Ετεροδικία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ετεροδικία ή αρχή της ετεροδικίας χαρακτηρίζεται ιδιαίτερο δικαίωμα που παρέχεται από το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, του οποίου αποτελεί όρο, κατά το οποίο ορισμένα πρόσωπα εξαιρούνται της δικαιοδοσίας του κράτους στην επικράτεια του οποίου βρίσκονται.

Απλούστερα στα πρόσωπα που απολαύουν ετεροδικίας δεν μπορεί να ασκηθεί δίωξη ούτε ποινική, ούτε και αστική ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων, αλλά ούτε ακόμη και κατάσχεση ή λήψη μέτρων εκτέλεσης κατ΄ αυτών είναι δυνατή επί πραγμάτων που βρίσκονται στη κατοχή τους. Τέτοια πρόσωπα που απολαμβάνουν ετεροδικίας είναι αρχηγοί ανεξάρτητων χωρών, ή κατ΄ εντολή χωρών, και τα μέλη των οικογενειών τους, διπλωματικές αποστολές, ξένες στρατιωτικές μονάδες, κ.ά., επεκτεινόμενος ο όρος σε κρατικά, πολεμικά πλοία και αεροπλάνα και των πληρωμάτων αυτών.
Η ετεροδικία συνομολογείται με διμερείς συμβάσεις, ενώ παλαιότερα με διομολογήσεις.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά ο κανόνας της ετεροδικίας αναφερόταν μόνο στο πρόσωπο Ηγεμόνα και των μελών της οικογενείας του, στοιχεία της οποίας διακρίνονται και από την αρχαιότητα. Πολύ αργότερα κατά τον Μεσαίωνα ο όρος περιελάμβανε και τους απεσταλμένους ενός Ηγεμόνα, τους ανώτερους κρατικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς διοικητές που εκπροσωπούσαν τον Ηγεμόνα και κατ΄ επέκταση τη χώρα του. Έτσι ο όρος περιέλαβε αργότερα και τις ένοπλες δυνάμεις έναντι αλλοδαπών δικαστηρίων. Η δε Αρχή της ισότητας μεταξύ των κυρίαρχων και ανεξάρτητων κρατών γέννησε την πεποίθηση ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να υπαχθεί στη δικαιοδοσία άλλου κράτους χωρίς τη θέλησή του, (κατ΄ αδυναμία κρίσεως ίσου από ίσο).

  • Σημειώνεται ότι η έκφραση "ετεροδικία αλλοδαπών κρατών" αφορά αλλοδαπά πρόσωπα ξένων χωρών και ειδικότερα των διαπιστευμένων, ή άλλων σαφώς καθορισμένων από επιμέρους συμβάσεις. Στον όρο επικράτεια περιλαμβάνονται το έδαφος, ο εθνικός εναέριος χώρος και τα χωρικά ύδατα, όπου ασκεί πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα ένα κράτος. Στο όρος κράτος περιλαμβάνονται γενικά δημόσιοι λειτουργοί, καθώς και άλλα πρόσωπα υπήκοοι αυτού.

Διάκριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη σύγχρονη εποχή επί του θέματος της ετεροδικίας γίνεται διάκριση, εάν το ξένο κράτος σε μια δεδομένη στιγμή προέβη σε πράξη ως ιδιώτης, ή ως κράτος που ασκεί κυριαρχικά του δικαιώματα. Έτσι επ΄ αυτής της διάκρισης έχουν διατυπωθεί δύο συστήματα: Το σύστημα της "απόλυτης ετεροδικίας" και το σύστημα της "σχετικής ετεροδικίας".

Απόλυτη ετεροδικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το σύστημα της απόλυτης ετεροδικίας τα εσωτερικά δικαστήρια είναι αναρμόδια να δικάσουν πράξεις αλλοδαπών κρατών, είτε αν πρόκειται για πράξεις δημόσιας εξουσίας, είτε αν αφορούν πράξεις ιδιωτικού δικαίου, εκτός αν και εφόσον συγκατατεθεί το εναγόμενο αλλοδαπό κράτος.

Το σύστημα αυτό φέρονται ν΄ ακολουθούν σήμερα οι ΗΠΑ, η Αγγλία, η Αυστραλία, η Κύπρος, η Ρωσία, η Σουηδία, το Ισραήλ, η Τουρκία και διάφορα άλλα σοσιαλιστικά κυρίως κράτη του άλλοτε ανατολικού συνασπισμού. Σημειώνεται όμως ότι η αυστηρότητα της απόλυτης ετεροδικίας ειδικότερα σε σοσιαλιστικά κράτη στη πράξη κάμπτεται ειδικά όταν πρόκειται για πράξεις εμπορικής ή χρηματοοικονομικής δραστηριότητας.

Σχετική ετεροδικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το σύστημα τη σχετικής ετεροδικίας τα εσωτερικά δικαστήρια δεν έχουν το δικαίωμα να δικάσουν πράξεις αλλοδαπού κράτους που τελούνται ως δημόσια εξουσία. Αντίθετα έχουν αρμοδιότητα να δικάσουν πράξεις που αφορούν το ιδιωτικό δίκαιο.

Το σύστημα αυτό φέρονται ν΄ ακολουθούν σήμερα η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ελβετία, η Ελλάδα, η Ιαπωνία, η Ισπανία, η Ιταλία, κ.ά.π. δεδομένου ότι αυτό το σύστημα κατακτά συνέχεια έδαφος λόγω ακριβώς της παρατηρούμενης σε παγκόσμια κλίμακα της ανάμιξης του κράτους σε δραστηριότητες οικονομικής και εμπορικής φύσεως.

Διεθνές Εθιμικό Δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώνεται ότι το Διεθνές Εθιμικό Δίκαιο δεν αναγνωρίζει την απόλυτη μορφή της ετεροδικίας, πλην όμως από την επιχειρούμενη πρακτική προκύπτει πως σχεδόν όλα τα κράτη διεκδικούν και αντίστοιχα παρέχουν ετεροδικία για πράξεις κυρίως δημόσιας εξουσίας. Συνεπώς για του συγκεκριμένου χαρακτήρα πράξεις υφίσταται ο γενικός εθιμικός κανόνας που αναγνωρίζει την ετεροδικία σε αλλοδαπά κράτη.

Εξαιρέσεις αρχής ετεροδικίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνηθέστερες εξαιρέσεις επί του δικαιώματος της ετεροδικίας ισχύουν στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις:

  1. Σε εμπράγματες αγωγές γενικά, που περιλαμβάνουν και αγωγές περί νομής, για ακίνητα που βρίσκονται στο έδαφος του κράτους που δικάζει το δικαστήριο.
  2. Σε αγωγές που βασίζονται στην ιδιότητα ξένου κράτους ως κληρονόμου ή κληροδόχου υπηκόου του κράτους του δικαστηρίου, είτε ακόμα και ως δικαιούχου κληρονομιάς που ανοίχτηκε, στο έδαφος του κράτους του δικαστηρίου.
  3. Και σε αγωγές που το ξένο κράτος αναγνωρίζει ρητά την δικαιοδοσία των εγχωρίων δικαστηρίων. Στη περίπτωση αυτή, που είναι και η συνηθέστερη, ουσιαστικά το ξένο κράτος παραιτείται του δικαιώματος της ετεροδικίας. Είναι συνηθέστερη από το γεγονός ότι σήμερα έχει επικρατήσει και ως όρος (βασική ρήτρα) στις διεθνείς συμβάσεις κατασκευής έργων, παροχής υπηρεσιών κ.λπ.

Διάκριση πράξεων ετεροδικίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά οι πράξεις που ανάγονται ή όχι σε θέματα ετεροδικίας σύμφωνα πάντα με το Διεθνές Δίκαιο, διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Στις λεγόμενες πράξεις «jure imperii» (γιούρε ιμπέριι), και στις λεγόμενες κατ΄ αντιδιαστολή πράξεις «jure gestionis» (γιούρε γκεστιόνις).
Βασική διαφορά των παραπάνω είναι ότι οι δεύτερες εξαιρούνται της ετεροδικίας και εκδικάζονται από τα εσωτερικά (εγχώρια) δικαστήρια.

"Jure imperii"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Πράξεις jure imperii" χαρακτηρίζονται γενικά όλες εκείνες που τελεί ένα κράτος (οι επίσημοι αντιπρόσωποι αυτού) κατά την άσκηση της κυριαρχικής του εξουσίας. Πρόκειται για πρήξεις δημόσιας φύσεως. Για τις πράξεις αυτές το διεθνές εθιμικό δίκαιο αναγνωρίζει την ετεροδικία σε ξένα κράτη.

"Jure gestionis"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Πράξεις jure gestionis" χαρακτηρίζονται γενικά όλες εκείνες που τελεί ένα κράτος και οι οποίες θα μπορούσαν να τελεσθούν και από απλό ιδιώτη. Οι πράξεις αυτές δυνάμει ιδιωτικού χαρακτήρα εξαιρούνται της ετεροδικίας (κατά το διεθνές δίκαιο) και εκδικάζονται από τα εγχώρια δικαστήρια.

Σημειώνεται όμως ότι τα κριτήρια προσδιορισμού των παραπάνω πράξεων διαφέρουν από κράτος σε κράτος λαμβάνοντας υπόψη, κατά το εσωτερικό τους δίκαιο, άλλοτε την ενδόμυχο φύση της πράξης και άλλοτε τον σκοπό ή το αντικείμενο αυτής. Κατά γενική όμως ομολογία στις πράξεις αυτές περιλαμβάνονται όλες εκείνες που ανάγονται σε βιομηχανικές και εμπορικές εν γένει δραστηριότητες.

Ειδικές περιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ειδικότερες περιπτώσεις που διέπονται και προσδιορίζονται με ιδιαίτερους κανόνες είναι οι ακόλουθες περιπτώσεις:

  1. Οι διπλωματικές ασυλίες, οι προξενικές καθώς και τα περί αυτών προνόμια.
  2. Οι ασυλίες και τα προνόμια για πράξεις που τελούνται εντός ενός κράτους από φιλοξενούμενες ένοπλες δυνάμεις ξένου κράτους.
  3. Τα δικαστικά μέσα που αφορούν άμεσα ή έμμεσα πλοία ή αεροπλάνα που εκμεταλλεύονται ξένα κράτη, (κρατικά, πολεμικά, επιστημονικά κ.λπ.), καθώς και διακινούμενα φορτία που ανήκουν σε ξένα κράτη (ξένου Δημοσίου).

Έκταση εφαρμογής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά οι κανόνες ετεροδικίας εφαρμόζονται κατά το εύρος της έννοιας του κράτους, όπου ειδικά στα κυρίαρχα κράτη δεν υφίσταται καμία αμφισβήτηση. Υπάρχουν όμως κάποια ζητήματα που αναφύονται στις περιπτώσεις επί των ομόσπονδων κρατών, των προτεκτοράτων, των κατ΄ εντολή ή προστατευομένων κρατών, καθώς επίσης και επί αυτοδιοικούμενων τοπικών Αρχών. Στις τελευταίες περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οικονομικοί και εμπορικοί οργανισμοί που φέρουν όμως δημόσιο χαρακτήρα (κρατικό). Μια πολύ εξειδικευμένη περίπτωση αποτελεί εκείνη κράτους που μετά από κάποια εσωτερική πολιτική μεταβολή, συνήθως βίαιη (π.χ. επανάσταση, πραξικόπημα, κ.λπ.) την διακυβέρνηση αναλαμβάνει μια «de facto» κυβέρνηση που όμως δεν τυγχάνει διεθνούς αναγνώρισης.

Ελληνική νομολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω στη διάκριση της ετεροδικίας η ελληνική νομολογία ακολουθεί το σύστημα της σχετικής ετεροδικίας. Έτσι σύμφωνα με το σύστημα αυτό τα ελληνικά δικαστήρια είναι αρμόδια για τις περιπτώσεις εκείνες που παρουσιάζουν σχέσεις ιδιωτικού δικαίου. Ενώ αντίθετα κηρύσσονται αναρμόδια για πράξεις jure imperii. Παρά ταύτα δεν υφίσταται νομοθετικά σαφής διαχωριστικός προσδιορισμός μεταξύ πράξεων κυριαρχίας και πράξεων ιδιωτικού δικαίου. Συνηθέστερα όμως λαμβάνεται ως αντικειμενικό κριτήριο η φύση της πράξης.

Κατόπιν όλων των παραπάνω κρίνεται ιδιαίτερα επιβεβλημένο, αν όχι όλο το προσωπικό, τουλάχιστον οι προϊστάμενοι των διαφόρων διωκτικών Αρχών να γνωρίζουν πολύ καλά το αντικείμενο του θέματος αυτού, έτσι ώστε σε περίπτωση που αντιμετωπίσουν πιθανές περιπτώσεις που να εμπίπτουν σε ετεροδικία να ενεργήσουν άμεσα και κατάλληλα χωρίς να γίνουν πρόξενοι ανεπιθύμητων εμπλοκών, ενημερώνοντας άμεσα ή και ζητώντας οδηγίες χειρισμού από τις προϊστάμενες υπηρεσίες τους, τον εισαγγελέα υπηρεσίας ή της περιοχής τους, ή ακόμη και το υπουργείο Εξωτερικών, προκειμένου μέσω αυτού ενημερωθεί η αρμόδια πρεσβεία ή προξενείο.
Σημειώνεται ότι κατά καιρούς έχουν διαπιστωθεί αρκετές περιπτώσεις παρανομιών, με φαινομενική κάλυψη ετεροδικίας, όπως με πλαστογραφίες, αντιποιήσεις, παραποιήσεις εγγράφων, συμβόλων, σημάτων κ.λπ., ακόμη και σημαιών πλοίων.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.8ος, σελ.573.
  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ. ΙΑ΄, σελ. 677.
  • Ανδρέας Ζιμπουλάκης "Διεθνές Δίκαιο" Αθήνα 1979, σελ.208-213.