Ιππής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Ιππής είναι κωμωδία του Αριστοφάνη που διδάχτηκε το 424 π.Χ. στα Λήναια κερδίζοντας το πρώτο βραβείο. Το όνομά της προέρχεται από το χορό του έργου. Ήταν η πρώτη κωμωδία που ανέβηκε με το όνομα του Αριστοφάνη.

Ο Αριστοφάνης άρχισε να συγγράφει τους Ιππής για να στηλιτεύσει έναν πολιτικό της εποχής, τον δηµαγωγό Κλέωνα, ο οποίος ήταν προσωπικός εχθρός του. Βρισκόμαστε στον έβδοµο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέµου και ο Κλέωνας, ο οποίος είναι υπερασπιστής της συνέχισης του πολέμου, έχει ψηφιστεί στρατηγός των Αθηναίων. Στο έργο, ο Κλέωνας είναι ο Παφλαγόνας. Οι αντιπαλοί του προσπαθούν να τον αντικαταστήσουν με ένα αλλαντοπώλη τον οποίο και εκπαιδεύουν στη δημαγωγία ώστε να πείσει τους Αθηναίους για ειρήνη. Το σκεπτικό τους είναι ότι για να χτυπήσεις έναν φαύλο πολιτικό πρέπει να εφεύρεις έναν φαυλότερο, μια πρωτότυπη αν και ιδιαίτερα απαισιόδοξη άποψη. Ο πρώην αλλαντοπώλης τελικά αποδεικνύεται χαρισματικός δημαγωγός και υπερισχύει του Παφλαγόνα.

Ο Αριστοφάνης με την κωμωδία αυτή πραγματεύεται τη φαυλότητα αυτών που ασκούν την εξουσία και πως αυτή οδηγεί μια χώρα— στην προκειμένη περίπτωση την Αθήνα του Πελοποννησιακού Πολέμου—στην καταστροφή. Οι καταστάσεις στις οποίες το έργο αναφέρεται έχουν διαχρονικό χαρακτήρα. Στο πρόσωπο του Κλέωνα µπορούµε να δούµε τον κάθε πολιτικό ηγέτης μιας χώρας ο οποίος ασκώντας ανεύθυνη διοίκηση την οδηγεί στην καταστροφή.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δημοσθένης και ο Νικίας είναι δούλοι και μάλιστα στενοχωρημένοι. Αφέντης τους είναι ο Δήμος που έχει βέβαια τις ιδιοτροπίες του. Μα από τότε που τον πλεύρισε ο κατεργάρης ο Παφλαγόνας , άλλαξε προς το χειρότερο. Τον γλυκοπιάνει τον αφέντη τους και τον εθίζει στην ευκολία. Τον ξεγελάει, κλέβει αλλονών και τα σερβίρει για δικά του. Τον έχει γεμίσει με ψευτιές και συκοφαντίες. Πως θα απαλλαγούν από αυτόν; Αναρωτιούνται. Ας πιούνε να κατεβάσουν καμία ιδέα. Για αρχή κλέβουν το χρησμό που φυλάει με προσοχή ο Παφλαγόνας. Ο χρησμός λέει ότι ο αχρείος θα χαθεί από έναν πωλητή σαλαμιών. Ο Αγοράκριτος, ο αλλαντοπώλης, πλησιάζει τους δύο δούλους. Ο Δημοσθένης και ο Νικίας τον πείθουν ότι αυτός είναι ο άξιος διεκδικητής της εξουσίας. Εκείνη τη στιγμή βγαίνει από το σπίτι, οργισμένος ο Παφλαγόνας. Ο Αγοράκριτος στην αρχή τρομοκρατείται, αλλά έρχονται σε συμπαράστασή του οι Ιππείς. Ο καβγάς ανάβει για τα καλά. Ο Παφλαγόνας και ο Αγοράκριτος αλληλοκατηγορούνται. Οι Ιππείς κατηγορούν τον Παφλαγόνα για ψεύτη, δόλιο, απατεώνα και κλέφτη. Οι συκοφαντίες δίνουν και παίρνουν. Ο Παφλαγόνας υπερηφανεύεται ότι κανείς δεν τον περνάει στην αδιαντροπιά. Οι δύο άντρες τρέχουν στη Βουλή για να καταδώσει ο ένας τον άλλον και να πάρουν με το μέρος τους την εύνοια του λαού. Ο Αγοράκριτος νικάει τον Παφλαγόνα. Και οι δύο έταξαν στο λαό και κέρδισε αυτός που έδωσε περισσότερα. Ο Παφλαγόνας δεν μπορεί να το χωνέψει ότι έχασε. Και οι δύο πάνε έξω από την πόρτα του Δήμου. Τον καλούν να βγει από το σπίτι του και του λένε πόσο τον αγαπούν. Γίνεται ένας διαγωνισμός στα λόγια για να αποδείξουν ποιος νοιάζεται περισσότερο. Ο Αγοράκριτος κατακτά και το Δήμο. Οι δύο άντρες φέρνουν χρησμούς, ύστερα φέρνουν από ένα καλάθι γεμάτο με διάφορα τρόφιμα. Συνεχίζουν ποιος θα καλοπιάσει πιότερο το Δήμο. Μέχρι που ο Παφλαγόνας παραδέχεται την ήττα του. Με τη νίκη του Αγοράκριτου, η Αθήνα αποκτά την παλιά της αίγλη. Ο Αγοράκριτος χαρίζει στο Δήμο την τριαντάχρονη συνθήκη που είχε φυλακισμένη ο Παφλαγόνας.