Εμίλ Ντιρκέμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Emile Durkheim.jpg

Ο Εμίλ Ντ. Ντιρκέμ (γαλλ.: Emile D. Durkheim, 15 Απριλίου 1858, Επινάλ (Λωρραίνη) - 15 Νοεμβρίου 1917, Παρίσι) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, που θεωρείται μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες που συνέβαλαν στην εξέλιξη της επιστήμης της κοινωνιολογίας. Πολλοί τον αποκαλούν επίσης "Πατέρα του λειτουργισμού" διότι έθεσε τις βάσεις και τα θεμέλια του λειτουργισμού, στον οποίο όσο οι κοινωνίες εξελίσσονται σε λειτουργικές τόσο χαλαρώνουν οι κοινώνικοι κανόνες που πρέπει να διέπουν την κοινωνία έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η κοινωνική συνοχή.

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μητέρα του, Μελανί, ήταν η κόρη εμπόρου και ο πατέρας του ήταν ο ραβίνος του Επινάλ και επίσης αρχιραβίνος των Βοσγίων (Vosges) και του Άνω Μάρνη (Haute-Marne). Ο Εμίλ πέρασε ένα μέρος των σχολικών του χρόνων σε ένα ραβινικό σχολείο, καθώς προοριζόταν να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του, του παππού και του προπάππου του, που ήταν ραβίνοι. Όμως, η επιθυμία του δεν κράτησε και πολύ, καθώς ξέκοψε από τον Ιουδαϊσμό αφότου έφθασε στο Παρίσι.

Ο Ντιρκέμ, λαμπρή διάνοια, αρίστευσε στο Κολέγιο του Επινάλ. Κατόπιν έφυγε από το Επινάλ για το Παρίσι για να προετοιμαστεί για την αποδοχή στην École Normale Supérieure, αλλά η συναισθηματική ένταση που προκλήθηκε από την ασθένεια του πατέρα του, είχε επιπτώσεις στη μελέτη του. Τελικά, το 1879 πέρασε τις εισαγωγικές εξετάσεις μετά από την τρίτη προσπάθειά του και έγινε δεκτός στην ηλικία των 21 χρόνων. Στη Σχολή, ο Ντιρκέμ συνάντησε και έγινε φίλος με τους φιλόσοφους Σαρλ Ρενουβιέ (Charles Renouvier) και Εμίλ Μπουτρού (Emile Boutroux). Συνδέθηκε, επίσης, φιλικά με τον ιστορικό Νουμά-Ντενί Φυστέλ ντε Κουλάνζ (Numas-Denis Fustel de Coulanges). Πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις του και άρχισε να διδάσκει φιλοσοφία το 1882 στο Σενς και το Σαιν-Κουεντέν[1]. Το 1887, ο Ντιρκέμ διορίστηκε στο Μπορντώ. Σε αυτή την περίοδο έδωσε έμφαση στην αξία της κοινωνιολογίας και μίλησε επίσης για τη θεωρία, την ιστορία και την πρακτική της εκπαίδευσης. Δίδαξε κοινωνικές επιστήμες, αφιερώνοντας το χρόνο του σε εξειδικευμένες μελέτες, όπως η αυτοκτονία, η συγγένεια, το έγκλημα, ο νόμος, η θρησκεία, η αιμομιξία και ο σοσιαλισμός.

Το 1896, ο Ντιρκέμ έβαλε κατά μέρος το έργο του για την ιστορία του σοσιαλισμού και έστρεψε την προσπάθειά του στην καθιέρωση ενός ογκώδους προγράμματος δημοσιογραφικής συνεργασίας. Το 1898, ίδρυσε το περιοδικό «Κοινωνιολογικά Χρονικά» (L'Année Sociologique), το πρώτο περιοδικό κοινωνικών επιστημών στη Γαλλία[2]. Υποστηρίχθηκε από νέους ερευνητές, οι οποίοι και παρείχαν την ετήσια έρευνά τους για την επετηρίδα. Το 1902, ο Ντιρκέμ διορίστηκε Καθηγητής στην έδρα της Παιδαγωγικής στην Σορβόνη.

Αναγνώριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εμίλ Ντιρκέμ επέστρεψε στο Παρίσι αναγνωρισμένος πλέον ως ισχυρή παρουσία στην κοινωνιολογία και την εκπαίδευση. Οι ιδέες του για την «επιστήμη της ηθικής» ήταν προκλητικές για τους Καθολικούς και ο επόμενος διορισμός του στο Φορμπόρν (Forborne) εξόργισε εκείνους που ανήκαν στην δεξιά πολιτική παράταξη, καθώς ο νέος διορισμός τού έδωσε σημαντική δύναμη. Όλοι οι σπουδαστές που αναζητούσαν πτυχίο στη φιλοσοφία, τις γλώσσες, την ιστορία ή τη λογοτεχνία έπρεπε να πάρουν τις σειρές μαθημάτων του.

Η τραγωδία τον χτύπησε καθώς ο γιος του Αντρέ, λαμπρός γλωσσολόγος, σκοτώθηκε στο βουλγαρικό μέτωπο στην Θεσσαλονίκη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κηρύχθηκε νεκρός τον Απρίλιο του 1916. Ήταν ένα φοβερό χτύπημα για τον Ντιρκέμ, από το οποίο δεν συνήλθε ποτέ πλήρως. Υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και πέθανε ένα χρόνο μετά, στις 15 Νοεμβρίου του 1917, στην ηλικία των 59 χρόνων.

Ο όρος "Ανομία"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Εμίλ Ντιρκέμ επέλεξε έναν ελληνικό όρο για να περιγράψει μία νέα κοινωνική κατάσταση στη δυτική Ευρώπη, αυτόν της ανομίας (anomie). Σύμφωνα με το Γάλλο κοινωνιολόγο, σε καταστάσεις ανομίας εκλείπουν οι σαφείς ρυθμίσεις, οι κανόνες και τα πρότυπα που καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας. Οι πολίτες δυσκολεύονται να συμμορφωθούν με κανόνες τους οποίους κρίνουν ανίσχυρους και ως συνέπεια αυτού αισθάνονται αποπροσανατολισμένοι και διακατέχονται από άγχος. Το φαινόμενο της ανομίας -δηλαδή της μη εφαρμογής των νόμων- αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα ενός λαού, εφόσον πιθανόν είναι να επιφέρει τον κοινωνικό κατακερματισμό και τη διάσπαση της συλλογικής συνείδησης. Καταστάσεις ανομίας βιώνει η ανθρωπότητα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, διαπίστωσε ο Ντιρκέμ. Όμως, φαινόμενα ανομίας παρουσιάζονται και σε εποχές ευδαιμονίας, όταν η επαναστατικότητα τείνει να ταυτιστεί με την καταπάτησή των κανόνων και των νόμων.

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ραϋμόν Αρόν (1984). ΓΝΩΣΗ. σελ. 135. 
  2. Ραϋμόν Αρόν (1984). ΓΝΩΣΗ. σελ. 136. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γάγγας, Σ, Κοινωνία και Ηθική. Αξίες και νεωτερικότητα στην κοινωνιολογία και τη φιλοσοφία του Emile Durkheim,εκδ. "Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα", Αθήνα, 2009.