Θεσμοφοριάζουσες (κωμωδία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Οι Θεσμοφοριάζουσες είναι κωμωδία του Αριστοφάνη, που έγραψε και παρουσίασε το 411 π.Χ.πιθανότατα στα Μεγάλα Διονύσια. Είναι μια σάτιρα στο πρόσωπο και τα έργα του Ευριπίδη. Εκμεταλλευόμενος την αντιπάθεια του αρχαίου τραγικού για τις γυναίκες, τον παρουσιάζει να συγκρούεται με αυτές κατά τη διάρκεια της μεγάλης τους γιορτής, των Θεσμοφορίων. Θεωρείται ένα από τα καλύτερά του έργα και παρουσιάστηκε την ίδια χρονιά με μια άλλη γνωστή κωμωδία του, τη Λυσιστράτη.

Στην Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα, ο Ευριπίδης, ο γνωστός ποιητής, βρίσκεται μαζί με έναν γέρο συγγενή του, τον Μνησίλοχο, έξω από το σπίτι του νεαρού τραγικού ποιητή, Αγάθωνα.

Ο Ευριπίδης είναι εξαιρετικά ανήσυχος, γιατί όπως λέει στον Μνησίλοχο, οι γυναίκες που σήμερα θα βρίσκονται μαζεμένες στη μεγάλη τους γιορτή, τα Θεσμοφόρια, είναι αποφασισμένες να βρουν ένα τρόπο να τον καταστρέψουν, επειδή θεωρούν ότι τις δυσφημίζει στα έργα του. Ο κίνδυνος, λέει, είναι μεγάλος, και σκέπτεται πως ο μοναδικός τρόπος για να τον αποτρέψει, είναι να στείλει στα Θεσμοφόρια έναν δικό του άνθρωπο, ντυμένο γυναικεία, για να τον υπερασπίσει.

Γι αυτό το σκοπό ελπίζει να πείσει τον ποιητή Αγάθωνα. Αυτός όμως αρνείται, και ο γέρο Μνησίλοχος, αναλαμβάνει την δύσκολη αποστολή. Αφού ξυριστεί, ντυθεί γυναικεία, με ρούχα που πρόθυμα του δανείζει ο Αγάθωνας, και αποσπάσει όρκο από τον Ευριπίδη πως αν κάτι δεν πάει καλά θα κάνει τα πάντα για να τον σώσει, ο Μνησίλοχος θα πάει στο ναό της Δήμητρας θεσμοφόρου.

Εκεί θα ακούσει τις Θεσμοφοριάζουσες, που αποτελούν το Χορό της κωμωδίας, να κατηγορούν τον Ευριπίδη και να θέλουν να τον εξολοθρεύσουν γιατί τους έχει κάνει μεγάλο κακό με τον τρόπο που τις παρουσιάζει στα έργα του. Όταν πάρει τον λόγο ο μεταμφιεσμένος Μνησίλοχος, στην αρχή θα επιτεθεί με σφοδρότητα κατά του Ευριπίδη, αλλά μετά θα υποστηρίξει πως ο κατηγορούμενος δεν αποκάλυψε παρά μόνο ένα πολύ μικρό μέρος από τις πονηριές των γυναικών. Οι γυναίκες ακούγοντας αυτές τις απόψεις αρχίζουν να αγανακτούν, και να ορμούν εναντίον του. Όταν εμφανίζεται ο Κλεισθένης, γνωστός Αθηναίος της εποχής με θηλυπρεπή εμφάνιση, και τους λέει ότι κυκλοφορεί μια φήμη πως κάποιος άνδρας ντυμένος γυναικεία βρίσκεται ανάμεσά τους, υποψιάζονται τον Μνησίλοχο. Η πλαστοπροσωπία αποκαλύπτεται και η θέση του γέροντα είναι δύσκολη. Ο Μνησίλοχος καταφεύγει σε διάφορα μέσα για να ειδοποιήσει τον Ευριπίδη. Απαγγέλλει στίχους παρωδώντας διάφορα έργα του τραγικού ποιητή, και αργότερα εμφανίζεται ο ίδιος ο Ευριπίδης, ντυμένος στην αρχή ως Μενέλαος, στοιχείο που παραπέμπει στην τραγωδία του Ελένη, και αργότερα ως Περσέας, στοιχείο παρμένο από την χαμένη του τραγωδία Ανδρομέδα.

Η αγωνία του Μνησίλοχου εν τω μεταξύ συνεχίζεται. Κατηγορείται για παραβίαση των ιερών τελετουργικών κανόνων και φρουρείται από έναν τοξότη ο οποίος τον έχει δεμένο σε μια σανίδα.

Ο Ευριπίδης που στην προσπάθεια του να σώσει τον Μνησίλοχο έχει έρθει κι έχει φύγει πολλές φορές, με διαφορετική κάθε φορά εμφάνιση, κάνει στις γυναίκες μια συμφέρουσα για όλους πρόταση: δεν θα τις ξανακακολογήσει στα έργα του, αν τον αφήσουν να απελευθερώσει τον δυστυχή γέρο. Οι γυναίκες δέχονται. Με δόλωμα μια νεαρή αυλητρίδα που έχει φέρει μαζί του ο Ευριπίδης, ο τοξότης που φρουρεί τον Μνησίλοχο παρασύρεται έξω από την σκηνή, και μ΄ αυτήν την ευκαιρία ο Ευριπίδης και ο Μνησίλοχος γίνονται άφαντοι. Η κωμωδία τελειώνει με τους πανηγυρισμούς του Χορού και τα πειράγματα προς τον τοξότη που επιστρέφει και αναζητά τον εξαφανισμένο κρατούμενο.