Κρητική λύρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Διάφορες παραλλαγές Κρητικής λύρας στο μουσείο ελληνικών παραδοσιακών οργάνων, Αθήνα.

Η κρητική λύρα είναι τρίχορδο, τοξωτό, απιδόσχημο μουσικό όργανο, που κατέχει κεντρική θέση στην παραδοσιακή μουσική της Κρήτης και άλλων νησιών του Αιγαίου και των Δωδεκανήσων. Θεωρείται η πλέον δημοφιλής παραλλαγή της βυζαντινής λύρας που χρησιμοποιείται σήμερα.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κρητική λύρα προσομοιάζει έντονα τη βυζαντινή λύρα, που αποτελεί τον πρόγονο πολλών ευρωπαϊκών τοξωτών εγχόρδων και είναι αντίστοιχη του ρεμπάμπ, που έχαιρε δημοφιλίας την ίδια εποχή στις Ισλαμικές αυτοκρατορίες. Ο Ibn Khordadbeh, Πέρσης γεωγράφος του 9ου αιώνα, στη λεξικογραφική του μελέτη των μουσικών οργάνων, αναφέρει τη λύρα ως ένα τυπικό όργανο των Βυζαντινών μαζί με τα urghun (ὄργανον), shilyani (μάλλον κάποιο είδος άρπας ή λύρας) και salandj (μάλλον κάποιος άσκαυλος).

Η βυζαντινή λύρα διαδόθηκε προς δυσμάς στην Ευρώπη με ασαφή εξέλιξη: χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιταλική lira da braccio, τοξωτό έγχορδο του 15ου αιώνα, που πιθανόν να υπήρξε ο προκάτοχος του σύγχρονου βιολιού. Η χρήση τοξωτών εγχόρδων, παρόμοιων της κρητικής λύρας και άμεσων διαδόχων της βυζαντινής συνεχίστηκε σε πολλές περιοχές της βυζαντινής αυτοκρατορίας ακόμα και όταν αυτή αποτέλεσε παρελθόν, φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας με μικρές διαφοροποιήσεις. Παραδείγματα τέτοιων οργάνων αποτελούν η Γκαντούλκα στη Βουλγαρία, η τοξωτή Λύρα Καλαβρίας στην Ιταλία και η Πολίτικη λύρα στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας.

Λαμβάνοντας υπ'όψη την περίοδο που πρωτοεμφανίστηκαν τοξωτά έγχορδα στην Κρήτη, υπάρχουν τέσσερεις απόψεις:

  1. Η βυζαντινή λύρα εισήχθη μετά το 961 μ.Χ., όταν το νησί επανακαταλήφθηκε από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία έπειτα από αραβική κατοχή, με στρατιωτική επέμβαση του Νικηφόρου Φωκά. Εκείνη την περίοδο εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη οικογένειες αριστοκρατών από την Κωνσταντινούπόλη με σκοπό την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου και την αναπλήρωση του πληθυσμού. Με αυτή την κίνηση υιοθετήθηκαν από τον εντόπιο πληθυσμό βυζαντινές παραδόσεις από την Κωνσταντινούπολη.
  2. Η λύρα εισήχθη στο νησί από τα Δωδεκάνησα, αρχίζοντας να διαδίδεται από τη Σιτία που, ευρισκόμενη στο ανατολικό άκρο της Κρήτης, ήταν γειτονική με τα νησιά Κάσο και Κάρπαθο. Αυτό συνέβη μάλλόν κατά το 12 αιώνα. Την άποψη αυτή ενισχύει το γεγονός πως, σύμφωνα με τις πηγές, η βυζαντινή λύρα έχαιρε ιδιαίτερης δημοφιλίας στη Σιτία.
  3. Η λύρα εισήχθη σταδιακά στος παραδόσεις του νησιού ως δημοφιλές στοιχείο της βυζαντινής μουσικής παράδοσης, όπως με παρόμοιο τρόπο εισήχθη και σε άλλες περιοχές (π.χ. η Lira da Braccio και η Λύρα Καλαβρίας στην Ιταλία και η Γκαντούλκα στη Βουλγαρία).
  4. Byzantine Lyra Museo Nazionale.jpg
    Σύμφωνα με την τοπική παράδοση η λύρα εξελίχθηκε στην Κρήτη. Πιθανότατα αποτελεί μια εξέλιξη του αρχαίου ρεμπεπ που έφτασε στο νησί μέσο των θαλάσσιων δρόμων κάποια στιγμή τον πρώιμο μεσαίωνα. Κατά την εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά μαζί με τον όγκο των λαφύρων που μεταφέρθηκαν από την Κρήτη στην Κωνσταντινούπολη, το όργανο διαδόθηκε προς το βορρά. Σε αυτό συνηγορούν η απουσία όποιας δήποτε μουσικής παράδοσης με βάση την λύρα στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης, καθώς για να εξαχθεί κάποιο πολιτισμικό στοιχείο θα πρέπει πρώτα να ευδοκιμήσει στην υποτιθέμενη κοιτίδα του κάτι που δεν προκύπτει από πουθενά. Ενώ το άγαλμα του δαιμόνιου με την λύρα, που αποτελεί το μοναδικό εύρημα στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης, είναι προφανώς φερτό λάφυρο, αφού ουδέ μια σχέση έχει με βυζαντινή τέχνη, η τεχνοτροπία είναι ελληνιστική και παραπέμπει στον νότο, ενώ η στάση του σώματος και η έκθεση της περιοχής των γενετικών οργάνων θα μπορούσε να έχει προκαλέσει την καταστροφή του αγάλματος αν είχε εντοπισθεί κατά το μεσαίωνα, κάτι που προφανώς δεν συνέβη.

Με την πάροδο των αιώνων και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας του νησιού, το βιολί άσκησε σημαντική επιρροή στη μουσική της Κρήτης, τόσο από οργανολογική όσο και από μουσική άποψη, φέρνοντας πρωτοφανείς αλλαγές στην οργανολογία, στη στιχουργία, στο χρονισμό, στη μουσική γλώσσα καθώς και στην πρακτική απόδοση των έργων, επεκτείνοντας και εμπλουτίζοντας τη συλλογή αυτών.

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν τρία κύρια είδη Κρητικής λύρας:

  1. το λυράκι, ένα μικρό μοντέλο λύρας, σχεδόν όμοιο με τη Βυζαντινή λύρα, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για συνοδεία στους Κρητικούς χορούς.
  2. η βροντόλυρα, που δίνει πολύ ισχυρό ήχο, ιδανική για μουσική υπόκρουση.
  3. η κοινή λύρα, δημοφιλής στο νησί σήμερα. Προέκυψε από συνδυασμό του βιολιού με το λυράκι.

Η επιρροή του βιολιού προκάλεσε την αναμόρφωση πολλών χαρακτηριστικών της παλιάς μορφής της Κρητικής λύρας (λυράκι) στη σύγχρονη λύρα, όπως ο χρονισμός, η πρακτική απόδοση και το ρεπερτόριο των έργων. Το 1920 δημιουργήθηκε η βιολολύρα, σε μια προσπάθεια των εντοπίων κατασκευαστών οργάνων να προσδώσουν τον ήχο και τις τεχνικές δυνατότητες του βιολιού στο παλαιό βυζαντινό λυράκι. Είκοσι χρόνια αργότερα, ένας νέος συνδυασμός του βιολιού με το λυράκι είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της κοινής λύρας. Άλλα είδη περιλαμβάνουν την τετράχορδη λύρα.

Το 1990, ο ιρλανδικής καταγωγής Ρος Ντέιλι σχεδίασε ένα νέο είδος κρητικής λύρας που ενσωματώνει στοιχεία από το λυράκι, τη Βυζαντινή λύρα και το Ινδικό sārangī. Το αποτέλεσμα ήταν μια λύρα με τρεις χορδές εκτέλεσης, των 29 εκατοστών σε μήκος (όπως και της κανονικής Κρητικής λύρας), και 18 βοηθητικές χορδές που συνηχούν σε ινδικής κοπής γέφυρες Jawari (ο αριθμός βοηθητικών χορδών αργότερα αυξήθηκε στις 22).

Κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λύρα έχει σώμα με απιδόσχημο ή ελλειπτικό καπάκι. Συνήθως έχει δυο μικρές ημικυκλικές τρύπες για το ηχείο. Σώμα και λαιμός σκαλίζονται από το ίδιο κομμάτι ξύλο, που αφήνεται να παλιώσει για τουλάχιστον 10 χρόνια. Παραδοσιακά, προερχόταν από δέντρα που φύονταν στην νησί, κυρίως βελανιδιά, μουριά ή σφενδάμι, ενώ πλέον η ξυλεία γι' αυτό το σκοπό κυρίως εισάγεται.

Το καπάκι είναι επίσης σκαλιστό, με πιο ρηχή αψίδα και συνήθως είναι κατασκευασμένο από μαλακό ξύλο με ευθεία νερά. Παραδοσιακά κατασκευάζονταν από τις παλαιωμένες δοκούς κτιρίων (κατράνι) και, ιδανικά, από τις τριακοσίων ετών δοκούς των Ενετικών ερειπίων. Στο παρελθόν οι χορδές φτιάχνονταν από έντερα ζώων και το δοξάρι από τρίχα αλογοουράς. Το τόξο του δοξαριού ήταν συνήθως φορτωμένο με μια σειρά από σφαιρικές καμπάνες, τα γερακοκούδουνα, που παρείχαν ρυθμική υπόκρουση στη μελωδία. Σήμερα, οι περισσότερες λύρες παίζονται με δοξάρια βιολιού.

Χρονισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παλαιό μοντέλο της Κρητικής λύρας (λυράκι), είναι χρονισμένο σε 5-1-4. Ο εκτελεστής παίζει τη μελωδία στην πρώτη και την τρίτη χορδή, χρησιμοποιώντας τη δεύτερη χορδή για να συντηρεί βόμβο, όπως χρησιμοποιούνταν και οι Βυζαντινές λύρες από το 1190 μ.Χ. που βρέθηκαν σε ανασκαφές στο Novgorod.

Στη σύγχρονη λύρα η χορδή βόμβου έχει αντικατασταθεί από τρεις διαδοχικές χορδές (d-a-e'). Η σύγχρονη λύρα, κατά το σχεδιασμό του Σταγάκη, είναι χρονισμένη σε πέμπτα και, όπως και το βιολί, δε διαθέτει ειδικές χορδές βόμβου, ενώ όλες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μελωδικές χορδές.

Σημερινή χρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κρητική λύρα χρησιμοποιείται ακόμα ευρέως στην Κρήτη (βλέπε Κρητική μουσική), σε μερικά νησιά στα Δωδεκάνησα και στο Αιγαίο καθώς επίσης και σε περιοχές της βόρειας Ελλάδος.

Καλλιτέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φημισμένοι εκτελεστές είναι ο Ανδρέας Ροδινός, ο Θανάσσης Σκορδαλός, ο Κώστας Μουντάκης, ο Αντώνης Παπαδάκης (Καρεκλάς), ο Νίκος Ξυλούρης, ο Λεωνίδας Κλάδος, ο Ρος Ντέιλι, η Κέλι Τόμα (Kelly Thoma), ο Ζαχαρίας Σπυριδάκης, ο Πάρης Περυσινάκης, ο Δημήτρης Βακάκης, ο Γιάννης Μαραγκάκης, ο Γρηγόρης Αλυσσανδράκης, ο Στέλιος Πετράκης, ο Βασίλης Σκουλάς και ο Αντώνης Ξυλούρης (Ψαραντώνης). Αξίζει να γίνει λόγος για το Γιάννη Κλαδάκη, καθώς με την ικανότητα του αναβιώνει την Κρητική λύρα στο νησί της Ρόδου, όπου πλέον η παράδοση της λύρας έχει χαθεί. Η Γεωργία Νταγάκη έγινε γνωστή συνοδεύοντας με λύρα τις συναυλίες του τραγουδιστή της Ροκ, Έρικ Μπάρντον (Eric Burdon).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ανωγειανάκης Φοίβος, Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα, Αθήνα 1976

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Ψαραντώνης (γεννηθείς Αντώνης Ξυλούρης)

Ρος Ντέιλι

Καρεκλάς (γεννηθείς Αντώνης Παπαδάκης)

Ανδρέας Ροδινός


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Cretan lyra της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).