Λάσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 29°39.29′N 91°7.1′E / 29.65483°N 91.1183°E / 29.65483; 91.1183

Νυχτερινή όψη της κεντρικής πλατείας της Λάσα.

H Λάσα, ή Λάσσα, αποτελεί την παραδοσιακή πρωτεύουσα του Θιβέτ και την πρωτεύουσα της Αυτόνομης Περιοχής του Θιβέτ.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βρίσκεται επί οροπεδιακής πεδιάδας στους πρόποδες του όρους Γκεφέλ σε υψόμετρο 3650 μέτρα. Έχει κυκλική μορφή διαμέτρου 2 χιλιομέτρων με πέριξ κήπους και δενδροφυτευμένες εκτάσεις. Η πόλη αποτελεί την παραδοσιακή έδρα του Δαλάι Λάμα και των ανακτόρων του της Ποτάλα και Νορμπουλίγκα, που αποτελούν Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.[1] και στο θιβετιανό βουδισμό θεωρείται ο ιερότερος προσκυνηματικός χώρος.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λάσα σήμερα είναι πατρίδα περίπου 255.000 κατοίκων και αποτελεί μια από τις πόλεις με το μεγαλύτερο υψόμετρο στον κόσμο. Λόγω τής απρόσιτης ορεινής μορφολογίας της αφενός και λόγω της θρησκευτικής ιδιαιτερότητάς της αφετέρου, που απαγορεύονταν η είσοδος σε αλλόθρησκους, η Λάσα για πολύ μακρύ χρονικό διάστημα αιώνων παρέμενε "απαγορευμένη πόλη" για τους Ευρωπαίους. Η Λάσα στην θιβετιανή γλώσσα σημαίνει "καθέδρα θεών", και δημιουργήθηκε από τον Σρονγκ-τσαν-Γκάμπο τον 9ο αιώνα όταν μετέφερε εκεί την έδρα του βασιλείου του από τον οποίο και δόθηκε το νέο όνομα, σύμφωνα με αρχαία θιβετιανά έγγραφα και επιγραφές δείχνουν ότι η ονομασία της πόλης παλαιότερα ήταν Rasa, που σημαίνει "χώρος της κατσίκας", (κατσικοχώρι), ως τις αρχές του 7ου αιώνα.[2]

Παλαιότερα η πόλη είχε ισχυρά τείχη τα οποία και καταστράφηκαν τον 17ο αιώνα που περιήλθε στην αυτοκρατορική περιφέρεια των Κινέζων αυτοκρατόρων (το 1722), διατηρώντας όμως την αυτονομία της. Στο κέντρο της πόλης υπάρχει ο μέγας ιερός ναός των Θιβετιανών καλούμενος Τζοκχάγκ (Jokhang) που αποτελεί το εκκλησιαστικό κέντρο των Θιβετιανών, πέριξ του οποίου και αναπτύσσονται διοικητικά κτίρια και τα οικήματα των ανωτέρων αξιωματούχων. Βορειοδυτικά της πόλης και επί του λόφου Πορτάλα βρίσκεται το επιβλητικό ομώνυμο μοναστηριακό ανάκτορο του Δαλάι Λάμα, στους πρόποδες του οποίου έχουν ανεγερθεί μεγάλος αριθμός μοναστηριών και ξενώνων για τους προσκυνητές, αν και σήμερα λειτουργεί μόνο ως μουσείο. Άλλοι περίφημοι ναοί και μοναστήρια στη περιοχή εντός και εκτός της πόλης είναι ο ναός Ράμο-τσε γνωστότερος ως μέγας ναός θιβετιανής μαγείας, τα μοναστήρια Σέρα, Γκαλντάν και Σαμυέ καθώς και το μέγα μοναστήρι Ντεμπούγκ, το μεγαλύτερο του κόσμου με μοναστική δύναμη 8.000 μοναχών.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός των Θιβετιανών στη πόλη διαμένουν και Κινέζοι, Ινδοί, καθώς και από το Νεπάλ, Μογγολία και Μαντζουρία. Μεγαλύτερη εορτή είναι της Πρωτοχρονιάς με διάρκεια 15 ημερών όπου και λαμβάνουν χώρα γραφικότατες θρησκευτικές τελετές. Η πόλη είναι μέρος της επαρχίας Λάσα, που αποτελείται από 7 μικρές κοινότητες: Lhünzhub, Damxung, Nyêmo, Qüxü , Doilungdêqên, Dagzê και Maizhokunggar.

Το 1949 οι Κινέζοι κομμουνιστές ισχυρίσθηκαν ότι το Θιβέτ αποτελεί μέρος της Κίνας και τον Νοέμβριο του 1950 όλως αιφνίδια κινεζικά στρατεύματα εισήλθαν στη Λάσα επιβάλλοντας κατοχή και υποταγή στον Μάο Τσε Τούνγκ. Το 1951 αποδόθηκε από τον Μάο μία "ειρηνική απελευθέρωση" όπως χαρακτηρίστηκε χωρίς όμως πραγματική ελευθερία. Τον Ιούλιο του 2006 η Λάσα συνδέθηκε με το μεγάλο σιδηροδρομικό δίκτυο του Πεκίνου οπότε και άρχισε η "κινεζικοποίηση" του Θιβέτ. Τον περασμένο Μάρτιο (2008) ξέσπασαν στη πόλη μεγάλες ταραχές από τους μοναχούς βουδιστές κατά τις οποίες και καταστράφηκαν επί το πλείστον κατοικίες και καταστήματα της κινεζικής περιοχής "τσάινα τάουν" που είχε δημιουργηθεί με σαφή εμπορική εκμετάλλευση των επισκεπτών των ιερών προσκυνημάτων. Η μόνιμη κινεζική στρατιωτική φρουρά που μονίμως εκτελεί παρελάσεις στη πόλη και για τουριστικούς λόγους δεν μπόρεσε ν΄ αντιμετωπίσει τις καταστροφές περιοριζόμενη στο αρχηγείο της.
Παράλληλα ο Δαλάι Λάμα τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει αρχίσει μία μεγάλη διεθνή εκστρατεία διαφώτισης, των προβλημάτων που αντιμετωπίζει γενικά το Θιβέτ με την κινεζική στρατικοποίηση του ιερού προσκυνήματος των Βουδιστών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Historic Ensemble of the Potala Palace, Lhasa». unesco. http://whc.unesco.org/en/list/707. Ανακτήθηκε στις 10-02-2008. 
  2. Kolmaš, Josef. (1967) Tibet and Imperial China: A Survey of Sino-Tibetan Relations up to the end of the Manchu Dynasty in 1912, p. 7. Occassional paper 7. The Australian National University - Centre of Oriental Studies, Canberra.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Das, Sarat Chandra. 1902. Lhasa and Central Tibet. Reprint: Mehra Offset Press, Delhi. 1988. ISBN 81-86230-17-3
  • Miles, Paul. (April 09, 2005). "Tourism drive 'is destroying Tibet' Unesco fears for Lhasa's World Heritage sites as the Chinese try to pull in 10 million visitors a year by 2020". Daily Telegraph (London), p. 4.
  • Richardson, Hugh E (1997). Lhasa. In Encyclopedia Americana international edition, (Vol. 17, pp. 281-282). Danbury, CT: Grolier Inc.
  • (2006). Lhasa - Lhasa Intro
  • Liu, Jianqiang (2006). chinadialogue - Preserving Lhasa's history (μέρος α΄).

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Χάρτες και αεροφωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Lhasa της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).