Κοινοτισμός
Ο όρος κοινοτισμός είναι η ελληνική απόδοση του διεθνή σήμερα όρου communalism και εξελληνισμένα κομμουναλισμός. Ο όρος αυτός παρουσιάζει τρεις διαφορετικές χρήσεις (σημασιολογικά) σε ισάριθμες περιόδους. Οι δύο πρώτες φέρονται σήμερα μάλλον απηρχαιωμένες ενώ η τρίτη είναι η σύγχρονη και περισσότερο επιστημονική.
- Αρχικά ο όρος αυτός στην ευρωπαϊκή ιστορία του 1700 χαρακτήριζε ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα μέσα στο οποίο κοινότητες ή κάποιες μικρές ομάδες ανθρώπων, της ίδιας κοινωνίας, διέθεταν κάποιες νομοθετικές εξουσίες που είχε παραχωρήσει σ΄ αυτές μια κεντρική κυβέρνηση. Αυτή την ερμηνεία καλύπτει ο ελληνικός όρος κοινοτισμός.
- Αργότερα στη Γαλλία του 1800 και ειδικότερα μετά την Κομμούνα των Παρισίων του 1871, οι οπαδοί αυτής της Κομμούνας χαρακτηρίζονταν κομμουναλιστές και η γενικότερη δραστηριότητά τους κομμουναλισμός. Από τη χρήση αυτή προέρχεται και η σημερινή αναφορά στον ελευθεριακό κοινοτισμό ως κομμουναλισμό.
- Στην Αγγλία στην αρχή του 20ου αιώνα ο όρος αυτός έλαβε την ερμηνεία του φαινομένου της σύγκρουσης κοινωνικών ομάδων με σαφείς πολιτισμικές διαφορές που δρουν στην ίδια περιοχή. Η διαφορετικότητα των συγκρουόμενων αυτών κοινοτήτων προσδιορίζονταν ως προς τη φυλή, τη γλώσσα, το θρήσκευμα, ή την κουλτούρα. Στις περιπτώσεις αυτές οι κοινότητες εμφανίζονται στη πολιτική σκηνή με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που αποτελούν τον κυρίαρχο συνδετικό κρίκο των μελών τους.
Έτσι ο όρος κομμουναλισμός επικράτησε να αφορά το αναγνωρισμένο δικαίωμα χωριστής εκπροσώπησης κοινωνικών ομάδων, π.χ. θρησκευτικών (μουσουλμάνων, εβραίων, ινδουιστών κλπ), οι οποίες στη συνέχεια είναι πιθανόν να συγκρουστούν. Με αυτή τη σημασία αποδόθηκε κατά τις αγγλικές μεταρρυθμίσεις Μόρλεϋ - Μίντο του 1909 η εμφάνιση τέτοιων αντίπαλων ομάδων στην Ινδία, Κεϋλάνη, Παλαιστίνη, Βόρεια Ιρλανδία, μέχρι και τον Καναδά. Τέτοιες ομάδες είναι δυνατόν να καταφύγουν σε εξτρεμιστικές και βίαιες μεθόδους.
[Επεξεργασία] Δείτε επίσης
[Επεξεργασία] Πηγές
- "Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών" τομ.2ος, σελ.479-480