Λύρα Καλαβρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λύρα Καλαβρίας

Η λύρα Καλαβρίας (ιταλ.: lira calabrese) είναι ένα έγχορδο παραδοσιακό μουσικό όργανο χαρακτηριστικό ορισμένων περιοχών της Καλαβρίας (περιοχή Locride και την περιοχή του Monte Poro) της Νότιας Ιταλίας. Όπως η κρητική λύρα, η πολίτικη λύρα και άλλα παρόμοια όργανα, έλκει την καταγωγή του από την αρχαιοελληνική λύρα, ενώ παίζεται με δοξάρι.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και άλλες λύρες της ίδιας οικογένειας των «τοξωτών λυρών» (π.χ. η Κρητική Λύρα) η Λύρα Καλαβρίας παίζεται όρθια, συνήθως στηριζόμενη μεταξύ των γονάτων. Το αριστερό χέρι συνήθως κρατάει τη λαβή του οργάνου και αγγίζει τις χορδές με τα νύχια πλαγίως, ενώ το δεξί του χέρι του οργανοπαίκτη κρατάει το δοξάρι. Οι τρεις χορδές (η κεντρική είναι λίγο μεγαλύτερη) παραδοσιακά φτιάχνονταν από έντερο ζώου (νάιλον σήμερα), ενώ το δοξάρι από τρίχες αλόγου (ή νάιλον). Το ρεπερτόριο περιλαμβάνει παραδοσιακούς ρυθμούς που συνοδεύουν το τραγούδι (π.χ. τραγούδια της καντάδας και οργή), καθώς και τραγούδια κατάλληλα για το χορό (ταραντέλλες κλπ).

Το ρεπερτόριο της λύρας Καλαβρίας είναι γνωστό μόνο μέσα από ιστορικά αρχεία παλαιών οργανοπαικτών, ή από σύγχρονους ανθρώπους που γνωρίζουν παλαιότερους οργανοπαίκτες. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον γύρω από την λύρα Καλαβρίας και έχει προκαλέσει χρήση του οργάνου από συγκροτήματα παραδοσιακής μουσικής και την επανεμφάνιση νέων κατασκευαστών λύρας σε διάφορα μέρη της Καλαβρίας.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πιθανή προέλευση της λύρας Καλαβρίας είναι η Βυζαντινή λύρα με δοξάρι (lūrā) της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, παρόμοια με το ραμπάμπ των Ισλαμικών Αυτοκρατοριών της εποχής. Ο Πέρσης γεωγράφος Ibn Khurradadhbih (π. 911) του 9ου αιώνα, αναφερόμενος στην λεξικογραφική καταγωγή των μουσικών οργάνων της εποχής κατέγραψε την λύρα με δοξάρι (lūrā), μαζί με το εκκλησιαστικό όργανο (urghun), το shilyani (πιθανότατα ένα είδος άρπας) και το salandj σαν τα τυπικά όργανα των Βυζαντινών.[1] Όμοια τρίχορδα όργανα με δοξάρι, απόγονοι της βυζαντινής λύρας εξακολουθούν να παίζονται μέχρι σήμερα σε μετα-Βυζαντινές περιοχές, όπως για παράδειγμα, η Γκαντούλκα (Gadulka) της Βουλγαρίας, η Κρητική λύρα της Κρήτης και των Δωδεκανήσων και η Πολίτικη λύρα ή Πολίτικος κεμεντζές της Κωνσταντινούπολης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kartomi Margaret J., 1990

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • La lira calabrese, supplemento a Calabria, Catanzaro, maggio 1987, quaderno n. 2, anno XV, n. 25.
  • libricino del cd La lira in Calabria - RLS 002 - Coop. "R.L.S.", Catanzaro, 1994.
  • La lira, di Goffredo Plastino, Edizioni Monteleone (VV).
  • Margaret J. Kartomi: On Concepts and Classifications of Musical Instruments. Chicago Studies in Ethnomusicology, University of Chicago Press, 1990