριοθετούν την περιοχή τους χρησιμοποιόντας την κοπριά και τα ούρα τους.[19]

Οι Ρινόκεροι της Ιάβας παράγουν ήχους σπανιότερα από τους Ρινόκερους της Σουμάτρα, και έτσι, πολύ λίγοι έχουν καταγραφεί. Οι μόνοι γνωστοί εχθροί των ενήλικων ρινόκερων είναι οι άνθρωποι. Τα είδη, ιδίως στο Βιετνάμ, είναι αρκετά ντροπαλά και υποχωρούν στο εσωτερικό των δασών όταν οι άνθρωποι πλησιάζουν[4]. Ωστόσο, εάν ένας άνθρωπος πλησιάσει πολύ κοντά, ο ρινόκερος γίνεται επιθετικός και μπορεί να επιτεθεί με τους κοπτήρες της κάτω γνάθου[19]. Η αντικοινωνική αυτή συμπεριφορά μπορεί να είναι μια πρόσφατη προσαρμογή του πληθυσμού εξαιτίας του κινδύνου που τους απειλεί. Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, οι Ρινόκεροι της Ιάβας ήταν κάποτε περισσότερο κοινωνικοί[6].

Διατροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ρινόκεροι της Ιάβας είναι χορτοφάγοι και τρώνε διάφορα είδη φυτών, και ιδιαίτερα τους βλαστούς, τα κλαδιά, τα φύλλα και πεσμένα μικρά φρούτα. Τα περισσότερα από τα φυτά που προτιμούν φυτρώνουν σε ηλιόλουστες περιοχές: σε ξέφωτα δασών, λόγγους και γενικά περιοχές όπου δεν υπάρχουν μεγάλα δέντρα. Οι ρινόκεροι ρίχνουν κάτω τα δενδρύλια ώστε να φτάσουν την τροφή τους, την οποία αρπάζουν με το μυτερό άνω χείλος. Εκτιμάται ότι τρώνε περίπου 50 κιλά τροφίμων καθημερινά. Όπως και ο Ρινόκερος της Σουμάτρα, έτσι και ο Ρινόκερος της Ιάβας χρειάζεται το αλάτι στη διατροφή του. Πηγή αλατιού δεν υπάρχει στο εθνικό πάρκο Ujung Kulon, αλλά έχει παρατηρηθεί ότι οι ρινόκεροι εκεί πίνουν θαλασσινό νερό, προφανώς για την κάλυψη της ίδιας διατροφικής ανάγκης[13].

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σεξουαλικές συνήθειες των Ρινόκερων της Ιάβας είναι δύσκολο να μελετηθούν, καθώς το είδος σπάνια παρατηρείται άμεσα και κανένα ζώο δεν ζει σε ζωολογικό κήπο. Πιστεύεται όμως πως έχουν παρόμοια συμπεςριφορά με τα άλλα τέσσερα είδη ρινόκερων. Τα θηλυκά φθάνουν σε σεξουαλική ωριμότητα στα 3-4 έτη, ενώ τα αρσενικά είναι σεξουαλικά ώριμα στα 6. Η κυοφορία εκτιμάται ότι διαρκεί μια περίοδο περίπου 16-19 μηνών. Η διακοπή γεννήσεων διαρκεί 4-5 έτη και τα μικρά απογαλακτίζονται σε περίπου 2 χρόνια[19].

Διάσωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια ζωγραφιά του 1861 απεικονίζεται το κυνήγι ενός Ρινόκερου της Ιάβας.

Ο κύριος λόγος της συνεχούς μείωσης του πληθυσμού του Ρινόκερου της Ιάβας είναι η λαθροθηρία για τα κέρατά του, ένα πρόβλημα που επηρεάζει όλα τα είδη των Ρινόκερων. Τα κέρατα αποτελούν εμπόρευμα στην Κίνα για περισσότερα από 2.000 χρόνια, καθώς χρησιμοποιούνται στην παραδοσιακή κινέζική ιατρική. Παλαιότερα το δέρμα του ρινόκερου έχει χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή πανοπλίων για τον κινέζικο στρατό, ενώ ορισμένες τοπικές φυλές του Βιετνάμ πίστευαν πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντίδοτο για το δηλητήριο του φιδιού[20]. Καθώς στην περιοχή κατοικίας του ρινόκερου ζούσαν άνθρωποι με πολύ χαμηλά εισοδήματα, ήταν δύσκολο να πεισθούν να μην σκοτώσουν ένα φαινομενικά μη χρήσιμο ζώο που θα τους απέφερε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό με την πώληση[16]. Όταν η Σύμβαση για το Διεθνές Εμπόριο Απειλουμένων Ειδών Άγριας Πανίδας και Χλωρίδας τέθηκε σε ισχύ το 1975, ο Ρινόκερος της Ιάβας τέθηκε υπό πλήρη προστασία σύμφωνα με το Παράρτημα 1: το διεθνές εμπόριο του Ρινόκερου της Ιάβας καθώς και των προϊόντων που παράγονται από αυτόν είναι παράνομο[21]. Έρευνες έχουν δείξει ότι στην μαύρη αγορά τα κέρατα των ασιατικών ρινόκερων τιμολογούνται στην αρκετά υψηλή τιμή των 30.000 $ ανά χιλιόγραμμο, τρεις φορές την αξία του κεράτου των αφρικανικών ρινόκερων[3].

Η απώλεια της κατοικίας τους εξαιτίας της γεωργίας έχει επίσης συμβάλει στη μείωση του πληθυσμού τους, αν και αυτό δεν είναι τόσο σημαντικός παράγοντας γιατί ο ρινόκερος πλέον ζει μόνο σε δύο προστατευόμενα εθνικά πάρκα. Οι μη κατάλληλοι οικοτόποι έχουν εμποδίσει την ανάκαμψη των πληθυσμών που έπεσαν θύματα της λαθροθηρίας. Παρόλες τις προσπάθειες που καταβάλλονται, οι προοπτικές για την επιβίωση του Ρινόκερου της Ιάβας είναι δυσοίωνες. Επειδή οι πληθυσμοί έχουν περιοριστεί σε δύο μικρές περιοχές, είναι πολύ ευάλωτοι στις ασθένειες και τα προβλήματα εξαιτίας της ενδογαμίας. Οι γενετιστές εκτιμούν ότι ένας πληθυσμός των 100 ρινόκερων απαιτείται για τη διαφύλαξη της γενετικής ποικιλότητας του είδους.[14]

Ujung Kulon[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χερσόνησος του Ujung Kulon καταστράφηκε ολοσχερώς από την έκρηξη του ηφαιστείου Κρακατόα το 1883. Οι Ρινόκεροι της Ιάβας επέστρεψαν στη χερσόνησο μετά την έκρηξη, όχι όμως και οι περισσότεροι από τους ανθρωπους, δημιουργώντας έτσι ένα καταφύγιο για το ζώο[14]. Το 1931, καθώς ο Ρινόκερος της Ιάβας ήταν στα πρόθυρα της εξαφάνισης στη Σουμάτρα, η κυβέρνηση της Ινδονησίας χαρακτήρισε τον ρινόκερο προστατευόμενο είδος[7]. Το 1967, όταν έγινε η πρώτη απογραφή ρινόκερων στο Ujung Kulon, μόνο 25 ζώα καταγράφησαν. Μέχρι το 1980 ο πληθυσμός τους είχε διπλασιαστεί, ενώ έκτοτε παραμένει σταθερός. Παρόλο που οι ρινόκεροι στο Ujung Kulon δεν έχουν φυσικούς εχθρούς, έχουν να ανταγωνιστούν με άλλα άγρια ζώα για σπάνιους πόρους και έτσι οι αριθμοί τους παραμένουν κάτω από τη φέρουσα ικανότητα της χερσονήσου[22]. Το εθνικό πάρκο του Ujung Kulon διοικείται από το υπουργείο Δασοκομίας της Ινδονησίας[7]. Το 2006 βρέθηκαν στοιχεία για την ύπαρξη τουλάχιστον τεσσάρων μωρών ρινόκερων, που ήταν και η πρώτη αναφορά για αυτό το είδος[23]. Τον Ιούνιο του 2010, 3 ρινόκεροι, από τους 50 περίπου που είχαν απομείνει ελεύθεροι στην φύση, βρέθηκαν νεκροί, σε διάστημα λίγων εβδομάδων. Ο ένας από αυτούς είχε πυροβοληθεί και ακρωτηριαστεί. Για την πιο αποτελεσματική τους προστασία, αποφασίστηκε η προφύλαξη της περιοχή τους με ηλεκτροφόρο φράχτη μήκους 12 χιλιομέτρων. [24]

Εκτιμώμενος πληθυσμός στο Ujung Kulon
Χρονιά 1953 1959 1964 1968 1972 1977 1982 1990 1993 1999 2002 2005
Πληθυσμός 30-50 30-40 25-50 20-29 40-48 45-54 40-60 < 50 50 50 50-60 50-60

Cat Tien[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα λίγα εναπομείναντα μέλη του R. s. annamiticus ζουν στο εθνικό πάρκο Cat Tien στο Βιετνάμ. Αν και κάποτε ο Ρινόκερος της Ιάβας ζούσε διάσπαρτος στην νοτιοανατολική Ασία, μετά τον Πόλεμο του Βιετνάμ, θεωρήθηκε εξαφανισμένος. Οι τακτικές που χρησιμοποιήθηκαν στις μάχες, όπως η χρήση των βομβών ναπάλμ, η χρήση ναρκών, και ο ψεκασμός με δηλητηριώδη φυτοφάρμακα, προκάλεσαν ανεπανόρθωτη καταστροφή στα οικοσυστήματα της περιοχής. Ο πόλεμος επίσης συντέλεσε στο να πλυμμηρίσει η περιοχή με φθηνά όπλα τα οποία, μετά τον πόλεμο, χρησιμοποιήθηκαν από πολλούς χωρικούς για το κυνήγι. Ο φόβος για την εξαφάνιση του υποείδους διαψεύσθηκε το 1988, όταν ένας κυνηγός πυροβόλησε ένα ενήλικο θηλυκό, αποδεικνύοντας ότι το είδος τελικά επέζησε του πολέμου. Το 1989, επιστήμονες ερεύνησαν τα δάση στα νότια του Βιετνάμ σε αναζήτηση αποδείξεων για άλλους επιζώντες ρινόκερους. Τελικά, κατά μήκος του ποταμού Dong Nai ανακαλύφθηκαν νωπά ίχνη που άνηκαν σε τουλάχιστον 15 ρινόκερους[25]. Αυτός ήταν και ο λόγος που η συγκεκριμένη περιοχή έγινε μέρος της εθνικού πάρκου Cat Tien το 1992[20]. Από τότε, έχουν εκφραστεί φόβοι για τη μείωση του πληθυσμού στο Βιετνάμ, και πολλοί επιστήμονες εκτιμούν πως μόνο 3-8 ρινόκεροι, πιθανότατα μόνο θηλυκοί, έχουν επιζήσει.

Εκτιμώμενος πληθυσμός στο Cat Tien
Χρονιά 1989 1991 1993 1998 1999 2001 2005
Πληθυσμός 10-15 8-12 7-9 5-7 7-8 5-8 2-7

Στην αιχμαλωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον τελευταίο αιώνα, κανένας Ρινόκερος της Ιάβας δεν έχει φιλοξενηθεί σε ζωολογικό κήπο. Γύρω στο 1800, τουλάχιστον τέσσερις ρινόκεροι είχαν εκτεθεί στην Αδελαΐδα, την Καλκούτα και το Λονδίνο. Συνολικά, τουλάχιστον 22 Ρινόκεροι της Ιάβας έχουν κρατηθεί σε αιχμαλωσία. Πιθανότατα ο αριθμός είναι μεγαλύτερος καθώς το είδος συχνά συγχέεται με τον Ινδικό Ρινόκερο[26]. Το 1907 ο τελευταίος Ρινόκερος της Ιάβας σε αιχμαλωσία πέθανε στο ζωολογικό κήπο της Αδελαΐδας, στην Αυστραλία. Τότε το είδος ήταν σχεδόν άγνωστο και ο συγκεκριμένος ρινόκερος εκτίθονταν ως Ινδικός ρινόκερος[13].

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 van Strien, N.J., Steinmetz, R., Manullang, B., Sectionov, Han, K.H., Isnan, W., Rookmaaker, K., Sumardja, E., Khan, M.K.M. & Ellis, S. (2008). Rhinoceros sondaicus στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 18 Μαρτίου 2014.
  2. 2,0 2,1 Rookmaaker, L.C. (1982). «The type locality of the Javan Rhinoceros (Rhinoceros sondaicus Desmarest, 1822)». Zeitschrift fur Saugetierkunde 47 (6): 381–382. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Dinerstein, Eric (2003). The Return of the Unicorns; The Natural History and Conservation of the Greater One-Horned Rhinoceros. New York: Columbia University Press. ISBN 0-231-08450-1. 
  4. 4,0 4,1 Santiapillai, C. (1992). «Javan rhinoceros in Vietnam». Pachyderm 15: 25–27. 
  5. Rookmaaker, Kees (2005). «First sightings of Asian rhinos». Fulconis, R.. Save the rhinos: EAZA Rhino Campaign 2005/6. London: European Association of Zoos and Aquaria. σελ. 52. 
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 Fernando, Prithiviraj (June 2006). «Genetic diversity, phylogeny and conservation of the Javan hinoceros (Rhinoceros sondaicus)». Conservation Genetics 7 (3): 439–448. doi:10.1007/s10592-006-9139-4. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 Foose, Thomas J. (1997), Asian Rhinos – Status Survey and Conservation Action Plan, IUCN, Gland, Switzerland, and Cambridge, UK, ISBN 2-8317-0336-0 
  8. Rookmaaker, Kees (1997). «Records of the Sundarbans Rhinoceros (Rhinoceros sondaicus inermis) in India and Bangladesh». Pachyderm 24: 37–45. 
  9. 9,0 9,1 Rookmaaker, L.C. (June 2002). «Historical records of the Javan rhinoceros in North-East India». Newsletter of the Rhino Foundation of Nature in North-East India (4): 11–12. 
  10. 10,0 10,1 Xu, Xiufeng. «The Complete Mitochondrial DNA Sequence of the Greater Indian Rhinoceros, Rhinoceros unicornis, and the Phylogenetic Relationship Among Carnivora, Perissodactyla, and Artiodactyla (+ Cetacea)». Molecular Biology and Evolution 13 (9): 1167–1173. http://mbe.oxfordjournals.org/cgi/reprint/13/9/1167. Ανακτήθηκε στις 2007-11-04. 
  11. Lacombat, Frédéric (2005). «The evolution of the rhinoceros». Fulconis, R.. Save the rhinos: EAZA Rhino Campaign 2005/6. London: European Association of Zoos and Aquaria. σελ. 46–49. 
  12. Tougard, C. (2001). «Phylogenetic relationships of the five extant rhinoceros species (Rhinocerotidae, Perissodactyla) based on mitochondrial cytochrome b and 12s rRNA genes». Molecular Phylogenetics and Evolution 19 (1): 34–44. doi:10.1006/mpev.2000.0903. 
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 van Strien, Nico (2005). «Javan Rhinoceros». Fulconis, R.. Save the rhinos: EAZA Rhino Campaign 2005/6. London: European Association of Zoos and Aquaria. σελ. 75–79. 
  14. 14,0 14,1 14,2 Derr, Mark (July 11, 2006). «Racing to Know the Rarest of Rhinos, Before It’s Too Late». The New York Times. http://www.nytimes.com/2006/07/11/science/11rhin.html. Ανακτήθηκε στις 2007-10-14. 
  15. 15,0 15,1 Cranbook, Earl of (2007). «The Javan Rhinoceros Rhinoceros Sondaicus in Borneo». The Raffles Bulletin of Zoology (University of Singapore) 55 (1): 217–220. http://rmbr.nus.edu.sg/rbz/biblio/55/55rbz217-220.pdf. Ανακτήθηκε στις 2007-11-04. 
  16. 16,0 16,1 Corlett, Richard T. (2007). «The Impact of Hunting on the Mammalian Fauna of Tropical Asian Forests». Biotropica 39 (3): 202–303. doi:10.1111/j.1744-7429.2007.00271.x. 
  17. Ismail, Faezah (June 9, 1998). «On the horns of a dilemma». New Straits Times. 
  18. Daltry, J.C.; F. Momberg (2000). Cardamom Mountains biodiversity survey. Cambridge: Fauna and Flora International. 
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 Hutchins, M. (2006). «Rhinoceros behaviour: implications for captive management and conservation». International Zoo Yearbook (Zoological Society of London) 40: 150–173. doi:10.1111/j.1748-1090.2006.00150.x. 
  20. 20,0 20,1 Stanley, Bruce (June 22, 1993). «Scientists Find Surviving Members of Rhino Species». Associated Press. 
  21. Emslie, R. (1999), African Rhino. Status Survey and Conservation Action Plan, IUCN/SSC African Rhino Specialist Group. IUCN, Gland, Switzerland and Cambridge, UK, ISBN 2831705029 
  22. Dursin, Richel (January 16, 2001). «Environment-Indonesia: Javan Rhinoceros Remains At High Risk». Inter Press Service. 
  23. Williamson, Lucy (September 1, 2006). «Baby boom for near-extinct rhino». BBC News. http://news.bbc.co.uk/2/hi/asia-pacific/5305906.stm. Ανακτήθηκε στις 2007-10-16. 
  24. «Τελευταία ευκαιρία για τον ρινόκερο της Ιάβας». in.gr. 22 Ιουνίου, 2010. http://news.in.gr/science-technology/article/?aid=1231049664. Ανακτήθηκε στις 2001-07-01. 
  25. Raeburn, Paul (April 24, 1989). «World's Rarest Rhinos Found In War-Ravaged Region of Vietnam». Associated Press. 
  26. Rookmaaker, L.C. (2005). «A Javan rhinoceros, Rhinoceros sondaicus, in Bali in 1839». Zoologische Garten 75 (2): 129–131. 

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Javan Rhinoceros της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).