Εθνικό Μουσείο της Βηρυτού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Εθνικό Μουσείο της Βηρυτού.

Το Εθνικό Μουσείο της Βηρυτού είναι το κυριότερο αρχαιολογικό μουσείο του Λιβάνου με εντυπωσιακές συλλογές αρχαιολογικών ευρημάτων, σαρκοφάγων, επίχρυσων αγαλματιδίων, κεραμικών και μωσαϊκών, νομισμάτων και χρυσών κοσμημάτων, που εκτίθενται κατά χρονολογική σειρά από την προϊστορική εποχή μέχρι τις περιόδους της αραβικής κατάκτησης και της οθωμανικής διακυβέρνησης.

Το Μουσείο στεγάζεται σε ένα μεγαλοπρεπές κτήριο της δεκαετίας του 1930, που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της λιβανικής πρωτεύουσας στην περιοχή Ασραφίγιε (Achrafiye), δίπλα στον Ιππόδρομο της Βηρυτού.

Ίδρυση και αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εθνικό Μουσείο της Βηρυτού οικοδομήθηκε σε νεο-αιγυπτιακό ρυθμό από τον Αιγύπτιο αρχιτέκτονα Αντουάν Σελίμ Ναχάς (Antoine Selim Nahas, 1901 – 1966) σε συνεργασία με το Γάλλο αρχιτέκτονα Πιερ Λεπρένς-Ρενγκέ (Pierre Leprince-Ringuet, 1874 – 1954). H πρόσοψή του εντυπωσιάζει με τους ογκώδεις σε σχήμα λωτού κίονες, που αποτελούν αντίγραφο των ναών του Λούξορ στην Αίγυπτο.

Η κατασκευή του Μουσείου άρχισε το 1930 σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από το δήμο κοντά στον Ιππόδρομο της Βηρυτού και ολοκληρώθηκε το 1937. Τα εγκαίνια είχαν προγραμματιστεί για το επόμενο έτος 1938, πλην όμως αναβλήθηκαν λόγω της έκρυθμης πολιτικής κατάστασης στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τελικά, το Εθνικό Μουσείο της Βηρυτού άνοιξε επισήμως τις πύλες του στο κοινό στις 27 Μαΐου 1942 από τον τότε Πρόεδρο του Λιβάνου Αλφρέντ Νακάσε (Alfred Naqqache, 1887 – 1978).

Κατά τη διάρκεια του Πολέμου στο Λίβανο, που ξέσπασε το 1975, το Μουσείο της Βηρυτού υπέστη βαριές ζημιές στα κτήρια του και τις συλλογές και από το 1995 άρχισε ριζική αναστήλωσή του. Οι εργασίες αναστήλωσης διήρκεσαν δύο χρόνια (1995 – 1997), οπότε το μουσείο εγκαινιάστηκε και πάλι από τον Πρόεδρο του Λιβάνου Ελίας Χράουι (Elias Hrawi, 1925 – 2006).

To Μουσείο παρέμεινε και πάλι κλειστό το έτος 1998 λόγω ευρύτατων εργασιών συντήρησης και ξανάνοιξε τις πύλες του για το κοινό το 1999, υπό την αιγίδα του πρώην Προέδρου του Λιβάνου Εμίλ Λαχούντ (Emile Lahoud, γεν. 1936).

Οι συλλογές του Μουσείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Εθνικό Μουσείο της Βηρυτού εκτίθενται σήμερα με χρονολογική σειρά 1.300 έργα τέχνης από το σύνολο των συλλογών του μουσείου, που περιλαμβάνει περίπου 1.000.000 αντικείμενα.

Τα προϊστορικά εκθέματα της παλαιολιθικής και νεολιθικής εποχής περιλαμβάνουν αιχμές για βέλη, εργαλεία από πυριτιδόλιθο, αγκίστρια και πήλινα δοχεία. Εντυπωσιακά είναι τα εκθέματα του Μουσείου, που ανάγονται στη Χάλκινη Εποχή, όπως τα επίχρυσα μπρούτζινα αφιερωματικά αγαλματίδια και το αγαλμάτιο της φοινικικής θεότητας Ρεσέφ (Resheph), που ήταν θεός της πανούκλας και του Κάτω Κόσμου, που προέρχονται από το Ναό των Οβελίσκων στη Βύβλο του Λιβάνου (19ος – 18ος π. Χ. αιώνας).

Το αριστούργημα όμως και το πιο αξιόλογο έκθεμα του Μουσείου είναι η σαρκοφάγος του βασιλιά της Βύβλου Αχιράμ (Ahiram) από το βασιλικό νεκροταφείο της Βύβλου (10ος π. Χ. αιώνας). Στη σαρκοφάγο του Αχιράμ υπάρχει επιτάφια επιγραφή, η οποία αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο δείγμα του φοινικικού αλφάβητου (1.000 π.Χ.).

Κατά τη διάρκεια της Εποχής του Σιδήρου (1.200 π.Χ. – 333 π.Χ.) ακμάζει στα εδάφη του σημερινού Λιβάνου ο Φοινικικός πολιτισμός, που σηματοδοτείται με τη ναυτική κυριαρχία των Φοινίκων και την ανακάλυψη του αλφάβητου, το οποίο σύμφωνα με τον Ηρόδοτο έφερε στην Ελλάδα ο Κάδμος από την Τύρο.

Βασικά εκθέματα της περιόδου αυτής είναι κυρίως οι μαρμάρινες ανθρωποειδείς σαρκοφάγοι του 4ου π.Χ. αιώνα, που ανακαλύφθηκαν κοντά στη Σιδώνα το 1901, τα αφιερωματικά από μάρμαρο αγάλματα μικρών αγοριών από το Ναό του Εσμούν στα περίχωρα της Σιδώνας (4ος π. Χ. αι.), φοινικικής θεότητας της ιατρικής, ο οποίος ταυτιζόταν με το θεό Ασκληπιό των Ελλήνων, καθώς και ένα μαρμάρινο κιονόκρανο με κεφάλι ταύρου από τη Σιδώνα (5ος π.Χ. αιώνας).

Με την κατάκτηση της Φοινίκης από το Μέγα Αλέξανδρο και τον επακόλουθο εξελληνισμό της χώρας σ’ όλη τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου (333 π.Χ. – 64 π.Χ.), αναδεικνύεται βαθύτατα η επίδραση του ελληνικού στοιχείου σ’ όλες τις κοινωνικές και πολιτιστικές εκφάνσεις του ντόπιου πολιτισμού. Στις συλλογές της εποχής αυτής περιλαμβάνονται ο μαρμάρινος θρόνος από το Ιερό του Εσμούν κοντά στη Σιδώνα (περ. 350 π.Χ.), ένα άγαλμα από μάρμαρο της θεάς Αφροδίτης από τη Βηρυτό και αγαλματίδια από τερακότα ελληνικών θεοτήτων.

Το 64 π.Χ. η Φοινίκη γίνεται τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στις συλλογές του Μουσείου ανήκουν εξαίρετα δείγματα της ρωμαϊκής περιόδου (64 π.Χ. – 395 μ. Χ.), τα κυριότερα των οποίων είναι η περίτεχνη μαρμάρινη σαρκοφάγος του Αχιλλέα από την Τύρο (2ος μ.Χ. αιών.), μία σαρκοφάγος με διάκοσμο μεθυσμένους ερωτιδείς (Τύρος, 2ος μ.Χ. αιών.) κι ένα πανέμορφο μαρμάρινο κεφάλι του θεού Διονύσου από την Τύρο (3ος μ. Χ. αιώνας).

Στον ισόγειο χώρο του Μουσείου βρίσκονται αριστουργηματικά μωσαϊκά της ρωμαϊκής εποχής:

• Το μωσαϊκό του 2ου αιώνα μ.Χ. από τη Βηρυτό, το οποίο απεικονίζει τέσσερις από τις πολυάριθμες ερωτικές περιπέτειες του Δία: ο Δίας μεταμορφωμένος σε κύκνο να ενώνεται με τη Λήδα, ο Δίας μεταμορφωμένος σε αετό να απαγάγει το Γανυμήδη, ο Δίας και η Αντιόπη και ο Δίας με τη μορφή χρυσής βροχής να ενώνεται με τη Δανάη.

• Το μωσαϊκό στο δάπεδο του Μουσείου του 3ου αιώνα μ.Χ. από το Μπάαλμπεκ του Λιβάνου, το οποίο απεικονίζει τη Μούσα Καλλιόπη με το Σωκράτη και τους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας.

• Το μωσαϊκό του 3ου αιώνα μ.Χ. από τη Βύβλο, το οποίο απεικονίζει την Αρπαγή της Ευρώπης.

• Το μωσαϊκό του 4ου αιώνα μ.Χ. από το Μπάαλμπεκ, το οποίο απεικονίζει τη γέννηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

• Ένα μωσαϊκό από τη Jenah, προάστιο στα νότια της Βηρυτού, το οποίο απεικονίζει το Χριστό ως Καλό Ποιμένα, περιστοιχιζόμενο από κατοικίδια και άγρια ζώα.

Στα αντικείμενα της Βυζαντινής περιόδου (395 μ.Χ – 636 μ.Χ.), όταν ως επίσημη θρησκεία στη Φοινίκη επικράτησε ο Χριστιανισμός (392 μ.Χ.), περιλαμβάνονται χρυσά κοσμήματα και νομίσματα, τα οποία βρέθηκαν σ’ ένα κρυμμένο δοχείο κάτω από το πάτωμα μιας βυζαντινής έπαυλης στη Βηρυτό, καθώς και ένα θεσπέσιο μωσαϊκό με απεικόνιση της «Ζήλειας».

Η αραβική κατάκτηση του Λιβάνου, η οποία ολοκληρώθηκε το 637 μ. Χ., είχε ως συνέπεια την επικράτηση της αραβικής θρησκείας και γλώσσας και την εκτεταμένη επίδραση της τέχνης του Ισλάμ (τεμένη, χαμάμ, αγορές κλπ). Στα αντικείμενα των αραβικών χρόνων και της οθωμανικής περιόδου των Μαμελούκων περιλαμβάνονται χρυσά κοσμήματα, νομίσματα και επισμαλτωμένα βάζα από τερακότα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Blair Kuntz: “Lebanon: An Insider’s Guide”, Prana Publishers, Beirut, Lebanon, 2000.
  • Ann Jousiffe: “Lebanon”, Lonely Planet Publications, 1st edition, February 1998.
  • Nina Jidejian: “Beirut through the Ages”, Librairie Orientale, Beyrouth, 1997.
  • Nina Jidejian: “Baalbek: Heliopolis “City of the Sun”, Dar El-Machreq Publishers, Beirut, 1975.
  • Jean-Paul Planquin: “Lebanon, The Phoenician Pearl”, ACR Edition, Courbevoie (Paris), 2001.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα