Θεόδωρος Κουρεντζής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Θεόδωρος Κουρεντζής

Ο Θεόδωρος Κουρεντζής (ρωσικά: Курентзис Теодор), γεννημένος στις 24 Φεβρουαρίου 1972, είναι Έλληνας διευθυντής ορχήστρας, συνθέτης και ποιητής που εργάζεται στη Ρωσία. Γεννήθηκε στην Αθήνα και από μικρή ηλικία άρχισε τα μαθήματα πιάνου. Στα 7 του χρονιά άρχισε να μαθαίνει βιολί. Στα 12 του φοίτησε στο Ελληνικό Ωδείο στο Τμήμα Θεωρητικής Μουσικής και στο Τμήμα Εγχόρδων. Με την σύνθεση ασχολήθηκε για πρώτη φορά το 1987 υπό τη καθοδήγηση του καθηγητή Χατζηνίκου και αργότερα με το καθηγητή Σρεκ.

Το 1990 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του μουσικού συγκροτήματος «Musica Aeterna» και καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Πόρτο Χέλι. Μετά το πέρας των σπουδών (αν και είχε εξασφαλισμένη υποτροφία για τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης) εγκαταστάθηκε στην Ρωσία και συγκεκριμένα στην Αγία Πετρούπολη, στο διάσημο Κρατικό Ωδείο της. Δάσκαλος του ήταν η σχεδόν μυθική μορφή της σοβιετικής διεύθυνσης ορχήστρας Ηλίας Μούσιν, δάσκαλος των επίσης διάσημων Βαλέρι Γκέργκιεβ και Γιούρι Τερμικανοβ. Ο ίδιος ο μαέστρος είπε για τον Θεόδωρο Κουρετζή: «Είχα πολύ ταλαντούχους μαθητές σαν τον Γκέρκγιεβ και τον Τερμικάνοβ και μια μόνο διάνοια: ήταν ο Θεόδωρος Κουρεντζής» (Теодор Курентзис: Ангел Ностальгии).

Στα 2002 μαζί με τη Ρωσίδα ελληνίστρια φιλόλογο Φατίμα Γιελόεβα και υπό την αιγίδα του Ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού (επί υπουργίας Ευάγγελου Βενιζέλου) ίδρυσε το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης. Το 2003 ο Κουρεντζής εντάσσεται στην Εθνική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ρωσίας και τον επόμενο χρόνο αναλαμβάνει επικεφαλής διευθυντής ορχήστρας στο Ακαδημαϊκό Θέατρο Όπερας & Μπαλέτου της πόλης Νοβοσιμπίρσκ. Τον Ιανουάριο του 2005 αναλαμβάνει την καλλιτεχνική οργάνωση της ορχήστρας Musica Eaterna και του συγκροτήματος New Siberian Singers.

Στη Ρωσία είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία. Όλα του τα κονσέρτα είναι sold out μήνες πρωτύτερα, είναι δημοφιλής σε όλες τις ηλικίες και μέχρι και η χήρα του Σοστακόβιτς κατέβηκε στο καμαρίνι του να τον συγχαρεί μετά από μία παράσταση της «Λαίδης Μακμπέθ του Μτενσκ». Διευθύνει τακτικά τις καλύτερες ορχήστρες της Μόσχας. Με την ομάδα των μουσικών του ταξιδεύουν σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία προκαλώντας πανζουρλισμό με κάθε τους παράσταση. Οι εφημερίδες δημοσιεύουν τη μία διθυραμβική κριτική μετά την άλλη χαρακτηρίζοντάς τον «αναρχικό, ωραιοπαθή και ιδιοφυΐα». Ο Βλαντιμίρ Πούτιν είναι δηλωμένος θαυμαστής του.

Η επιστροφή στην Ελλάδα δεν τον απασχολεί ούτε ως σκέψη. Ο σημαντικότερος λόγος που δεν θέλει να εργαστεί εκεί μόνιμα είναι η διαχρονική έλλειψη διαπαιδαγώγησης και πειθαρχίας, τόσο των μουσικών όσο και του κοινού. Επίσης, η απουσία αξιόλογης ορχήστρας.

Στα πλαίσια του διαγωνισμού Χρυσή Μάσκα 2005, ο Κουρεντζής έλαβε τέσσερα βραβεία μεταξύ το οποίων και το βραβείο του καλύτερου Διευθυντή Ορχήστρας για το έργο του Τζουζέπε Βέρντι Αΐντα. Τον Μάιο του 2006 ανέβασε, στα πλαίσια των εορτασμων των 250 χρονων από τη γέννηση του Μότσαρτ, το «Cosi fan tutte» (Ελληνική απόδοση Έτσι κάνουν όλες) και τους Γάμους του Φιγκαρό.

Media[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Οκτώβριο του 2006 το ελληνικό περιοδικό STATUS δημοσίευσε μία συνέντευξή του. Εκεί δήλωσε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Η Ρωσία ήταν για μένα ένα μεγάλο όνειρο. Δεν είμαι από αριστερή οικογένεια ούτε ήμουν του χώρου. Ήμουν πάντα αναρχικός και διατηρώ ως σήμερα μια παρόμοια στάση. Η Ρωσία ήταν για μένα ο Μπαρβίνσκι, ο Μαγιακόφσκι, ο Χλεμπίκοφ, ο Καντίνσκι, αυτά είχα στο μυαλό μου. Με εξέφραζε ο ρομαντισμός και η μακρότητα που έχει αυτή η χώρα».

«Το κοινό στη Μόσχα δεν έρχεται στην παράσταση για να βάλει το φράκο του ούτε για να πάρει μαζί το σκυλάκι του όπως κάνουν στη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης. Δεν έχω πρόβλημα να κάνω μουσική για σκυλιά, αρκεί να είναι κοπρόσκυλα και όχι τα σκυλιά της πλούσιας κυρίας. Αυτές, καλά θα κάνουν, αντί για το σκυλί, να πάρουν κάποιο άστεγο παιδάκι της Νέας Υόρκης και να το φέρουν να δει μια όπερα».

«Εμείς στο Νοβοσιμπίρσκ κάνουμε επανάσταση στην Όπερα. Το δημοσιοϋπαλληλίκι που έχει καθιερωθεί στις ορχήστρες της Ευρώπης είναι η αρχή του τέλους για τη μουσική. Ο μουσικός είναι σαν τον εραστή. Δεν μπορεί να έχει ωράριο. Η μουσική δεν είναι επάγγελμα. Είναι λειτουργία, όπως ο έρωτας. Η τάση που επικρατεί στις άλλες χώρες μου θυμίζει εκείνους που κάνουν έρωτα κάθε Παρασκευή επειδή δεν δουλεύουν το Σάββατο».


Συνέντευξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μουσική, όπως ο έρωτας, δεν έχει ωράριο