Το γωνιαίο λάκτισμα (Κόρνερ)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Κόρνερ)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εκτέλεση κόρνερ από την ομάδα με τα γαλάζια χρώματα στη φανέλα.

Το χτύπημα κόρνερ (αγγλ.: corner kick) ή γωνιακό λάκτισμα στο ποδόσφαιρο είναι ένας τρόπος επαναφοράς της μπάλας στον αγωνιστικό χώρο ώστε να συνεχιστεί το παιχνίδι. Καθιερώθηκε το 1867 στον Κανονισμό του Σέφιλντ και έγινε αποδεκτό από την Αγγλική Ομοσπονδία το 1872, όταν καθορίστηκαν οι κανονισμοί του αθλήματος.

Κόρνερ κερδίζει η επιτιθέμενη ομάδα, όταν παίκτης της αμυνόμενης ομάδας διώξει εκούσια ή ακούσια την μπάλα πέρα από τη γραμμή του άουτ της δικής του περιοχής, δίπλα ή πάνω από τα δοκάρια του τέρματος.

Ο βοηθός διαιτητή σημειώνει ότι η μπάλα βγήκε κόρνερ αρχικά σηκώνοντας τη σημαία του και στη συνέχεια δείχνοντας το σημείο του κόρνερ. Όμως, την απόφαση για το αν η μπάλα είναι κόρνερ ή όχι παίρνει ο διαιτητής, δείχνοντας το σημείο του κόρνερ στη γωνία του γηπέδου. Στις τέσσερις γωνίες του γηπέδου (κόρνερ) υπάρχουν κοντάρια με σημαιάκια, ώστε η μπάλα να μην μπορεί να βγει από τον αγωνιστικό χώρο ακριβώς από τη γωνία αλλά χτυπώντας στο κοντάρι να φύγει είτε προς το άουτ είτε προς το πλάγιο άουτ είτε να επιστρέψει στον αγώνα.

Εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χτύπημα του κόρνερ γίνεται από εκείνη τη γωνία του αγωνιστικού χώρου, η οποία βρίσκεται προς την πλευρά του τέρματος που βγήκε η μπάλα. Η μπάλα τοποθετείται έτσι ώστε ένα τμήμα της να εφάπτεται στο μικρό τόξο κύκλου ακτίνας μίας γυάρδας που υπάρχει στο σημείο του κόρνερ. Το χτύπημα του κόρνερ εκτελείται αμέσως μόλις κερδηθεί.

Οι αμυντικοί ποδοσφαιριστές οφείλουν να βρίσκονται τουλάχιστον 9,15 μέτρα (10 γυάρδες) μακριά από την μπάλα κατά την εκτέλεση ενός κόρνερ. Την πλησιέστερη θέση των αμυντικών επισημαίνει μια μικρή γραμμή, κάθετη στη γραμμή του άουτ. Αν δεν συμμορφωθούν τιμωρούνται με κίτρινη κάρτα.

Από χτύπημα κόρνερ επιτρέπεται να μπει απευθείας γκολ χωρίς να μεσολαβήσει άλλος παίκτης. Όμως, σύμφωνα με τον κανονισμό δεν επιτρέπεται να σημειωθεί αυτογκόλ. Φυσικά, αυτό είναι μόνο θεωρητικό ενδεχόμενο, αφού είναι σχεδόν αδύνατο ο εκτελεστής του κόρνερ να πετύχει γκολ στο δικό του τέρμα που βρίσκεται στην άλλη άκρη του αγωνιστικού χώρου.

Επίσης, στην εκτέλεση του κόρνερ δεν μπορεί ένας επιθετικός να σημειωθεί οφσάιντ, αφού σε κάθε περίπτωση βρίσκεται πίσω από την μπάλα.

Τέλος, ο παίκτης που εκτελεί κόρνερ δεν μπορεί να ακουμπήσει πάλι την μπάλα πριν έρθει σε επαφή με κάποιον συμπαίκτη του ή αντίπαλο ποδοσφαιριστή. Αν συμβεί αυτό η ομάδα του τιμωρείται με έμμεσο φάουλ.

Στρατηγική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χτύπημα κόρνερ αποτελεί μια καλή ευκαιρία για την επίτευξη γκολ, αφού η μπάλα οδηγείται απευθείας μέσα στη μεγάλη περιοχή.

Το πιο συνηθισμένο είδος χτυπήματος είναι η απευθείας σέντρα προς το τέρμα με σκοπό το σκοράρισμα με κεφαλιά. Μια διαφορετική τακτική είναι το χτύπημα με πάσα σε παίκτη που βρίσκεται πιο μακριά από τη γραμμή του άουτ και πιο κοντά στην περιοχή ώστε η σέντρα να γίνει από καλύτερη οπτική γωνία.

Η αμυνόμενη ομάδα σπάνια δημιουργεί τείχος παικτών στα 9,15 μέτρα, διότι έτσι εξασθενεί η άμυνα στην περιοχή. Συνήθως, μόνο ένας ή δύο παίκτες στήνονται στη γραμμή των 9,15 είτε προσπαθώντας να μειώσουν το οπτικό πεδίο του εκτελεστή είτε για να είναι έτοιμοι να επέμβουν αν δώσει κοντινή πάσα σε συμπαίκτη του.

Στην περιοχή του τέρματος συγκεντρώνονται οι πιο ψηλοί και πιο αλτικοί ποδοσφαιριστές των δύο ομάδων. Οι αμυνόμενοι τοποθετούν δύο παίκτες στα δύο δοκάρια με τον τερματοφύλακα στη μέση έτοιμο να αποκρούσει. Μια άλλη αμυντική τακτική είναι το ένα δοκάρι να καλύπτεται από αμυντικό και το άλλο από τον τερματοφύλακα, συνήθως το πίσω για να έχει πληρέστερη θέα.

Γενικά, ο αριθμός των αμυνόμενων στις εκτελέσεις κόρνερ εξαρτάται από τη γενικότερη στρατηγική μιας ομάδας, διότι όσο περισσότεροι αμυνόμενοι παίκτες βρίσκονται στην περιοχή, τόσο περισσότεροι επιτιθέμενοι προωθούνται. Αντίθετα, αν μερικοί παίκτες της αμυνόμενης ομάδας μείνουν μακριά από την περιοχή, η επιτιθέμενη ομάδα είναι υποχρεωμένη να κρατήσει κάποιους δικούς της για να τους επιτηρούν, για να μην κινδυνέψει σε περίπτωση αντεπίθεσης.

Όταν ένας αγώνας πλησιάζει στη λήξη του και η ομάδα που βρίσκεται πίσω στο σκορ κερδίσει κόρνερ, συνήθως προωθούνται στην περιοχή όλοι οι παίκτες της αψηφώντας τον κίνδυνο αντεπίθεσης, αφού το αποτέλεσμα παίζεται σε μια φάση. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι σπάνιο να προωθηθεί ακόμα κι ο τερματοφύλακας.

Μια άλλη συνηθισμένη ενέργεια είναι όταν μια ομάδα προηγείται και ο αγώνας πλησιάζει στη λήξη του, αντί να προωθεί την μπάλα προς το αντίπαλο τέρμα, την προωθεί κοντά σε ένα από τα δύο σημαιάκια του κόρνερ και κάποιος παίκτης της την κρατά εκεί εμποδίζοντας τους αντιπάλους να την κερδίσουν. Συνήθως, τους εξαναγκάζουν να τη διώξουν σε πλάγιο ή σε κόρνερ.

Σκοράρισμα από κόρνερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σκοράρισμα απευθείας από εκτέλεση κόρνερ είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Όμως, αρκετοί ποδοσφαιριστές το έχουν καταφέρει και κάποιοι έχουν την ικανότητα να το πετυχαίνουν πιο συχνά.

Στη Νότια Αμερική έχει επικρατήσει η ονομασία "ολυμπιακό γκολ" (ισπ.: gol olímpico) για ένα γκολ που επιτυγχάνεται από εκτέλεση κόρνερ. Η ονομασία προήλθε από ένα τέτοιο γκολ που σημειώθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1924 σε αγώνα ΑργεντινήςΟυρουγουάης στο Μπουένος Άιρες. Το σημείωσε ο Αργεντινός Τσεζαρέο Ονζάρι στο 15ο λεπτό και ήταν το πρώτο γκολ που δέχτηκε η τότε ολυμπιονίκης ομάδα της Ουρουγουάης. Έτσι το αποκάλεσαν gol olímpico, ονομασία που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.

Διάσημοι παίκτες που έχουν σκοράρει από κόρνερ είναι ο Αργεντινός Χουάν Σεμπάστιαν Βερόν, ο Ιάπωνας Νακαμούρα, ο Ουρουγουανός Αλβάρο Ρεκόμπα. Από Έλληνες το έχουν καταφέρει ο Μίμης Δομάζος, ο Κώστας Δαβουρλής, ο Βασίλης Χατζηπαναγής, ο Κώστας Φραντζέσκος, ο Χρήστος Δημόπουλος και άλλοι.

Άλλες περιπτώσεις κόρνερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από το διώξιμο αμυντικού πίσω από τη γραμμή του άουτ, κόρνερ δίνεται σε μερικές ακόμα εξαιρετικές περιπτώσεις.

Όταν σε εκτέλεση πλαγίου άουτ, ο αμυντικός στείλει την μπάλα προς το τέρμα του και αυτή περάσει τη γραμμή χωρίς να την ακουμπήσει κανείς άλλος ποδοσφαιριστής (συμπαίκτης ή αντίπαλος), τότε δεν καταλογίζεται γκολ (στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτογκόλ). Ο διαιτητής είναι υποχρεωμένος να δώσει κόρνερ. Παρομοίως, αν αυτό συμβεί στο αντίπαλο τέρμα, επίσης δεν λογίζεται γκολ. Στην περίπτωση αυτή η μπάλα θεωρείται ότι βγήκε άουτ.

Επίσης, όταν από κτύπημα κόρνερ η μπάλα καταλήξει στα δίχτυα της ομάδας που το εκτέλεσε δεν καταλογίζεται γκολ (αυτογκόλ) αλλά κόρνερ υπέρ του αντιπάλου. Όμως, αυτή η θεωρητική περίπτωση είναι τελείως απίθανο να συμβεί.

Κριτήριο νίκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αριθμός των κόρνερ που κερδίζει μια ομάδα αποκαλύπτει ως ένα βαθμό και την επιθετικότητα που δείχνει σε έναν αγώνα. Με αυτό το σκεπτικό στο παρελθόν σε κάποιες διοργανώσεις ο αριθμός των κόρνερ είχε καθιερωθεί ως κριτήριο για την κατάταξη των ομάδων που ισοβαθμούσαν ή των ομάδων που έρχονταν ισόπαλοι σε αγώνες κυπέλλου αντί για τη διαδικασία των πέναλτι.

Η σημαντικότερη διοργάνωση που διατήρησε αυτό το κριτήριο για αρκετά χρόνια ήταν το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου Ενόπλων (Πρωτάθλημα CISM), στο οποίο συμμετείχαν οι εθνικές ομάδες ενόπλων διαφόρων χωρών. Υψηλότερου επιπέδου αγώνας που κρίθηκε στον αριθμό κόρνερ ήταν ο αγώνας ΓαλλίαςΟλλανδίας: 4-4 (νικήτρια η Γαλλία στα κόρνερ) για την 3η θέση του Παγκ. Πρωταθλήματος ΣΙΣΜ του 1950. Το Διεθνές Συμβούλιο Στρατιωτικού Αθλητισμού διατήρησε το κριτήριο των κόρνερ στις διοργανώσεις του ως το 1973, οπότε το αντικατέστησε με τη διαδικασία των πέναλτι.

Το κριτήριο αυτό δεν χρησιμοποιείται πλέον σε επίσημες διοργανώσεις.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Corner kick της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).