Λυσιστράτη (κωμωδία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Λυσιστράτη είναι κωμωδία του Αριστοφάνη που γράφτηκε και διδάχθηκε το 411 π.Χ.. Θεωρείται ένα από τα παλιότερα και χαρακτηριστικότερα αντιπολεμικά έργα. Η υπόθεση έχει να κάνει με τη σεξουαλική απεργία που κηρύσσουν οι γυναίκες της Αθήνας και της Σπάρτης, προσπαθώντας έτσι να πείσουν τους άντρες τους να σταματήσουν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαία Αθήνα, κατά την περίοδο του πελοποννησιακού πολέμου, οι γυναίκες με επικεφαλής τη Λυσιστράτη αποφασίζουν να σταματήσουν τον πόλεμο και να ξαναφέρουν την ειρήνη στον τόπο τους. Ανάμεσα στις συγκεντρωμένες γυναίκες, ξεχωρίζουν εκτός από τη Λυσιστράτη, η Αθηναία Κλεονίκη, η νεαρή Μυρρίνη, και η Σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ.

Την αρχική ιδέα έχει συλλάβει η Λυσιστράτη η οποία για αυτόν το λόγο έχει συγκαλέσει κρυφά όλες τις Αθηναίες αλλά και αντιπροσώπους από τις υπόλοιπες πόλεις. Οι γυναίκες συγκεντρώνονται αλλά όταν εκείνη τους προτείνει την κήρυξη ερωτικής αποχής μέχρι οι άντρες να αποφασίσουν τη λήξη του πολέμου, αρχικά διαφωνούν. Τελικά και μετά από έντονους δισταγμούς πείθονται όταν η σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ με αποφασιστικότητα προσχωρεί στο σχέδιο της Λυσιστράτης. Η απόφαση σφραγίζεται με όρκο πάνω στο κρασί.

Την ίδια στιγμή ακούγονται φωνές ενθουσιασμού από την Ακρόπολη, σημάδι πως το δεύτερο σκέλος του σχεδίου της Λυσιστράτης πέτυχε. Οι ηλικιωμένες γυναίκες έχουν κυριεύσει την Ακρόπολη, εκεί όπου βρίσκεται το θησαυροφυλάκιο των δημοσίων χρημάτων με τα οποία επιδοτούντο οι πολεμικές επιχειρήσεις.

Η συγκέντρωση των γυναικών διαλύεται. Στη σκηνή μπαίνει τώρα ο Χορός που αποτελείται από ηλικιωμένους άντρες και ακολουθεί ένας δεύτερος Χορός από ηλικιωμένες γυναίκες. Οι άντρες, εξοργισμένοι από την ανταρσία των γυναικών, έρχονται κρατώντας χύτρες και αναμμένους πυρσούς. Οι γυναίκες από την άλλη πλευρά κρατάνε σταμνιά με νερό. Αρχίζει η αναμέτρηση. Οι άντρες απειλούν τις γυναίκες με τους πυρσούς τους, και οι γυναίκες τούς κατατροπώνουν αδειάζοντας τα σταμνιά τους πάνω στις φωτιές των αντρών.

Στη σκηνή έρχεται ένας ηλικιωμένος Πρόβουλος (μέλος μιας δωδεκαμελούς επιτροπής διακεκριμένων πολιτών, που είχε σκοπό τον αυστηρό έλεγχο της οικονομίας). Σαν εκπρόσωπος της εκκλησίας του Δήμου, προστάζει τους τοξότες που τον ακολουθούν να συλλάβουν τις γυναίκες. Οι γυναίκες όμως δεν το επιτρέπουν.

Η Λυσιστράτη και ο Πρόβουλος επιδίδονται σ’ έναν αγώνα λόγων, όπου ο γυναικείος Χορός παραστέκεται στη Λυσιστράτη και ο αντρικός στον Πρόβουλο. Η Λυσιστράτη επαναλαμβάνει στον Πρόβουλο την απόφαση των γυναικών να επιβάλουν την ειρήνη, και ο Πρόβουλος εκδιώκεται από τις γυναίκες. Η αποχή έχει αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη και για τα δύο φύλα. Όμως οι άντρες έχουν αρχίσει να αισθάνονται πολύ βαριές τις συνέπειες. Οι γυναίκες τους, σύμφωνα με τις οδηγίες της Λυσιστράτης, τους προκαλούν όσο γίνεται περισσότερο χωρίς όμως τελικά να υποκύπτουν στις επιθυμίες τους.

Παράλληλα το σχέδιο των γυναικών έχει επιτυχία και στη Σπάρτη. Ένας Σπαρτιάτης κήρυκας έρχεται και ζητά να ορίσουν οι Αθηναίοι αντιπροσώπους για να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις της ειρήνης. Οι Σπαρτιάτες απεσταλμένοι και οι Αθηναίοι, κάνουν έκκληση στη Λυσιστράτη να τους βοηθήσει στο συμβιβασμό. Η Λυσιστράτη το πετυχαίνει με τη βοήθεια μιας καλλονής, της προσωποποιημένης Συμφιλίωσης.

Η Λυσιστράτη κατηγορεί Αθηναίους και Σπαρτιάτες γιατί πρόδωσαν την κοινή θρησκευτική και πολιτιστική τους κληρονομιά. Οι δύο αντιπροσωπείες απορροφημένες από τα κάλλη της Συμφιλίωσης, κάνουν αμοιβαίες παραχωρήσεις και η ειρήνη εξασφαλίζεται.

Το αίσιο τέλος σφραγίζεται με ένα συμπόσιο που παραθέτουν οι γυναίκες μέσα σε μια αποθέωση από τραγούδια και χορούς.

Η σημασία του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο αντιπροσωπεύει μια από τις καλύτερες στιγμές του Αριστοφάνη. Είναι η τελευταία προσπάθειά του να επικρατήσει η ειρήνη, μετά τους Αχαρνής (425 π.Χ.) και την Ειρήνη (421 π.Χ.). Από την Ειρήνη μέχρι τη Λυσιστράτη, έχουν διαδραματιστεί διάφορα πολιτικά γεγονότα: Η σύναψη της Νικιείου ειρήνης το 421 π.Χ., η άμεση σχεδόν παραβίασή της και από τις δύο πλευρές, η απώλεια της Δεκέλειας, του σπουδαιότερου οχυρού της Αθήνας, η καταστροφή της σικελικής εκστρατείας του 413 π.Χ., η αποστασία ενός μεγάλου μέρους της Αθηναϊκής συμμαχίας. Οι πληγές των αντιπάλων δεν άφηναν περιθώρια ούτε για ειρήνη ούτε για νέο πόλεμο. Όλοι ήταν ηττημένοι αλλά ταυτόχρονα αμετανόητοι.

Η Λυσιστράτη έχει τα ίδια αισθήματα με τον Τρυγαίο της Ειρήνης. Αντίθετα με τον Δικαιόπολη των Αχαρνέων, η Λυσιστράτη και ο Τρυγαίος θέλουν την ειρήνη όχι για λόγους προσωπικού συμφέροντος, ούτε μόνο για το καλό της Αθήνας, αλλά για το συμφέρον ολόκληρου του ελληνικού κόσμου.

Η ειρήνη στο τέλος του έργου επιτυγχάνεται με κάποιες αμοιβαίες παραχωρήσεις. Η Λυσιστράτη πείθει αφενός τους Αθηναίους να παραιτηθούν από την Πύλο, που έγινε Αθηναϊκή κτήση κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, και αφετέρου τους Σπαρτιάτες, να παραιτηθούν από τρεις άλλες περιοχές.

Η συμφιλίωση επισφραγίζεται στο τέλος του έργου με τον Σπαρτιάτη τραγουδιστή να επικαλείται και να υμνεί θεότητες τις οποίες αναγνώριζαν και λάτρευαν και οι Αθηναίοι. Ο Σπαρτιάτης είναι αυτός που, κατά πάσα πιθανότητα κλείνει το έργο υμνώντας την Αθηνά, πολιούχο θεά της Αθήνας, που όμως λατρευόταν και στη Σπάρτη ως Αθηνά «χαλκίοικος»: «Ύμνησε τη θεά την πιο δυνατή, που όλους τους νικά, τη θεά με το χάλκινο σπίτι».