Ιάκωβος Α΄ της Κύπρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ιάκωβος Α΄ (1334 - 9 Σεπτεμβρίου 1398) ήταν βασιλιάς της Κύπρου από το 1382 μέχρι το 1398, γιος του βασιλιά της Κύπρου Ούγου Δ΄ (1324-1359), αδελφός του επίσης βασιλιά της Κύπρου Πέτρου Α΄ (1359-1369), θείος και διάδοχος στο θρόνο του επίσης βασιλιά της Κύπρου (γιου του Πέτρου Α΄) Πέτρου Β΄ (1369-1382) και πατέρας του επίσης βασιλιά της Κύπρου Ιανού (1398-1432). Ο Ιάκωβος, προτού ανέλθει στο θρόνο της Κύπρου, κατείχε άλλα αξιώματα. Είχε περιπετειώδη ζωή και είναι περισσότερο γνωστός για τη σθεναρή αντίστασή του κατά των Γενουατών, όταν οι τελευταίοι εισέβαλαν στην Κύπρο.

Διαδοχή στο θρόνο πριν τον Ιάκωβο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιάκωβος ήταν τέταρτος κατά σειρά γιος του βασιλιά της Κύπρου Ούγου Δ΄, μετά τον Γκι (Γουΐδο), τον Πέτρο και τον Ιωάννη. Μετά το θάνατο του Ούγου το 1359, ο πρωτότοκος γιος του, Γκι, πρίγκιπας της Γαλιλαίας, δεν ανήλθε στο θρόνο, γιατί είχε ήδη πεθάνει. Βασιλιάς έγινε ο δευτερότοκος γιος του Ούγου, ο Πέτρος Α΄, που βασίλεψε 10 χρόνια, μέχρι το 1369, οπότε και δολοφονήθηκε. Τότε στο θρόνο ανήλθε ο γιος του Πέτρου Α΄, Πέτρος Β΄, που ήταν ανήλικος. Βασιλιάς στέφτηκε μόλις ενηλικιώθηκε.

Στο μεταξύ, η σύζυγος του Πέτρου Α΄, βασίλισσα Ελεονόρα, θέλοντας να εκδικηθεί την άγρια δολοφονία του συζύγου της, προκάλεσε επέμβαση των Γενουατών, η οποία κι εξελίχτηκε σε εισβολή. Κατά των Γενουατών αντιστάθηκαν με επιτυχία οι άλλοι δύο γιοι του Ούγου Δ΄, πρίγκιπες Ιωάννης και Ιάκωβος. Μετά το τέλος του πολέμου με τους Γενουάτες, η βασίλισσα Ελεονόρα μεθόδευσε και πέτυχε τη δολοφονία του ενός από τους δύο, του Ιωάννη, τον οποίο θεωρούσε ως έναν από τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του συζύγου της. Έτσι, όταν ο βασιλιάς Πέτρος Β΄ πέθανε το 1382 χωρίς ν' αφήσει διάδοχο, νέος βασιλιάς της Κύπρου εκλέχτηκε ο τέταρτος στη σειρά γιος του Ούγου Δ΄, δηλαδή ο Ιάκωβος.

Ενάντια στους Γενουάτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Ιάκωβος ήταν νυμφευμένος με την Ελοΐζ ντε Μπράνσγουϊκ, με την οποία και απέκτησε πολλά παιδιά (πιθανόν 12), από τα οποία γνωστά είναι: ο Ιανός, που έγινε βασιλιάς της Κύπρου, ο Ούγος, αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας και καρδινάλιος της Κύπρου, ο Φίλιππος, κοντοστάβλης της Κύπρου, ο Ερρίκος, πρίγκιπας της Γαλιλαίας, η Μαριέτα, που παντρεύτηκε το βασιλιά της Νεάπολης Λατισλάς, η Ισαβέλλα, που παντρεύτηκε τον εξάδελφό της Πέτρο, κόμη της Τρίπολης, η Εχίβη και η Αγνή.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, μετά τη δολοφονία του βασιλιά Πέτρου Α΄ το 1369 από ομάδα ευγενών, η σύζυγός του βασίλισσα Ελεονόρα πέτυχε να πείσει τους Γενουάτες να εισβάλουν στην Κύπρο για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους. Οι Γενουάτες, οι οποίοι είχαν σημαντικά εμπορικά και οικονομικά συμφέροντα στην Κύπρο, εκστράτευσαν πράγματι στην Κύπρο με επικεφαλής το ναύαρχο Πέτρο ντε Κάμπο Φρεγκόσο τον Απρίλη του 1373.

Αφού κατόρθωσαν να καταλάβουν με δόλο την άριστα οχυρωμένη πόλη της Αμμοχώστου, συνέλαβαν εκεί αιχμάλωτους το βασιλιά Πέτρο Β΄ και τη μητέρα του, Ελεονόρα. Στη συνέχεια, αν και εκτέλεσαν πράγματι τους ευγενείς που είχαν δολοφονήσει τον Πέτρο Α΄, θέλησαν να θέσουν κάτω από τον έλεγχο τους το νησί. Στον πόλεμο που ακολούθησε, αντιστάθηκαν με επιτυχία κατά των εισβολέων ο πρίγκιπας Ιωάννης, ορμώμενος κυρίως από το απόρθητο φρούριο του Αγίου Ιλαρίωνος, και προπάντων, ο Ιάκωβος, που εκείνη την περίοδο κατείχε το αξίωμα του κοντοστάβλη της Κύπρου.

Ο Ιάκωβος πολέμησε με ιδιαίτερη επιτυχία στην Κερύνεια, υπερασπιζόμενος την πόλη αυτή στην πολιορκία της από τους Γενουάτες: παρά τις επιθέσεις των Γενουατών και τα τεχνικά πολιορκητικά μέσα που χρησιμοποίησαν, η Κερύνεια, κάτω από τη διοίκηση του Ιακώβου, όχι μόνο άντεξε, αλλά πρόβαλε και νικηφόρα αντίσταση.

Τελικά, ο βασιλιάς Πέτρος Β΄ σύναψε συνθήκη με τους Γενουάτες, οι οποίοι κράτησαν την Αμμόχωστο. Η συνθήκη πρόβλεπε, μεταξύ άλλων, και την αναχώρηση από την Κύπρο του Ιακώβου.

Αιχμαλωσία στη Γένουα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιάκωβος, αφού σταμάτησε τον πόλεμο, αποδέχτηκε τον όρο της συνθήκης που πρόβλεπε την εξορία του από το νησί, και αναχώρησε το 1374 από την Κερύνεια με καράβι για την Ευρώπη. Πήγε αρχικά στη Ρόδο, όπου δε βρήκε την αναμενόμενη βοήθεια, αντίθετα δε, και παρά τη συμφωνία, συνελήφθη από τους Γενουάτες που τον ακολούθησαν και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος, μαζί με τη σύζυγό του Ελοΐζ, στη Γένουα.

Στη Γένουα ο Ιάκωβος παρέμεινε αιχμάλωτος και έζησε κάτω από πολύ σκληρές συνθήκες μαζί με τη σύζυγό του για 9 περίπου χρόνια. Στην πόλη αυτή της Ιταλίας γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος του, που ονομάστηκε Ιανός, το όνομα του θεού που θεωρούνταν ο ιδρυτής και προστάτης της Γένουας.

Οι συμφωνίες με Γενουάτες για την απελευθέρωσή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1382 πέθανε στο νησί ο Πέτρος Β΄. Επειδή δεν άφησε διάδοχο, δικαιωματικά αλλά και με απόφαση της Άνω Βουλής, το στέμμα περιήλθε στο θείο του Ιάκωβο, ο οποίος κρατιόταν ακόμη αιχμάλωτος στη Γένουα. Οι Γενουάτες, προκειμένου να τον αφήσουν ελεύθερο, διαπραγματεύτηκαν μαζί του και του απέσπασαν την υπογραφή σε μια συμφωνία που υπογράφτηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1383.

Με τη συμφωνία αυτή, οι Γενουάτες εξασφάλισαν νέα υπερπρονόμια στην Κύπρο, που ιδιαίτερα ευνοούσαν τις εμπορικές τους δραστηριότητες. Η Αμμόχωστος εξακολουθούσε να βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία των Γενουατών, κάτω από ένα καθεστώς το οποίο ουδέποτε αποδέχτηκαν ο Ιάκωβος και οι κατοπινοί βασιλιάδες της Κύπρου. Ο Ιάκωβος, συγκεκριμένα, έκανε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του (1396) μια αποτυχημένη προσπάθεια να ανακτήσει τη σημαντική αυτή πόλη του νησιού. Αργότερα, παρόμοιες προσπάθειες έγιναν και από το βασιλιά Ιανό (1401), από το βασιλιά Ιωάννη Β΄ (1441) και από το βασιλιά Ιάκωβο Β΄, που τελικά πήρε την πόλη στα 1464. Τον ίδιο χρόνο του παραδόθηκε και η πόλη της Κερύνειας, η κατοχή της οποίας από τους Γενουάτες αποτελούσε δεύτερο όρο της συμφωνίας τους με τον Ιάκωβο στις 19 Φεβρουαρίου 1383.

Η στέψη του ως βασιλιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι να διευθετηθεί η απελευθέρωση του Ιακώβου και η επιστροφή του στην Κύπρο, το βασίλειο διοικούνταν από κυβερνήτη και 12μελές συμβούλιο ευγενών. Ο Ιάκωβος κατόρθωσε να φτάσει στην Κύπρο το 1383, αλλά δεν έγινε δεκτός στο νησί, όπως αναφέρει ο Λεόντιος Μαχαιράς[1], κι επέστρεψε στη Γένουα, αφού δεν του επιτράπηκε ν' αποβιβαστεί στις Αλυκές της Λάρνακας, όπου είχε φτάσει με καράβι.

Στην επιστροφή του Ιακώβου ήταν αντίθετοι μερικοί ευγενείς, με επικεφαλής τους αδελφούς Περότ και Βιλμόντ ντε Μοντολίφ, οι οποίοι είχαν θεωρήσει ότι ή όλη κατάσταση ευνοούσε την ανάληψη της εξουσίας και τον έλεγχο του βασιλείου από τους ίδιους. Μετά την οριστική επιβολή του Ιακώβου, οι δυο αδελφοί Μοντολίφ συνελήφθησαν και τιμωρήθηκαν. Οι αντίπαλοι του Ιακώβου στην Κύπρο δεν έγινε δυνατό να εξουδετερωθούν παρά μόνο μέχρι το 1385. Τον Απρίλη του χρόνου αυτού ο βασιλιάς αποβιβάστηκε στην Κερύνεια και στη συνέχεια μετέβη στη Λευκωσία, όπου κι έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό. Η στέψη του έγινε το Μάη του 1385 στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας.

Στην όλη υπόθεση της επιστροφής του Ιακώβου στην Κύπρο και της στέψης του φαίνεται ότι ήταν αντίθετοι οι Βενετοί, οι οποίοι ζημιώνονταν εξαιτίας της συμφωνίας του Ιακώβου με τους Γενουάτες. Έτσι, στο δεύτερο ταξίδι του από τη Γένουα στην Κύπρο, ο Ιάκωβος συνοδευόταν από 6 πολεμικές γαλέρες των Γενουατών, δια να μηδέν δράξουν τον ρήγα... οι Βενετίκοι εις το έλα του..., όπως αναφέρει ο Μαχαιράς[2]. Ωστόσο οι Γενουάτες κράτησαν στη Γένουα σαν όμηρό τους τον πρωτότοκο γιο του Ιακώβου και διάδοχό του στο θρόνο, Ιανό.

Εκτός από βασιλιάς της Κύπρου, ο Ιάκωβος ήταν κληρονομικά και βασιλιάς Ιεροσολύμων. Βασιλιάς Ιεροσολύμων στέφτηκε το 1389. Το 1393, πέθανε ο βασιλιάς της Αρμενίας Λέων ΣΤ΄, που ανήκε επίσης στην οικογένεια των Λουζινιανών, κι επειδή δεν είχε απογόνους, ο Ιάκωβος έγινε και βασιλιάς της Αρμενίας. Έκτοτε, οι Κύπριοι βασιλιάδες ήταν και βασιλιάδες της Αρμενίας.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Ιάκωβος επέβαλε στην Κύπρο τη φορολογία της δεκάτης. Στα 1392-1393, αντιμετώπισε μεγάλη επιδημία πανούκλας, που εξολόθρευσε μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Ο Μαχαιράς αναφέρει ότι τότε η βασιλική οικογένεια αποσύρθηκε στο μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά, προκειμένου ν' αποφύγει το θανατικό, αλλά σύντομα ο βασιλιάς και η βασίλισσα επέστρεψαν στη Λευκωσία, αφού αποφάσισαν ότι, αν ζούσαν, θα ήταν άχρηστοι σ' ένα βασίλειο χωρίς υπηκόους.

Ο βασιλιάς Ιάκωβος πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 1398. Τάφηκε στην εκκλησία του Αγίου Δομίνικου στη Λευκωσία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χρονικόν, παρ. 603-606
  2. Χρονικόν, παρ. 614)


Προηγούμενος
Πέτρος Β΄ της Κύπρου
Βασιλέας της Κύπρου
1382-1398
Επόμενος
Ιανός της Κύπρου


 LP  Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το αντίστοιχο λήμμα της Live-Pedia. (ιστορικό).

Η εισαγωγή του κειμένου της Livepedia στη Βικιπαίδεια έγινε πριν την 1η Νοεμβρίου 2008, συνεπώς ισχύει η διπλή αδειοδότηση υπό την άδεια CC-BY-SA 3.0 και την GFDL.