Ζόραν Τζίντζιτς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ζόραν Τζίντζιτς

Ο Ζόραν Τζίντζιτς (1 Αυγούστου 1952 - 12 Μαρτίου 2003) ήταν πρωθυπουργός της Σερβίας.

Γεννήθηκε στο Μποζάνσκι Σάματς και ήταν γιος αξιωματικού. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας. Κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του Τίτο φυλακίστηκε ενώ το 1989 συμμετείχε στη ίδρυση του Δημοκρατικου Κόμματος.[1] Το 1990 εξελέγη βουλευτής και το 1993 ανέλαβε την προεδρία του κόμματος. Πρωτοστάτησε στις διαδηλώσεις εναντίον του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς το 1996 και τον επόμενο χρόνο εξελέγη δήμαρχος του Βελιγραδίου, θέση στην οποία παρέμεινε μόλις λίγους μήνες.

Στις προεδρικές εκλογές του 2000 υποστήριξε τον Βόισλαβ Κοστούνιτσα. Υπο την ηγεσία του η Ενωμένη Αντιπολίτευση ανάγκασε τον Μιλόσεβιτς να αποδεχθεί την εκλογική του ήττα και να αποχωρήσει από την πρωθυπουργία ύστερα από δώδεκα ημέρες μαζικών διαδηλώσεων. το 2001 εξελέγη πρωθυπουργός της Σερβίας. Από τη θέση αυτή συγκρούστηκε με τον άλλοτε σύμμαχό του Κοστούνιτσα, τον οποίο κατηγορούσε για εθνικιστική ρητορεία.[2] Σημαντικό ρόλο επίσης διαδραμάτισε στη σύλληψη και την παράδοση του Μιλόσεβιτς στο Διεθνές Ποινικό δικαστήριο.[1] Στις 12 Μαρτίου 2003 δολοφονήθηκε ύστερα από επίθεση έξω από την έδρα της σερβικής κυβέρνησης. Τον επικήδειό του εκφώνησε μεταξύ άλλων ο Γιώργος Παπανδρέου[3]. Για την δολοφονία του καταδικάστηκαν συνολικά δώδεκα άτομα ενώ η δίκη στιγματίστηκε από πλήθος προβλημάτων.

Ήταν παντρεμένος και είχε δύο παιδιά.

Αμφιλεγόμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά το γεγονός ότι ο Τζίντζιτς παρουσιάζεται από τις κυβερνήσεις της Δύσης ως αντίπαλος και θύμα του οργανωμένου εγκλήματος, ο ίδιος έχει διασυνδέσεις με τον εν λόγω χώρο. Ήδη από το 1995 το όνομα του αναμειγνύεται σε σκάνδαλα που αφορούν το λαθρεμπόριο από κοινού μάλιστα με την οικογένεια του αντιπάλου του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Οι συνεχείς επαφές μάλιστα του Τζίντζιτς με τη Μαφία ανάγκασε τις δυτικές κυβερνήσεις να υποστηρίξουν κατά την κρίση του 2000 τον Κοστούνιτσα, παρά το γεγονός ότι ο Τζίντζιτς αποτελούσε τον κατεξοχήν φιλοδυτικό πολιτικό της Σερβίας. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως ο Τζίντζιτς είχε αναπτύξει σχέσεις και με τον Μίλοραντ Ούλεμεκ, τον αρχηγό των Μονάδων Ειδικών Επιχειρήσεων[4] και κορυφαίο στέλεχος της Μαφίας Ζεμούν, ενός δηλαδή από τους κατηγορούμενους για τη δολοφονία του. Πριν έρθουν σε ρήξη, ο Τζίντζιτς είχε συνεργαστεί στενά με τον Ούλεμεκ για την ανατροπή του τότε Προέδρου Μιλόσεβιτς, ενώ είχε παραδόξως ευχαριστήσει τότε τον Ούλεμεκ λέγοντας πως του χρωστάει τη ζωή του. Εξάλλου, τους τελευταίους μήνες διακυβέρνησής του το ποσοστό δημοφιλίας του είχε καταρρεύσει από 62% τον Οκτώβριο του 1999 σε 21% τον Ιανουάριο του 2003[5][6].

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]