Μούνδος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μούνδος (... - 536) ήταν Βυζαντινός στρατηγός κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού Α'. Ήταν γιος του Γιέσμου, βασιλιά των Γέπιδων και ανιψιός του επίσης Γέπιδου βασιλειά Τραπστίλα[1]. Η ακριβής ημερομηνία γέννησής του είναι άγνωστη. Ο πατέρας του σκοτώθηκε σε μάχη κατά των Οστρογότθων του Θευδέριχου το 488, οπότε δέχτηκε πρόταση από τον τελευταίο να συμμαχήσουν, κάτι που έκανε. Παρέμεινε στην Ιταλία ως το θάνατο του Θευδέριχου το 526 και κατόπιν επέστρεψε στην πατρίδα του.

Στο Βυζαντινό στρατό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 529 ο Μούνδος έστειλε πρεσβευτές στον Ιουστινιανό διαβεβαιώνοντάς τον για την πίστη του σε αυτόν. Ο αυτοκράτορας τον δέχθηκε και τον διόρισε στρατηγό της Ιλλυρίας και της στρατιάς του Δούναβη[1][2]. Στα επόμενα δύο χρόνια ο Μούνδος απέτρεψε πολλαπλές επιχειρήσεις των Σλάβων και των Βουλγάρων στέλνοντας στην Κωνσταντινούπολη πολλά λάφυρα[3]. Το 531 ο Μούνδος αντικατέστησε προσωρινά το Βελισάριο στην ανατολή μετά την αποτυχία του τελευταίου στη Μάχη της Καλλίνικου, αλλά μάλλον δεν ταξίδεψε ποτέ προς τα κει. Τον Ιανουάριο του 532 επέστρεψε στη θέση του στην Ιλλυρία, αλλά τον ίδιο μήνα βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη με σώμα Έρουλων μισθοφόρων, όταν ξέσπασε η Στάση του Νίκα. Ο Μούνδος που ήταν πάντα πιστός στον Ιουστινιανό και ο Βελισάριος ήταν υπεύθυνοι για τη σφαγή των υποστηρικτών του Υπάτιου στον Ιππόδρομο της Πόλης[4] .

Ο Μούνδος παρέμεινε στην Ιλλυρία και, όταν ο Ιουστινιανός προσπάθησε να ανακαταλάβει την Ιταλία από τους Γότθους το 535, έστειλε το στρατό του στη Δαλματία, ενώσω ο Βελισάριος επιτίθεντο στη Σικελία από θάλασσας[5]. Ο Μούνδος νίκησε τους Γότθους και πήρε τη Σαλώνα[6], αλλά οι Γότθοι επανήλθαν στις αρχές του επόμενου έτους. Σε μια μάχη κοντά στη Σαλώνα, ο γιος του Μούνδου ο Μαυρίκιος περικυκλώθηκε από μεγαλύτερη δύναμη των Γότθων και σκοτώθηκε. Εξαγριωμένος για το θάνατο του γιου του, ο Μούνδος οδήγησε το στρατό του σε νέα νίκη έναντι των εχθρών, αν και τραυματίστηκε θανάσιμα κυνηγώντας τους[7].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Theophanes, 6032
  2. John Malalas, 450-451
  3. Marcellinus Comes, AD 530
  4. Procopius, De Bello Persico, I.XXIV.42-52
  5. Procopius, De Bello Gothico, I.V.12-4
  6. Procopius, De Bello Gothico, I.V.11
  7. Procopius, De Bello Gothico, I.VII

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Mundus (general) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).