Κανονάρχης
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Κανονάρχης ονομάζεται το εκκλησιαστικό αξίωμα και ο τίτλος που δίδεται σε κατώτερο κληρικό (Ιεροψάλτη) ο οποίος κρατεί το Ισσοκράτημα δηλαδή δίνει τη μουσική βάση πάνω στην οποία θα ψάλει ο ψάλτης η ο Πρωτοψάλτης.
[Επεξεργασία] Βιβλιογραφία
- Εκκλησιαστικό Κανονικό Δίκαιο.
- Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου, Εγχειρίδιον Ιεροψάλτου , Αθήνα 2000.
| Ανώτερος κλήρος | Πρεσβύτερος · Σακκελάριος · Σύγκελος · Πρωτοπρεσβύτερος · Πρωθιερέας · Αρχιμανδρίτης · Αρχιερατικός Επίτροπος · Πρωτοσύγκελος · Βοηθός Επίσκοπος · Τιτουλάριος Επίσκοπος · Τιτουλάριος Μητροπολίτης · Μητροπολίτης · Έξαρχος ·Αρχιεπίσκοπος · Πατριάρχης |
|---|---|
| Κατώτερος Κλήρος | Δεπουτάτος · Κανστρίνσιος · Πριμηκήριος · Χαρτουλάριος · Διερμηνεύς · Έκδικος · Νοτάριος · Ακτουάριος · Ορφανοτρόφος · Νομοφύλαξ · Ιερομνήμων · Μυρεψός · Δικαιοφύλαξ · Υπομνηματογράφος · Οικονόμος · Ρεφερενδάριος · Μέγας Χαρτοφύλαξ · Ρήτωρ · Μέγας Λογοθέτης · Αναγνώστης · Κανονάρχης · Δομέστικος · Λαμπαδάριος · Πρωτοψάλτης · Διακόνισσα · Υποδιάκονος · Διάκονος · Αρχιδιάκονος |

