Μερβ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°39′51″N 62°11′05″E / 37.6642°N 62.1847°E / 37.6642; 62.1847

Τοποθεσία της αρχαίας Μερβ

Η πόλη Μερβ (Περσικά: مرو, Μαρβ), παλαιότερα (την εποχή των Αχαιμενιδών) σατραπεία (κέντρο διοίκησης) της Μαργιανής, αργότερα γνωστή ως Αλεξάνδρεια αλλά και ως Αντιόχεια της Μαργιανής, ήταν η κύρια πόλη-όαση στην Κεντρική Ασία, πάνω στον ιστορικό δρόμο του μεταξιού. Σήμερα η πόλη ανήκει στο Τουρκμενιστάν. Υπήρχαν διάφορες πόλεις στην ευρύτερη περιοχή της Μερβ, που είχε μεγάλη στρατηγική σημασία και ήταν αξιοσημείωτη για την εναλλαγή των πολιτισμών. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η Μερβ ήταν μια από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου τον 12ο αιώνα. [1] Από το 1999 η αρχαία πόλη Μερβ ανήκει στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κτίστηκε πρώτα από τον Μέγα Αλέξανδρο ως Αλεξάνδρεια. Επειδή η θέση της ελληνικής αποικίας ήταν άκρως ευάλωτη οι σκυθικές ορδές την κατέστρεψαν. Έτσι λίγα χρόνια αργότερα (ίσως το 312 π.Χ.), ο Σέλευκος την ξαναέκτισε δίνοντάς της πρώτα το όνομα Συριανή (δηλαδή Συριακή) και κατόπιν το όνομα Σελεύκεια. Μετά την εκ νέου καταστροφή που υπέστη από τους βαρβάρους, ανοικοδομήθηκε από τον Αντίοχο Α', μετονομάστηκε σε Αντιόχεια και κατέστη πρωτεύουσα της σελευκιδικής σατραπείας της Μαργιανής (ονομ. εκ του ποταμού Μάργου - αραβικά Μαργκού, ο κατά Αρριανό Έπαρδος, σημ. Μουργκάμπ). Οι Έλληνες άποικοι που είχαν διασκορπιστεί ξανακατοίκησαν την ανοικοδομημένη πόλη. Ο Αντίοχος επεξέτεινε και μεγέθυνε την ελληνική πόλη και τα σωζόμενα τείχη που έκτισε έφταναν σε ύψος τα 50-70 μ. στην τοποθεσία Γκιαούρ Καλά (=το φρούριο των Ελλήνων στα τουρκικά). Εκεί κοντά βρέθηκε και μια τεράστια άμπελος φυτεμένη (από Έλληνες αποίκους), με διάμετρο 0,85 μ.

Αργότερα επί Αντίοχου Β' (255 π.Χ.), την κατέλαβε ο Διόδοτος Α' (ιδρυτής του ελληνικού κράτους της Βακτριανής). Την περίοδο 210-189 π.Χ. περιήλθε για λίγο στη σελευκιδική αυτοκρατορία του Αντιόχου Γ΄ για να ξαναπεράσει στον ελληνοβακτρικό έλεγχο (189-141 π.Χ.). Ύστερα την κατέλαβε ο Φραάτης (βασιλεύς των Πάρθων) και κατόπιν οι Άραβες Χαλίφες το (646), που τη μετονόμασαν σε "Μάρβσαχ-ι-Γκαν" αποδίδοντάς της μεγάλη λαμπρότητα.

Αργότερα την κατέλαβαν διαδοχικά οι Σελτζούκοι Τούρκοι (που τη μετονόμασαν από Μαρβ σε "Μερβ"), οι Μογγόλοι, Ουζμπέκοι, Τουρκμάνοι και το 1883 οι Ρώσοι. Στις 22 Αυγούστου 1918 καταλήφθηκε από τις μπολσεβικικές δυνάμεις. Σήμερα η Μερβ ανήκει στο Τουρκμενιστάν. Στην περιοχή παράγονται άφθονα δημητριακά, βαμβάκι και φρούτα, ενώ έχει ακμάζουσα κτηνοτροφία.

Κατά τις αραβικές παραδόσεις αποτελεί λίκνο των Αρίων φυλών. Οι σημερινοί κάτοικοί της, 350.000 Τουρκμάνοι, ανήκουν στη φυλή των Τέκων, ονομαστών ιπποτρόφων, επιδέξιων τεχνιτών αργυρών ειδών και παλιά καλών οπλοποιών. Οι τάπητες που κατασκευάζουν θεωρούνται ανώτεροι των περσικών.

Κατά το 5ο αιώνα μ.Χ., στη Μερβ (τότε Αντιόχεια) υπήρχε η αρχιεπισκοπική έδρα των Νεστοριανών χριστιανών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Merv της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).