Εθνικός εναέριος χώρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Εθνικός εναέριος χώρος ονομάζεται ο εναέριος χώρος που εκτείνεται πάνω από την επικράτεια ενός κυρίαρχου κράτους. Στη περίπτωση που το κράτος είναι παράλιο, ή νήσος, ή αρχιπελαγικό, καθίσταται σαφές ότι ο όρος περιλαμβάνει και τον υπερκείμενο χώρο της έκτασης των χωρικών του υδάτων, δυνάμενο να επεκταθεί και σε διεθνή.

Ο εθνικός εναέριος χώρος ως όρος του Διεθνούς Δικαίου καθιερώθηκε (αναγνωρίστηκε) επίσημα από τη διεθνή πολυμερή σύμβαση για τη ρύθμιση της εναέριας κυκλοφορίας που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 13 Οκτωβρίου του 1919, μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το προσχέδιο της σύμβασης αυτής είχε επεξεργαστεί ειδική αεροναυτική επιτροπή η σύσταση της οποίας είχε προβλεφθεί από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης των Παρισίων αναγνωρίστηκε ότι τα κράτη μέλη έχουν πλήρη και αποκλειστική κυριαρχία επί του εθνικού τους εναερίου χώρου.
Σημειώνεται όμως ότι λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς σχέσεις όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μεταξύ των διαφόρων Βασιλείων της Ευρώπης και άλλων ηγεμονιών, στην ουσία το άρθρο 1 της παραπάνω συνθήκης είχε περισσότερο τον χαρακτήρα διακήρυξης μιας αρχής που ίσχυε ήδη, εθιμικά καθιερωμένης.

Συνέχεια της παραπάνω συνθήκης που αποτέλεσε και την αρχή του Διεθνούς Αεροπορικού Δικαίου ακολούθησαν και άλλες συνθήκες και επιμέρους συμφωνίες με κυρίαρχη την διεθνή Συνδιάσκεψη του Σικάγου του 1944, όπου αφού προσδιορίστηκαν επιμέρους θέματα , συνομολογήθηκαν και υπογράφηκαν τρία αυτοτελή συμβατικά κείμενα, μια Σύμβαση με 96 άρθρα που αφορά τη διεθνή πολιτική αεροπορία, σύμφωνα με την οποία δημιουργήθηκε και ο ΔΟΠΑ (ICAO), και δύο πρόσθετα Σύμφωνα που αφορούν τις τακτικές αεροπορικές συνδέσεις, το "Περί διεθνών αεροπορικών υπηρεσιών διαμετακόμισης" και το "Περί διεθνών αεροπορικών μεταφορών".

Έτσι αφενός η Σύμβαση του Σικάγου όπου στο άρθρο 1 επαναλαμβάνεται η εθιμικά καθιερωμένη ήδη αρχή της Σύμβασης των Παρισίων και αφετέρου οι διεθνείς αεροναυτικοί κανονισμοί του ΔΟΠΑ – που εγκαθιδρύθηκε με τη σύμβαση – που περιλαμβάνονται ως Παραρτήματα (Annexes) της Σύμβασης, εξειδίκευσαν τα κυριαρχικά δικαιώματα και τις δικαιοδοσίες των κρατών στον εθνικό εναέριο χώρο τους και τις ευθύνες των «περιοχών πληροφόρησης πτήσεων, γνωστότερες εκ του αγγλικού όρου ως Εφ-Άι-Αρ (FIR), καθώς και το δικαίωμα εκ μέρους του κάθε συμβαλλόμενου σ΄ αυτή κράτους της έκδοσης νομοθετικών και διοικητικών πράξεων που αφορούν θέματα εσωτερικής εναερίου κυκλοφορίας.

  • Στην Ελλάδα οι παρεχόμενες αυτές δικαιοδοσίες έχουν ενεργοποιηθεί στην ελληνική νομοθεσία και ειδικά στον "Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου" που τέθηκε σε ισχύ με τον Ν.1815/1988, καθώς και στις προγενέστερες αυτού ρυθμίσεις.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στην Ελλάδα αρμόδια υπηρεσία Αρχή διαχείρισης των αεροπορικών μεταφορών εντός του εθνικού εναέριου χώρου όπου εκτείνεται το FIR-Αθηνών είναι η ΥΠΑ.
  • Στα παράλια και λοιπά κράτη ο όρος έχει συνάφεια με την επίσημη οριοθέτηση των χωρικών υδάτων της επικράτειας εκάστου.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Σύμβαση του Σικάγου (1944)" μετά των Παραρτημάτων.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα" τομ.3ος, σελ.116
  • (Ελληνικό) "Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών - ΙΣΤΑΜΕ, Σημειώσεις (αδιαβάθμητες) Ημερίδας Απριλίου 1997.