Πύρρος Β΄ της Ηπείρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πύρρος Β΄
Βασιλεύς της Συμμαχίας των Ηπειρωτών
Περίοδος εξουσίας
β΄ μισό 3ου αιώνα π.Χ.
Προκάτοχος Ολυμπιάδα
Διάδοχος Πτολεμαίος Β΄
Εθνικότητα Έλληνας, Ηπειρώτης, Μολοσσός
Οίκος/Γενεά Αιακίδες
Πατέρας Αλέξανδρος Β΄
Μητέρα Ολυμπιάδα
Σύζυγος άγνωστη
Επίγονοι Δηιδάμεια Β΄

Ο Πύρρος (3ος αιώνας π.Χ.) ήταν βασιλιάς των Μολοσσών, μέλος της Δυναστείας των Αιακιδών.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν εγγονός του διασημότερου μέλος της Δυναστείας, βασιλιά Πύρρου, και γιος δύο αδερφών, του βασιλιά Αλέξανδρου Β' και της Ολυμπιάδας.[1] Ο πατέρας του πέθανε κάποια στιγμή πριν το 239 π.Χ., όσο ακόμη ο Πύρρος και ο αδερφός του Πτολεμαίος ήταν ανήλικοι. Την κηδεμονία τους, καθώς και τη διακυβέρνηση του κράτους ανέλαβε η μητέρα τους, Ολυμπιάδα, η οποία σύναψε συμμαχία με το Μακεδόνα βασιλιά, Δημήτριο Β' τον Αιτωλικό.[2]

Με τον τρόπο αυτό διασφάλισε τη θέση της στο θρόνο, τον οποίο διατήρησε μέχρι την ενηλικίωση των αγοριών της, οπότε και παραιτήθηκε υπέρ του γιου της Πύρρου Β'.[3] Ωστόσο, κατά τα φαινόμενα, ο Πύρρος πέθανε νέος, έχοντας προλάβει να αποκτήσει μια κόρη, τη Δηιδάμεια, η οποία μετά το σύντομο θάνατο και του Πτολεμαίου, αποτέλεσε τον τελευταίο ηγεμόνα του Οίκου των Αιακιδών.

Ο Αθήναιος διηγείται πως η Ολυμπιάδα θανάτωσε μια κοπέλα που λεγόταν Τίγρις, με την οποία ήταν ερωτευμένος ο γιος της, Πύρρος. Ως αποτέλεσμα ο βασιλιάς πήρε εκδίκηση θανατώνοντας την Ολυμπιάδα με δηλητήριο.[4] Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες εκδοχές που θέλουν τη βασίλισσα να πεθαίνει από τη θλίψη της για την πρόωρη απώλεια των γιων της,[5] κληροδοτώντας το βασίλειο στη Δηιδάμεια.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου», 28.1
  2. Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου», 28.1
  3. Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου», 28.3
  4. Αθήναιος, «Δειπνοσοφισταί», 13.589
  5. Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου», 28.3